Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Η Ελλάς του 1910–1920 - τ.1 (1931).pdf/109

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
00
Μέρος Δεύτερον. Δημιουργία
93

αἰφνιδίως πρὸ τῆς σερβοβουλγαρικῆς συμμαχίας καὶ ὅτι ὁ Βενιζέλος, σπεύδων, ἔλαβε μέρος εἰς αὐτὴν ὅπως-ὅπως.

Μετὰ τὴν ἐπίσημον παρὰ τοῦ Δ. Πανᾶ πληροφόρησιν τοῦ γεγονότος, ὁ νέος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος Α. Κορομηλᾶς τοῦ ἔστειλεν ὁδηγίας νὰ ἐπαναλάβῃ τακτικὴν διαπραγμάτευσιν μὲ τὸν πρωθυπουργὸν Γκέσωφ. Ὁ τελευταῖος ἐζήτησε σχέδιον συνθήκης. Ὁ Κορομηλᾶς τὸ συνέταξε μαζὶ μὲ τὸν Βενιζέλον καὶ τὸ διεβίβασε. Τὸ συνώδευε μὲ μακρὰν ἐπιστολήν. Εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξις τῆς ἑλληνοβουλγαρικῆς συμμαχίας. Τὸ ἔγγραφον ἀποτελεῖ μίαν ἀπὸ τὰς κρισιμωτέρας στροφὰς τῆς νεοελληνικῆς ἱστορίας. Ἡ Ἑλλὰς ἄφηνεν ἀποφασιστικὰ μίαν μακροχρόνιον παράδοσιν διὰ νὰ ριφθῇ μὲ θάρρος εἰς τοὺς νέους δρόμους τῆς βαλκανικῆς πραγματικότητος. Ὁ πρόλογος τοῦ κειμένου ἔχει οὕτω:

«Ἀθῆναι 7/20 Ἀπριλίου 1912. Ἀριθμὸς 25. Πρὸς τὸν κ. Δ. Πανᾶν κλπ., Σόφιαν. Κύριε πρεσβευτά. Ἐπὶ τῇ πρὸς ὑμᾶς δηλωθείσῃ ἐπιθυμίᾳ τοῦ προέδρου τῆς βουλγαρικῆς κυβερνήσεως, καθ’ ἃ ἀναφέρετε διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 239 ἐνεστῶτος ἔτους ὑμετέρας ἐκθέσεως καὶ τῶν σχετικῶν ἡμῶν τηλεγραφημάτων, ἀποστέλλω ὑμῖν συνημμένως τὸ σχέδιον συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας συνοψίζον ἐπὶ τῶν κατ’ ἀρχὴν ἀμφοτέρωθεν γενομένων δεκτῶν ὅρων, τὰς ἀνταλλαγείσας σκέψεις περὶ καταρτισμοῦ ἀμυντικῆς συμμαχίας μεταξὺ τῶν δύο κρατῶν».

Αἱ συνεννοήσεις προσέκοπταν εἰς τὸ ἴδιον πάντοτε ἐμπόδιον: Οἱ Βούλγαροι ἐζήτουν τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας. Ἡ Ἑλλὰς ἤθελε νὰ καθορισθοῦν ζῶναι ἐπιρροῶν καὶ ἐνδεχομένως ἡ διανομή. Ὁ Βενιζέλος εἶδεν ὅτι ἡ συμφωνία θὰ ἐματαιώνετο ἂν δὲν ἐξεύρισκε μέσην λύσιν. Τὴν 8ην καὶ τὴν 9ην Ἀπριλίου ἔφερε τὸ ζήτημα εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον. Ὁ Κορομηλᾶς ἀνέγνωσε τὸ σχέδιον τῆς συμμαχίας. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης Δημητρακόπουλος ἠρώτησε:

«Θὰ καθορισθοῦν τελικῶς ζῶναι ἐπιρροῶν;»

Ὁ Βενιζέλος ἐπενέβη. Εἶχεν εὑρῆ τὴν λύσιν. Θὰ ἐπρότεινεν εἰς τοὺς Βουλγάρους νὰ μὴ γίνῃ λόγος περὶ διανομής. Ἀπέρριπτε τὴν αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας, χωρὶς νὰ διακόψῃ τὴν συννενόησιν. Ἡ τύχη τῆς Μακεδονίας θὰ ἐκρίνετο ὑπὸ τῶν ὅπλων:

«Οἱ Βούλγαροι λησμονοῦν, εἶπεν ὁ Βενιζέλος, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς στρατὸς εἶναι ἀξιόμαχος. Θὰ καταλάβῃ ἐγκαίρως τὰ ἐδάφη τῶν ἀμέσων ἐν Μακεδονίᾳ ἐθνικῶν μας διεκδικήσεων. Αἱ μέλλουσαι κατὰ τῆς Τουρκίας ἐπιχειρήσεις θὰ ἔχουν πιθανώτατα τὴν ἑξῆς μορφήν: Οἱ Βούλγαροι θὰ στρέψουν τὰς δυνάμεις των πρὸς τὴν Ἀδριανούπολιν καὶ τὸν Ἕβρον. Οἱ Σέρβοι θὰ διευθυνθοῦν εἰς τὰ Σκόπια. Ἡμεῖς θὰ βαδίσωμεν κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῶν Σερρῶν. Θὰ εὑρεθῶμεν ἐκεῖ ἐγκαίρως. Ἡ διανομὴ θὰ γίνῃ κατόπιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς».

Τὸ σχέδιον τῆς συμμαχίας δὲν ἔκαμνε λόγον περὶ τοῦ κρητικοῦ ζητήματος. Τοὐναντίον οἱ Βούλγαροι καθώρισαν ὅτι ἡ Κρήτη θὰ ἠδύνατο νὰ