Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/153

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
000
Μέρος Δεύτερον. Δημιουργία
131

κυβέρνησις, ρυμουλκουμένη ὑπὸ τῆς αἰσθηματικότητος τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς ἤθελε τὴν διὰ πάσης θυσίας ἐκπόρθησιν τῶν Ἰωαννίνων».

Ὁ ἴδιος ἐπίσης:

«Ὁ Διάδοχος, ὅστις ἔδιδεν ὅλως δευτερεύουσαν σημασίαν εἰς τὸν ἠπειρωτικὸν ἀγῶνα, προσεπάθει νὰ μεταπείσῃ τὴν κυβέρνησιν, προεδρευομένην τότε ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Κορομηλᾶ, καταδεικνύων εἰς ἀλλεπαλλήλους μεταξὺ Θεσσαλονίκης καὶ Ἀθηνῶν τηλεγραφικὰς συνεννοήσεις ὅτι τὸ κέντρον ἐνεργείας ἦτο ἡ Μακεδονία, ὅπου εὑρίσκετο τότε ἕτοιμος πρὸς ἐπίθεσιν ὁ βουλγαρικὸς στρατός».

Αὐτὸς οὗτος ὁ Κωνσταντῖνος ἐγνωμάτευε πρὸς τὸν πρωθυπουργόν:

«Θεσσαλονίκη, 24 Νοεμβρίου (παλαιὸν ἡμερολόγιον) 1912, κύριον Βενιζέλον, Ἀθήνας. Θεωρῶ Ἰωάννινα δευτερεῦον θέατρον ἐπιχειρήσεων, τοῦ πολέμου κριθησομένου πρὸς Ἀνατολάς. Συγκέντρωσις μεγάλων δυνάμεων ἐν Ἠπείρῳ εἶνε ἀσύμφορος. Ἂν ἐξακολουθήσῃ ὁ πόλεμος πρέπει νὰ παραιτηθῶμεν ἐκπολιορκήσεως Ἰωαννίνων καὶ ἐπανέλθωμεν εἰς ἀρχικὸν σχέδιον ἁπλῆς ἐπιτηρήσεως καὶ ἀπασχολήσεως τοῦ ἐν Ἠπείρῳ τουρκικοῦ στρατοῦ. (Ὑπογραφὴ) Κωνσταντῖνος Διάδοχος». [1].

Ἡ κυβέρνησις δὲν ἐσύρετο ἀπὸ τὰς ὁρμὰς τῆς δημοσίας γνώμης, ὅπως ἐνόμιζεν ὁ πρώην γενικὸς ἐπιτελάρχης. Οὔτε συνεζήτει τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀρχιστρατήγου, θέλοντος νὰ σπεύσῃ μετὰ τῶν Βουλγάρων ἐναντίον τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ὁ Βενιζέλος, εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ πολέμου, καθώρισεν ἀμυντικὴν τὴν ἀποστολὴν τῆς ἠπειρωτικῆς στρατιᾶς. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐπῆλθαν γεγονότα, ἐπιβάλλοντα ἀναθεώρησιν τῶν πρώτων σκέψεων. Κατὰ τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου, οἱ Ἀλβανοὶ φύλαρχοι συνῆλθαν εἰς τὸ Δυρράχιον καὶ ἀνεκήρυξαν Ἀλβανικὸν κράτος. Αἱ δύο ἀδριατικαὶ μεγάλαι Δυνάμεις, ἡ Ἰταλία μετὰ τῆς Αὐστρίας, εἰργάζοντο νὰ ἱδρύσουν μεγάλην Ἀλβανίαν ὑπὸ τὴν προστασίαν των εἰς βάρος τῆς Σερβίας πρὸς βορρᾶν, τῆς Ἑλλάδος πρὸς νότον. Αἱ ἑλληνικαὶ πρεσβεῖαι, ἄνευ εξαιρέσεως, ἐσημείωναν τὸν κίνδυνον εἰς Ἀθήνας. Ὄχι μόνον ἡ Πρεμετή, ἡ Κορυτσᾶ, τὸ Ἀργυρόκαστρον, ἀλλὰ καὶ τὰ Ἰωάννινα αὐτὰ ἔπρεπε νὰ περιέλθουν εἰς τὸ νέον κράτος. Ὁ Ἕλλην πρεσβευτὴς Βιέννης, ἐκθέτων τὰς αὐστριακὰς ἐνεργείας, ἐπληροφόρει τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν:

«Ἡ παράτασις τῆς πολιορκίας τῆς Σκόδρας καὶ τῶν Ἰωαννίνων ἐνισχύει τὴν αυστριακὴν κυβέρνησιν εἰς τὴν πρόθεσίν της νὰ περιλάβῃ τὰς δύο ταύτας πόλεις εἰς τὴν Ἀλβανίαν». [2]


  1. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 276 ἐκ τῶν ἀρχείων τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν.
  2. Ἀριθμὸς 526 τῆς 26ης Νοεμβρίου (παλαιὸν ἡμερολόγιον) 1912 ἐκ τῶν ἀρχείων ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν. Χαρακτηριστικαὶ εἶναι αἱ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος ἐκθέσεις τῶν πρεσβευτῶν Ἰω Γενναδίου ἐκ Λονδίνου, Α. Ρωμάνου Παρισίων, Γ. Στρέϊτ ἐκ Βιέννης, Δ. Κακλαμάνου Ρώμης, Ν. Θεοτόκη Βερολίνου, Ε. Κανελλοπούλου Κωνσταντινουπόλεως, μεταξὺ 1912 καὶ Μαΐου 1913.