Ἡ πορεία πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην δὲν ἦτο στρατιωτικὴ μόνον ἐνέργεια. Ἀπὸ αὐτὴν θὰ ἐπραγματοποιεῖτο ἢ θὰ ἐματαιώνετο ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἐμάχετο. Ἡ διάφορος τοῦ σκοποῦ ἐκείνου ἀντίληψις ἐκ μέρους τοῦ πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ ἀρχιστρατήγου ἐπροκάλεσε σφοδρὰν μεταξύ των διαφωνίαν.
Τὸ σύνολον τῶν Ἑλλήνων ἔβλεπε τότε μάχας, ἀτυχήματα, νίκας. Οἱ στρατιωτικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἀρχηγοί του ἐφαίνοντο ἡνωμένοι εἰς καλὰς ἢ κακὰς ἡμέρας. Μέγα ἢ μικρόν, τὸ οἰκοδόμημα τῆς νέας Ἑλλάδος ἀνηγείρετο διὰ προσπαθείας κοινῆς. Καὶ ὅμως τὰ γεγονότα ἦσαν ἄλλα. Ἡ θριαμβευτικὴ προέλασις εἰς τὴν μητρόπολιν τῆς Μακεδονίας συνοδεύετο ἀπὸ περιστατικά, τὰ ὁποῖα προανήγγελλαν περιπετείας, συμφοράς, ἐμφύλιον ἀνταγωνισμόν.
Ἀπὸ τῆς ἑπομένης τοῦ Σαρανταπόρου, ἐπῆλθε διάστασις Κωνσταντίνου καὶ Βενιζέλου.
Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ δὲν ἦτο ἁπλοῦς ἀνώτατος αξιωματικός. Ἦτο διάδοχος τοῦ θρόνου. Ὑπῆρξεν ἀντιβασιλεὺς ἀπὸ τὸν Ἰούνιον μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1912. Ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτὴν ἔλαβε μέρος εἰς τὰς ἑλληνοβουλγαρικὰς διαπραγματεύσεις, ἐπεκύρωσε διὰ τῆς ὑπογραφῆς του τὴν συνθήκην τοῦ Μαΐου καὶ τὴν στρατιωτικὴν σύμβασιν τοῦ Σεπτεμβρίου μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας. Ἐγνώριζεν ἑπομένως ὅτι δὲν ὑφίστατο συμφωνία διανομῆς τῶν δύο κρατῶν ὡς πρὸς τὰ καταλαμβανόμενα μέρη. Ὄχι μόνον τοῦτο. Ὁ ἀντιβασιλεὺς Κωνσταντῖνος εἶχεν ἐγκρίνει τὴν πολιτικὴν τοῦ Βενιζέλου, καθ’ ἣν ἡ ἔλλειψις ἀκριβῶς συμφωνίας πρὸς διανομήν, ἄφηνε τὴν Ἑλλάδα ἐλευθέραν νὰ λάβῃ τὴν κατοχὴν τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς τὰς ὁποίας θὰ τὴν ὡδήγει ἡ πολεμική της δρᾶσις. Συγκεκριμένως ἤκουσε τὸν Βενιζέλον νὰ λέγῃ ὅτι ἔπρεπε νὰ καταληφθῇ τὸ ταχύτερον διὰ πάσης θυσίας ἡ Θεσσαλονίκη. Οὕτω θὰ ἐμηδενίζοντο αἱ ἐπὶ τῆς πόλεως βουλγαρικαὶ βλέψεις. Ὡς ἄρχιστράτηγος τώρα ὁ Κωνσταντῖνος ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσῃ ὅσα εἶχε σχεδιάσει ὡς ἀντιβασιλεύς.
Τὰ ἐλησμόνησε περίπου ὅλα.
Αἱ στρατιωτικαί, ἔλεγεν, ἀνάγκαι τοῦ ἐπέβαλλαν νὰ βαδίσῃ κατὰ τοῦ Μοναστηρίου καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἐναντίον τῆς Θεσσαλονίκης. Ἤθελε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ νῶτα τῆς στρατιᾶς του. Τὸ εἰς Καϊλάρια ἀτύχημα τῆς πέμπτης μεραρχίας τὸν ἐδικαιολόγει ἐν μέτρῳ ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἀλλ’ ἡ ἀπώλεια τῆς