πυροβόλων ἤρχετο ἐκ Στρωμνίτσης πρὸς νότον. Ἡ ἐκ 35.000 πεζῶν δύναμις αὐτῆς ἀνέτρεψε, κατόπιν ὀλιγολέπτου ἁψιμαχίας εἰς Δεμὶρ-Ἰσσάρ, 4.000 Τούρκων. Εἰς τὴν Γιουβέσναν τὸ ἱππικόν της ἦλθεν εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸ ἑλληνικόν. Δύο ὥρας ἔπειτα, ἤτοι κατὰ τὰς 4 τὸ ἀπόγευμα τῆς 26ης Ὀκτωβρίου, συνήντησαν τὴν 2αν ἑλληνικὴν μεραρχίαν. Ὁ στρατηγὸς Καλλάρης τοὺς ἐκοινοποίησεν ἐγγράφως τὴν παράδοσιν τῆς πόλεως εἰς τὸν ἑλληνικὸν στρατόν. Οἱ Βούλγαροι ἠγνόησαν τὴν ἐπίσημον ἑλληνικὴν γνωστοποίησιν. Διῆλθον πρὸ τοῦ μετώπου τῆς μεραρχίας, ἔφθασαν τὴν 5 καὶ 15ʹ παρὰ τὸ Ἀϊβατλῆ καὶ ἐπυροβόλησαν τοὺς ἐκεῖ διεσπαρμένους Τούρκους αἰχμαλώτους. Ἐσκηνοθέτουν μάχην! [1].
Τὰς πρώτας ἑσπερινὰς ὥρας οἱ Βούλγαροι ἀπεπειράθησαν νὰ εἰσδύσουν εἰς τὴν πόλιν ἐκ τῆς βορειοδυτικῆς εἰσόδου. Ἡ 7η μεραρχία καὶ τὰ εὐζωνικὰ τοὺς ἐμπόδισαν κατ’ ἐντολὴν τοῦ Διαδόχου. Τὴν νύκτα ὁ στρατηγὸς Θεοδωρὼφ κατώρθωσε νὰ στείλῃ ἀξιωματικόν του εἰς τὸν Ταξὶν πασᾶν, ζητῶν νὰ τοῦ ὑπογράψῃ πρωτόκολλον, ὅμοιον μὲ τὸ ἑλληνικόν. Ὁ Τοῦρκος ἀρχιστράτηγος ἠρνήθη. Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ ἀντισυνταγματάρχης Κωνσταντινόπουλος διωρίσθη φρούραρχος Θεσσαλονίκης.
Τὴν ἰδίαν πάντοτε νύκτα τῆς 26ης πρὸς τὴν 27ην Ὀκτωβρίου, οἱ παρὰ τὴν Γκαλαϊτζίναν σταθμεύοντες Βούλγαροι ὑπὸ τὸν στρατηγὸν Πετρὼφ καὶ ὁ συνοδεύων τοῦτον Βούλγαρος πρέσβυς Στάντσιεφ προσεπάθουν νὰ συνεννοηθοῦν μὲ τὸν Ταξὶν πασᾶν. Τὸ πρωτόκολλον τῆς παραδόσεως εἶχεν ὑπογραφῆ παρὰ τοῦ Τούρκου διοικητοῦ καὶ τῶν Δούσμανη–Μεταξᾶ μίαν ὥραν πρὸ τοῦ μεσονυκτίου. Οἱ πολιτικοὶ σύμβουλοι τοῦ ἑλληνικοῦ στρατηγείου νομάρχης Π. Ἀργυρόπουλος καὶ διπλωματικὸς γραμματεὺς Ἴων Δραγούμης ἀντελήφθησαν τὰς βουλγαρικὰς προσπαθείας διὰ τὸν προσεταιρισμὸν τοῦ Ταξίν. Ὁ κίνδυνος ἦτο προφανής. Συντάσσουν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Διάδοχον, ἑτοιμάζουν ἔκτακτον ἁμαξοστοιχίαν καὶ τὸν καλοῦν νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν πόλιν διὰ τῶν ἑξῆς:
«Διετάξαμεν ἁμαξοστοιχίαν νὰ ἑτοιμασθῇ ὅπως φέρῃ ὑμῖν τὸ γράμμα τοῦτο (εἰς Τεκελὶ) καὶ ἀναμείνῃ τὰς ὑμετέρας διαταγάς. Ἴσως θὰ ἦτο σκοπιμώτερον ἵνα, λαμβάνοντες τὴν ἁμαξοστοιχίαν ταύτην, ἔλθετε ἀμέσως ἐνταῦθα (εἰς Θεσσαλονίκην). Τὸ πρᾶγμα ἐπείγει λίαν. Τῆς ὑπετέρας ὑψηλότητος εὐπειθέστατοι: Π. Α. Αργυρόπουλος, Ἴων Δραγούμης» [2].
Ὁ Διάδοχος ἀφυπνίση, ἐπέβη τοῦ ἐκτάκτου συρμοῦ καὶ τὴν 5ην πρωϊνήν, ὑπὸ βαθὺ σκότος, ἔφθανεν εἰς τὸν σταθμὸν τῆς Θεσσαλονίκης. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ὑπέπεσεν εἰς ἀδεξιότητα. Μετὰ τὴν δοξολογίαν καὶ τὴν ἐπίσημον ἀκρόασιν τῶν ἀρχῶν, ὁ Κωνσταντῖνος ἐδέχθη εἰς τὸ διοικητήριον