Σελίδα:Διονύσου πλους.djvu/7

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
—7—

Τ’ ἀπαλὰ χείλη της, καλὰ
ὡς κάλυξ ἀνεμώνης,
μικρὸν προεῖχον τρυφηλὰ,
καὶ ὅτ’ ἐγέλων, πῶς γελᾷ
ὁ οὐρανὸς ἐφρόνεις.

Τότε δ’ ὡς ἔκειτο ἐκεῖ,
διέστειλε τὰ χείλη,
κ’ ἐξῆλθον τόνοι μουσικοὶ,
καὶ μειδιάσασα γλυκὺ,
ἡ νεανὶς ὡμίλει.

—»Ὅταν σε βλέπω, δειλιῶν
τὸ σῶμά μου πῶς τρέμει;
Εἶσαι ἀνώτερόν τι ὄν;
Ἄν ἄνθρωπον ἢ ἂν Θεὸν
ἀκολουθῶ, εἰπέ μοι.

»Εἰς σὲ προσπλέκει ἡ Κλωθὼ
τοῦ βίου μου τὸ νῆμα.
Σὲ μόνον, μόνον σὲ ποθῶ,
καὶ ὡς δεσμί’ ἀκολουθῶ
τό προσφιλές σου βῆμα.

»Πλανῶμαι ὅπου μὲ πλανᾷς,
μετὰ πνοῶν ἀνέμων,
εἰς κορυφὰς, εἰς σκοτεινὰς
κοιλάδας, εἰς λῃστῶν σκηνάς·
κατόπιν σου εὐδαίμων!