Ἀντιθέτως, ὁ κυριώτερος ἀντιπρόσωπος τῆς ὀλιγαρχίας Γεώργιος Θεοτόκης διατηρεῖ ἐπιφυλάξεις καὶ διαφωνίας. Τὴν σύντομον προσφώνησίν του, τὴν ἀπήγγειλεν εἰς ὕφος πένθιμον. Ἤρχισε μὲ τὰς λέξεις:
«Εἰς ὃ σημεῖον περιέστησαν τὰ πράγματα…»
Ἰδιαιτέρως ὁμιλῶν ὁ Θεοτόκης ὑπῆρξε σαφέστερος:
«Οὐδέποτε, εἶπε, θὰ συνεμάχουν ἐγὼ μὲ τοὺς Βουλγάρους».
Ἀργότερα συναντηθεὶς μετὰ τοῦ συμπολίτου αὐτοῦ Κ. Ζαβιτσιάνου προέδρου τῆς Βουλῆς, συνεπλήρωσεν οὕτω τὴν σκέψιν του:
«Ποτὲ δὲν θὰ ἔκαμνα συμμαχίαν μὲ τοὺς Βουλγάρους, χωρὶς συνθήκην διανομῆς.
Ὁ Ζαβιτσιᾶνος ἀπήντησε:
«Τὸ πιστεύω ἀπὸ σᾶς, κύριε πρόεδρε. Ἀλλ’ ὁ Βενιζέλος τὴν ἔκαμε καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι Βενιζέλος». [1]
Ὁ Γ. Θεοτόκης δὲν θὰ ἐμποδίζετο ἀπὸ μόνην τὴν ἔλλειψιν τῆς συνθήκης διανομῆς. Ἠσπάζετο εὐρὺ πρόγραμμα συνεργασίας μετὰ τῶν Ρουμάνων, Αὐστριακῶν καὶ Γερμανῶν ἐναντίων τοῦ πανσλαυϊσμοῦ. Μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὰ μεγαλοπρεπή του σχέδια ἔκρυβαν ἀπελπιστικὴν ἀδράνειαν καὶ ἔφεραν τοὺς Βουλγάρους μέχρις Ἀλιάκμονος. Ἐνῶ ὁ Βενιζέλος καὶ τὰ ὄπισθεν αὐτοῦ νέα κοινωνικὰ στρώματα δὲν ἀπελιθώνοντο ἀπὸ τὸ φάσμα τοῦ πανσλαυϊσμοῦ ἢ τοῦ παγγερμανισμοῦ. Ἔβλεπαν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ παλαίσῃ. Ἐὰν ἀδρανοῦσε, θὰ ἔσβυνεν, εἴτε Σλάβοι εἶνε Γερμανοὶ ἐπεκράτουν.
Διὰ τοῦτο ἡ παράτονος φωνὴ τοῦ Γ. Θεοτόκη ἐπέρασεν ἀπαρατήρητος. Τὴν ἑσπέραν τῆς 4/17ης Ὀκτωβρίου 1912, ἐπεδόθη τὸ τελεσίγραφον τῶν συμμάχων πρὸς τὴν Πύλην καὶ τὴν ἄλλην ἡμέραν ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος.
Τὸ ἀπόγευμα ὁ βασιλεὺς καὶ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον κατέβησαν εἰς τὸ Φάληρον ἐπὶ τοῦ «Ἀβέρωφ», ὅπου ὁ Παῦλος Κουντουριώτης ὕψωσε τὸ σῆμα τοῦ «Ναυάρχου τοῦ στόλου τοῦ Αἰγαίου».
Κοντὰ εἰς τὰ σιωπηλὰ ἀκόμη τηλεβόλα ὡμίλησαν πρὸς τοὺς ναύτας οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ ἔθνους. Τὸ σύνθημα τῆς νέας γενεάς εἰς τὸν ἀρχίζοντα πόλεμον, τὸ εὑρῆκεν ὁ Βενιζέλος:
«Ἡ πατρὶς δὲν σᾶς ζητεῖ, εἶπε, νὰ ἀποθάνετε μόνον ὑπὲρ αὐτῆς. Ὀφείλετε νὰ νικήσετε!».
Εἰς τὰς 11 τὸ πρωϊ τῆς 5 Ὀκτωβρίου, ὁ ἀρχιστράτηγος ἐτηλεγράφει ἀπὸ τὸν Τύρναβον:
- ↑ Α. Καμπάνη. «Ἡ Ἑλληνικὴ Κρίσις» (1913–1920). Ἐκ συνομιλίας τοῦ Κωνσταντίνου Ζαβιτσιάνου μὲ τὸν γράφοντα. Ὁ στρατηγὸς Β. Δούσμανης, στενώτατα συνεργασθεὶς μετὰ τοῦ Γ. Θεοτόκη, ἀποδοκιμάζει εἰς τὸ βιβλίον του «Ὁ βουλγαρικὸς πόλεμος» τὴν ἰδέαν τῆς βαλκανικῆς συμμαχίας.