Σελίδα:Διονύσου πλους.djvu/6

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
— 6 —

Ποία ἐντέλεια! Εἰκὼν
ἐφαίνετο μαρμάρου,
θαῦμα τῆς τέχνης γλυπτικόν.
Ἀλλ’ ὡς αὐτὴ δὲν ἦν λευκὸν
τὸ μάρμαρον τῆς Πάρου.

Τῶν δροσερῶν της παρειῶν
ὡμοίαζον τὰ κάλλη
τὸ ῥόδον τὸ ἐρυθριῶν,
ὅταν στιβάζηται χιὼν,
κ’ εἰς τὴν χιόνα θάλλῃ.

Ἐπὶ τοὺς ὤμους της χυτὴ
κατέῤῥεεν ἡ κόμη·
ὡς ἡ σελήνη δ’ ὀρατὴ
εἰς χρυσᾶ νέφη, ἐν αὐτῇ
ὑπέλαμπον οἱ ὦμοι.

Πλούσιαι πόρπαι πρὸς στολὴν
διάλιθοι συνεῖχον
τῆς κόρης τὴν ἀναβολὴν,
κ’ εἰς τὴν χρυσῆν της κεφαλὴν
τὸν πλοῦτον τῶν βοστρύχων.

Οἱ εὔγλωττοί της ὀφθαλμοὶ
ὅταν χαρὰν ἐδὴλουν,
ἀπήντων καρδιῶν παλμοὶ,
καὶ ἦσαν ἔρωτος ψαλμοὶ
ἐκεῖνα ποῦ ὡμίλουν.