τὸν Βούλγαρον στρατηγὸν Θεοδωρὼφ καὶ τὸν διπλωματικόν του σύμβουλον Στάντσιεφ. Τοῦ ἐζήτησαν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν εἰς Θεσσαλονίκην εἴσοδον δύο ταγμάτων. Ὁ Διάδοχος ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν ἔγκρισιν τῆς κυβερνήσεώς του καὶ νὰ ἀρνηθῇ ἐν τῷ μεταξύ. Δὲν τὸ ἔκαμε. Ἄνθρωποι ὅπως ὁ Ἑξαδάκτυλος, ὁ Ἀργυρόπουλος, ὁ Δραγούμης, γνωρίζοντες τοὺς Βουλγάρους, τὸν παρεκάλουν νὰ κάμῃ γραπτὴν συμφωνίαν διὰ τὴν ἄδειαν τῆς προσωρινῆς ἐπισταθμεύσεως τῶν δύο βουλγαρικῶν ταγμάτων. Δὲν τοὺς ἤκουσε. Ἰδοὺ τί λέγει σχετικῶς ὁ Ἴων Δραγούμης:
«Δυστυχῶς, παρὰ τὰς συστάσεις (πρὸς τὸν Κωνσταντῖνον) τινῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ἐπιτελείου, ἐμοῦ καὶ τοῦ νομάρχου, ἡ συμφωνία αὕτη (τῆς εἰσόδου τῶν Βουλγάρων εἰς Θεσσαλονίκην) δὲν ἐγένετο γραπτή, ὡς ἁρμόζει ἐν πάσῃ μετὰ τῶν Βουλγάρων συμφωνίᾳ. Τὴν ἐσπέραν εἰσῆλθον δύο τάγματα, τὴν δὲ νύκτα ἄπειρος βουλγαρικὸς στρατὸς εἰσῆλθεν εἰς τὴν πόλιν. (ὑπογρ.) Ι. Δραγούμης». [1]
Ἡ Θεσσαλονίκη, ὡς τρόπαιον πολέμου, ἀνήκει εἰς τὸν Ἕλληνα στρατιώτην καὶ τὸν ἀρχηγόν του Κωνσταντῖνον Διάδοχον. Τὰ τυχὸν σφάλματα τοῦ δευτέρου ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς δὲν δικαιολογοῦν τὴν βουλγαρικὴν ἀπιστίαν. Αὐτὴ θὰ εὕρισκεν ἀφορμὴν νὰ φανερωθῇ. Τοὐναντίον ὁ Κωνσταντῖνος ἐφέρθη πρὸς τοὺς Βουλγάρους ὡς πρὸς συμμάχους, εὐγενῶς καὶ ἱπποτικῶς.
Ἡ ἐξ αἰτίας ὅμως τῆς Θεσσαλονίκης διάστασις Βενιζέλου καὶ Κωνσταντίνου ἔχει εὐρυτέραν σημασίαν. Παρουσιάζεται ἔκτοτε ὡς σύγκρουσις δύο ἀνομοίων ἐγκεφάλων καὶ χαρακτήρων. Ὁ πολιτικὸς ἐμφανίζεται ἀπὸ τοῦδε ὀξύς, ἐφευρετικός, συλλαμβάνων εἰς τὸ πλάτος της τὴν μᾶλλον περίπλοκον περίστασιν. Ὁ πρίγκηψ στρατιώτης εἶναι πάντοτε πείσμων κἄποτε βίαιος, στερεῖται πνευματικῆς γοργότητος, βλέπει τὸ κόκκινο πανὶ καὶ δὲν διακρίνει τὸ ξίφος τοῦ ταυρομάχου.
Καὶ τώρα μὲν ὁ Διάδοχος ἦτο υἱὸς καὶ ὑφιστάμενος. Ὤφειλεν ὑπακοὴν πρὸς τὸν πατέρα του καὶ πειθαρχίαν εἰς τὸν ἀνώτερόν του ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Τί θὰ συμβῇ ὅταν ὁ πατέρας ἐκλείψῃ, ὁ δὲ ἀρχιστράτηγος μεταβληθῇ εἰς διαιτητὴν βασιλέα;
- ↑ Ἡ μακρὰ καὶ σπουδαία ἔκθεσις τοῦ Ἴωνος Δραγούμη ἐκ Θεσσαλονίκης 16ης Νοεμβρίου 1912, εὑρίσκεται ὁλόκληρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὁ Βούλγαρος πρωθυπουργὸς Δάνεφ εἶπε πρὸς τὸν πρόεδρον τῆς Γαλλίας Πουανκαρέ: «Ἡ Θεσσαλονίκη ἀνήκει εἰς τοὺς Βουλγάρους, οἵτινες εἰσῆλθαν πρῶτοι ἐντὸς αὐτῆς». (Τηλεγράφημα πρεσβευτοῦ Ρωμάνου ἐκ Παρισίων, 1η Δεκεμβρίου 1912).
Ὁ λοχαγὸς τοῦ πυροβολικοῦ Κ. Μαζαράκης ἐνήργησεν ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας πρὸς ματαίωσιν τῆς εἰσόδου τῶν Βουλγάρων εἰς Θεσσαλονίκην.
Τὸ πρῶτον ἑλληνικὸν τμῆμα, τὸ εἰσελθὸν εἰς Θεσσαλονίκην ἦτο ἀπόσπασμα χωροφυλάκων ὑπὸ τὸν ἀξιωματικὸν Μανωλικίδην, τὴν ἑσπέραν τῆς 26 Ὀκτωβρίου 1912.