Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/121

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
000
Μέρος Δεύτερον. Δημιουργία
103

«Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὅλοι ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν κυβέρνησιν, διότι αὐτὴ φέρει τὴν εὐθύνην».

Τὴν ὥραν ἐκείνην ἐτελείωνεν ἐποχὴ πενῆντα ἐτῶν. Τὸ Ὀγδοῆντα Ἓξ καὶ τὸ Ἐνεννῆντα Ἑπτὰ ἐλιποθυμοῦσαν. Δέκα πέντε ἡμέρας ἔπειτα, τὸ ἀπόγευμα μιᾶς ἀξέχαστης Κυριακῆς φθινοπώρου, ἐμπρὸς εἰς δάκρυα γερόντων καὶ χαμόγελα παιδιῶν, Γεώργιος ὁ πρῶτος ἀπεθεώνετο ἀπὸ τὴν ἐλευθέραν Κοζάνην. ᾘσθάνθη ὅτι ἄλλαζαν ὅλα. Καὶ ὁ ἑαυτός του.


Ὁ πόλεμος ἤρχετο. Ἀπὸ τὸν Αἷμον ὑψώνετο ἀπειλὴ σιδήρου. Ἡ Ἑλλὰς εἶχε μεταμορφωθῆ εἰς ἀπέραντον στρατιωτικὸν συνεργεῖον. Οἱ δύο ἀρχηγοὶ τῶν πολεμικῶν ὑπουργείων, Βενιζέλος καὶ Στράτος, νέοι, ὀξεῖς, ἐπινοητικοί, εἶχαν ἀναπτύξει ἀκάματον δραστηριότητα πρὸς ἐξοπλισμὸν τοῦ κράτους. Οἱ σύμμαχοι ἤθελαν πρὸ πάντων ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας τὴν ἐξασφάλισιν τῆς κυριαρχίας ἐπὶ τοῦ Αἰγαίου. Δι’ αὐτὸ αἱ τελευταῖαι πρὸ τοῦ πολέμου ἑβδομάδες ἀφιερώθησαν κυρίως εἰς τὸ ναυτικόν.

Ὅταν ἀνέλαβαν τὴν ἀρχὴν οἱ φιλελεύθεροι, ἑλληνικὸς στόλος σχεδὸν δὲν ὑπῆρχε. Τὰ τρία θωρηκτὰ τύπου «Ψαρῶν» ἦσαν σκάφη μικρὰ καὶ παλαιά. Ἀξιόμαχος ἦτο ὁ στολίσκος τῶν ἀντιτορπολικῶν ἀπὸ ὀκτὼ νέας μονάδας «Θυέλλης» καὶ «Νίκης». Πέντε μικρὰ τορπιλοβόλα ἡλικίας 24 ἐτῶν, πέντε παμπάλαιαι κανονιοφόροι καὶ τέσσαρες ἀτμοδρόμονες, ἐκρατοῦντο εἰς τὴν ἐνέργειαν, διότι καὶ ἡ Τουρκία διετήρει ἐπίσης ἀρχαῖα πλοῖα. Εὑρίσκοντο εὐτυχῶς ὑπὸ κατασκευὴν τὸ καταδρομικὸν «Γεώργιος Ἀβέρωφ» καὶ τὸ ὑποβρύχιον «Δελφίν».

Ἡ κυβέρνησις Βενιζέλου ἐπλήρωσε τὰς δόσεις τῶν δύο ναυπηγουμένων πολεμικῶν καὶ τὰ παρέλαβε. Ἐφωδίασε τὸν στόλον μὲ τορπίλλας καὶ πυρομαχικά. Προσέθεσε δύο ἀντιτορπιλλικὰ τύπου «Νέας Γενεᾶς». Τέλος τὰς παραμονὰς τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἠγόρασεν ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν τέσσαρα ἀνιχνευτικά, τὸν «Λέονταν», «Ἀετόν», «Ἰέρακα», «Πάνθηρα». Σκάφη ταχύτατα καὶ ἰσχυρά, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ὑπεροπλία ἔκλινε πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου.

Ἀλλ’ ἀπόλυτος ὑπεροχὴ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας δὲν ὑπῆρχε. Πρὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, ὁ πρωθυπουργὸς Βενιζέλος ἐζήτησε νὰ βεβαιωθῇ ἐὰν ἐχρειάζετο νέα ἐνίσχυσις τοῦ ναυτικοῦ. Ἐν συνεδριάσει τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐκάλεσε πρὸς γνωμάτευσιν τὸν ἀρχηγὸν τῆς μοίρας τῶν θωρηκτῶν Παῦλον Κουντουριώτην καὶ ἄλλους ἀνωτάτους ἀξιωματικοὺς τοῦ στόλου. Ὁ Βενιζέλος ἔθεσε τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα:

«Εἶνε εἰς θέσιν ὁ στόλος νὰ προστατεύσῃ τὰς θαλασσίας συγκοινωνίας καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν κινητοποίησιν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς;»

Ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ ἔκριναν ἀπαραίτητον τὴν προσθήκην καὶ νέων πολεμικῶν διὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἀντιμετώπισιν τῶν Τούρκων. Μόνος ὁ Παῦλος