Ἐπὶ ὁλόκληρον αἰῶνα ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τῆς Εὐρώπης διηυθύνετο ὑπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν συμμαχιῶν. Τὰς ἔκαμεν ἀπαραιτήτους ἡ ἐμφάνισις τῆς γαλλικῆς ἐπαναστάσεως καὶ τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος. Διὰ τῆς «ἱερᾶς συμμαχίας» ἔγιναν ἀληθὲς σύστημα δημοσίου εὐρωπαϊκοῦ δικαίου.
Κατὰ τὸ αὐτὸ διάστημα, ἡ Ἑλλὰς ἐζοῦσεν εἰς «λαμπρὰν ἀπομόνωσιν», χωρὶς νὰ εἶναι βέβαια Μεγάλη Βρεττανία.
Πλὴν τῶν ἄλλων, ἡ αἰτία πρέπει νὰ ζητηθῇ εἰς τὴν ἀθεράπευτον
- ↑ [Μέχρι τοῦ 1912 ἡ Ἑλλὰς ἐφρόντισεν ἐκ διαλειμμάτων καὶ ἄνευ ἑνιαίου προγράμματος, νὰ συνεννοηθῇ μὲ τοὺς χριστιανικοὺς λαοὺς τοῦ Αἴμου. Ἐκ τῶν ἄνευ ἀποτελέσματος προσπαθειῶν της ἐκείνων αἱ σπουδαιότεραι εἶναι αἱ ἑξῆς:
Ὁ Ρήγας Φεραίος ἐζήτησε κοινὴν ἐνέργειαν Ἑλλήνων καὶ Σλαύων κατὰ τῆς Τουρκίας.
Τὰς παραμονὰς τοῦ εἰκοσιένα ὁ Ἀλέξανδρος Ὑψηλάντης ἔκλεισε συμμαχίαν μετὰ τοῦ Σέρβου ἀρχηγοῦ Μιλὸς Ὀβρένοβιτς.
Τὴν 16ην Φεβρουαρίου 1868 Ὑπεγράφη εἰς Ἀθήνας τακτικὴ συνθήκη συμμαχίας τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου, μὲ τὴν σερβικὴν ἡγεμονίαν. Ἀλλ’ ὁ πρωθυπουργὸς Κουμουνδοῦρος τὴν ἠκύρωσε ἕνεκα τῆς δολοφονίας τοῦ Σέρβου ἡγεμόνος Μιχαὴλ Ὀβρένοβιτς.
Κατόπιν τῆς οἰκτρᾶς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1886, ὁ Χαρίλαος Τρικούπης ἀπεπειράθη νὰ συμμαχήσῃ μὲ τοὺς Σέρβους καὶ Βουλγάρους. Τὸ 1891 ἐπεσκέφθη τὰς δύο πρωτευούσας. Εἰς τὴν Σόφιαν ὁ πρωθυπουργὸς Σταμπούλωφ κατεπρόδωσε τὸν Ελληνα συνάδελφόν του πρὸς τὴν Τουρκίαν. Κατὰ τὴν δευτέραν συνάντησίν του, εἶχε κρύψῃ ὠτακουστοῦντα ὄπισθεν παραπετάσματος τὸν Τοῦρκον διπλωματικόν πράκτορα.
Πρὸ τοῦ πολέμου τοῦ 1897, ὁ πρόεδρος Δελιγιάννης, ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλγαρίας. Ἔγιναν τακτικαὶ διαπραγματεύσεις ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1896 ἕως τὴν ἄνοιξιν τοῦ ἐνενῆντα ἑπτά. Ἡ Ἑλλὰς ἀνεγνώριζε τὴν ἔξοδον τῆς Βουλγαρίας εἰς τὸ Αἰγαῖον καὶ ὅριον ἐπιρροῆς εἰς τὸν Στρυμόνα. Ὁ Γάλλος πράκτωρ Πετιβίλ βεβαιώνει ὅτι, ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς Ρωσσίας, ὁ Δηλιγιάννης θὰ ἐδέχετο καὶ αὐτονόμησιν τῆς Μακεδονίας. Ὁ πόλεμος ἦτο ἐπὶ θύραις. Ἡ Βουλγαρία ὀπισθοδρόμησε. Τὴν 30ην Μαρτίου 1897 ὁ Ἕλλην ἐπιτετραμμένος Ἀργυρόπουλος ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν Σκουζέν:
«Ἐπανέλαβα εἰς τὸν πρωθυπουργὸν τὴν ἀνάγκην τῆς ἑλληνοσερβικῆς συνεργασίας. Ὁ Στοΐλωφ μοῦ ἀπήντησεν: «Εἶναι πολὺ ἀργὰ πλέον».
Τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1907, ὁ ἡγεμὼν Φερδινάνδος ἔλεγεν εἰς τὸν ἐπιτετραμμένον τῆς Ἑλλάδος Α. Καραπᾶνον: «Δὲν ἀπώλεσα τὴν ἐλπίδα τῆς συνεννοήσεως με τὴν Ἑλλάδας. Ὁ Γάλλος Ἀλιζὲ προσεφέρθη ὡς μεσάζων. Ὁ Καραπᾶνος διέκοψε τὰς συζητήσεις εἰπών: «Οἱ Βούλγαροι δὲν ἔχουν εἰλικρινή διάθεσιν συμπράξεως». Ἀπὸ τὸ 1900 ὁ Γεώργιος Θεοτόκης ἐξεδήλωσε τάσεις προσεγγίσεως μὲ τὴν Γερμα-