Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/127

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
000
Μέρος Δεύτερον. Δημιουργία
109

Σαραντάπορον. Ἡ θέσις ἐνομίζετο ἀπόρθητος. Ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς Λαρίσης–Σερβίων τὴν ὁποίαν ἠκολούθει ὁ ἑλληνικὸς στρατός, διέρχεται ἀπὸ τὴν στενωπὸν τοῦ χειμάρρου Σαρανταπόρου μεταξὺ τῶν ἀποκρήμνων βουνῶν τῆς Βίγκλας. Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος ὑψώνεται ὁ Ὄλυμπος, ἀπὸ τὸ ἄλλο τὰ Καμβούνια. Οἱ Τοῦρκοι κατεῖχαν τὴν νοτίαν ἔξοδον τῶν στενῶν διὰ 15.000 ἀνδρῶν μετὰ 20 πυροβόλων καὶ πολλῶν μυδραλιοβόλων. Εἰς τὴν βορείαν ἔξοδον, Στενὰ Πόρτας, ἔταξαν ἀσθενῆ φρουράν.

Ὁ Διάδοχος Κωνσταντῖνος ἐπεχείρησεν εὐρεῖαν κυκλωτικὴν κίνησιν ἐναντίον τοῦ Σαρανταπόρου. Εἰς τὸ ἄκρον δεξιὸν προήλαυνεν ἡ πέμπτη μεραρχία Μαθιοπούλου διὰ Λαζαράδων κατὰ τοῦ Ἀλιάκμονος. Ἐκ τοῦ ἀριστεροῦ ἡ τετάρτη Μοσχοπούλου ἐβάδιζε πρὸς τὴν Πόρταν διὰ νὰ κτυπήσῃ τοὺς Τούρκους ἀπὸ τὰ νῶτα. Ἡ πρώτη Μανουσογιαννάκη, δευτέρα Καλλάρη, τρίτη Δαμιανοῦ ἐπετίθεντο κατὰ μέτωπον. Ἡ ἕκτη Μηλιώτη-Κομνηνοῦ ἦτο ἐφεδρικὴ τῶν τριῶν. Δύο εὐζωνικὰ τάγματα ὑπὸ τὸν Κωνσταντινόπουλον προσέβαλαν τὴν ἀπότομον θέσιν Λιβάδι διὰ νὰ ἀπειλήσουν ἐκ δεξιῶν τὰ Σέρβια. Ὁ ἀρχιστράτηγος εὑρίσκετο εἰς τὸ Χάνι-Χατζηγώγου ἐπὶ τῆς δημοσίας ὁδοῦ.

Ἐνωρὶς τὸ πρωῒ τῆς 9/22 Ὀκτωβρίου, τὰ ἑλληνικὰ συντάγματα ἐπετέθησαν μεθ’ ὁρμῆς. Ἡ πρώτη ἀληθινὴ μάχη μεταξὺ Ἑλλήνων καὶ Τούρκων διήρκεσεν ὅλην τὴν ἡμέραν. Αἱ μεραρχίαι τοῦ Διαδόχου ἐπροχωροῦσαν ἐνώπιον τῆς λυσσώδους ἀντιστάσεως τοῦ ἐχθροῦ. Ἡ κύκλωσις δὲν ἐξετελέσθη ἐγκαίρως. Ὁ ἀγὼν ἐβάρυνε τὴν μετωπικὴν ἐπίθεσιν, αἱ ἀπώλειαι ἦσαν σημαντικαί. Παρετηρήθη καὶ ἔλλειψις συνοχῆς μεταξὺ τῶν διοικούντων καὶ τῶν μαχομένων τμημάτων [1].

Εἰς τὰς ἕξη τὸ βράδυ, δὲν εἶχε παύσει τὸ πῦρ. Ἀπὸ τὸν Ὄλυμπον κατέβαινε τὸ λυκόφως τῆς ὀκτωβριανῆς ἑσπέρας. Ἀρκετοὶ ἑλληνικοὶ λόχοι ἐμάχοντο διακόσια-τριακόσια μέτρα ἀπὸ τὴν τουρκικὴν γραμμήν. Κατὰ τὰς ἑπτά, τὸ Σαραντάπορον ἐφαίνετο ὡς φλεγόμενον φρούριον. Ψηλὰ ἄστραφταν τὰ κανόνια.

Ἄγρία θύελλα ἐξέσπασε τότε. Ἡ κοιλὰς τοῦ αἱματηροῦ ἀγῶνος ἐβυθίσθη εἰς φρίκην, χειροτέραν ἀπὸ ἐκείνην τῆς μάχης. Ἡ νύκτα ἦλθεν ὡς ὄνειρον τρόμου μετὰ τὸν ἐφιάλτην τῆς ἡμέρας. Πληγωμένοι ἐσύροντο εἰς τὸ λασπωμένο χῶμα. Κανεὶς δὲν ἐπαράστεκε τὴν ἀγωνίαν τῶν νεκρῶν. Οἱ νοσοκόμοι ἔτρεχαν ὡς φαντάσματα. Ὅταν δὲν ἔπεφτεν ἀστροπελέκι, ἀκούοντο στεναγμοί. Καὶ ἡ βροχὴ ἐμαστίγωνεν ἐπίμονα, ἀλύπητα, τὰ πτώματα, τοὺς ἀνθρώπους τὰ ἄλογα τὰ δένδρα…

Τὸ πρωῒ ὁ ἥλιος ἐσηκώθη ἐπάνω ἀπὸ τὸ σιωπηλὸν Σαραντάπορον. Οἱ Τουρκοι ἔφυγαν τὴν νύκτα, ἀντιληφθέντες τὴν κυκλωτικὴν προέλασιν τῆς


  1. Ὁ γράφων παρηκολούθησεν αὐτοπροσώπως τὴν μάχην τοῦ Σαρανταπόρου.