στρατιωτικὴν ἀδυναμίαν τοῦ τόπου. Ἐξ ἴσου ὅμως πρὸς αὐτὴν συνετέλει ὁ βυζαντινισμός, ὄχι πλέον ὡς πνευματικὴ παράδοσις ἀλλ’ ὡς ἀφετηρία συγχρόνου πολιτικῆς. Τὸ ἄθροισμα τῶν πολιτικῶν τῆς Ἑλλάδος εἶχε σταματήσει εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ Νικηφόρου τοῦ Φωκᾶ. Τὸ οἰκουμενικὸν πατριαρχεῖον δὲν διέσωζεν ἁπλῶς τὴν κληρονομίαν τοῦ γένους. Ἐνέπνεε σημαντικὰ τὴν διπλωματίαν τοῦ ἐλευθέρου βασιλείου. Ὅμοιος μὲ ὑποθηκοφύλακα, ὁ Ἑλληνισμὸς διετήρει ἐγγεγραμμένην προσημείωσιν ἐπάνω εἰς ὅλην τὴν Βαλκανικὴν Χερσόνησον. Ἡ ἱστορία του ἦτο τίτλος καὶ ὅπλον μαζί.
Ἀλλ’ ἐνῶ οἱ Ἕλληνες ἐκράτουν σφικτὰ τὰς περγαμηνὰς τῶν «ἀπαραγράπτων δικαίων», ἡ ἐθνολογικὴ σύστασις τοῦ Αἵμου μετεβάλλετο ραγδαίως. Οἱ Σέρβοι κατέβαιναν εἰς τὸ Μοναστήρι, οἱ Βούλγαροι διεκδικούσαν τὸν Ἀλιάκμονα, οἱ Ἀλβανοὶ ἔσφιγγαν τὰ Γιάννενα. Αἱ εὐκαιρίαι διέφευγαν ἀπὸ τὰ χέρια τῆς Ἑλλάδος. Ἀρχηγὸς πολιτικοῦ κόμματος ἐπέκρινε τὴν συνεννόησιν μὲ τὴν Σερβίαν ἕνεκα τῆς ἀμφισβητουμένης πεδιάδος τοῦ Κοσσυφοπεδίου. Εἰς τὴν πραγματικότητα ἡ Ἑλλὰς κατήντησε σημεῖον νεκρὸν τῆς πολιτικῆς τῶν Βαλκανίων. Τὸν Ἰούλιον τοῦ 1909, ὁ Βούλγαρος πρέσβυς Ἀθηνῶν ἠρώτα τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν Γ. Χρηστάκη-Ζωγράφον ἂν ἡ Ἑλλὰς ἐπεθύμει νὰ συνεργασθῇ μὲ τὴν Βουλγαρίαν πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Μακεδονίας.
νίαν. Ἐπίσημα ὅμως διαβήματα δεν ἔγιναν ἕνεκα τῶν ἀντιρρήσεων τοῦ Βασιλέως Γεωργίου καὶ διαφωνίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Ρωμάνου. Ὑπὸ τὴν ἔμπνευσιν τῆς Γερμανίας καὶ μὲ ἀντιρωσικὴν κατεύθυνσιν ὁ Γ. Θεοτόκης ἐπεδίωξε νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὴν Τουρκίαν καὶ Ρουμανίαν περὶ τὰ τέλη του 1908. Εἶχε τὴν συναίνεσιν τῶν ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως Δ. Ράλλη, Κ. Π. Μαυρομιχάλη, Στ. Δραγούμη, Στ. Σκουλούδη. Κατηρτίσθη μεγαλοφάνταστον σχέδιον ἀνατολικῆς ὁμοσπονδίας καὶ τελωνειακῆς ἑνώσεως τῶν τριῶν κρατῶν. Εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν οἱ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι Καζανόβας, Σκαλιέρης, Θεοχαρίδης, ὑπέγραψαν ἀνεπίσημον πρωτόκολλον μὲ τοὺς φιλελευθέρους καὶ Νεοτούρκους. Μόλις οἱ τελευταῖοι κατέλαβον τὴν ἀρχὴν ἐματαίωσαν κάθε διαπραγμάτευσιν.
Ἡ ἀδιάλλακτος νεοτουρκικὴ πολιτικὴ ἐγέννησεν αὐτόματον ἑλληνοβουλγαρικὴν προσέγγισιν. Τὴν ἤρχισαν ὁ πατριάρχης Ἰωακεὶμ καὶ ὁ Βούλγαρος ἔξαρχος. Ὁ Α. Νικολαΐδης, ἐλθὼν ἐπὶ τούτῳ εἰς Ἀθήνας κατέστησεν ἐνήμερον τὴν κυβέρνησιν Δραγούμη. Τὴν 10ην Αὐγούστου 1910 κατηρτίσθη σχέδιον ἑλληνοβουλγαρικῆς συμμαχίας. Τὸ ἔκτον ἄρθρον της ἐπρόβλεπε ταὐτόχρονον κήρυξιν πολέμου τῶν δύο κρατῶν ἐναντίον τῆς Τουρκίας. Ἡ τελικὴ συμφωνία ἐματαιώθη ἕνεκα τῆς στρατιωτικῆς ἀνεπαρκείας τῆς Ἑλλάδος. Συνετέλεσεν ἐν τούτοις καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν Δ. Καλλέργης, διότι ἀνέμιξεν εἰς τὴν πολιτικὴν διαπραγμάτευσιν τὸ ζήτημα τοῦ σχίσματος. Ὁ πρεσβευτὴς Σόφιας Πανᾶς ὑπέδειξεν ἐγκαίρως τὸν ἐκ τῆς τοιαύτης τακτικῆς κίνδυνον.
Πηγαί: Ἀρχεῖα ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλληλογραφία Ἀργυροπούλου, Σκουζέ, Δηλιγιάννη, Δεκέμβριος 1896–Ἀπρίλιος 1897, ἰδίως τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 532, 735 και 2288 ἔγγραφα: Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 15 τῆς 4/17 Ἰανουαρίου ἔκθεσις τοῦ Α. Καραπάνου. Φάκελλος διαπραγματεύσεων Θεοτόκη καὶ Σαμπαρεδίν, Ἰσμαὴλ Συκή Σαδήκ. Ἀλληλογραφία κυβερνήσεων Ἀθηνῶν-Σόφιας, πρὸ πάντων τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1918 κεφαλαιῶδες ὑπόμνημα τοῦ Δ. Καλλέργη. Πλὴν τῶν ξένων συγγραμμάτων μελέται τῶν Ἑλλήνων Σ. Λάσκαρη, Ι. Κορδάτου κλπ.].