Σελίδα:Διηγήματα (Αξιώτης).pdf/136

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτή η σελίδα έχει εγκριθεί.
— 130 —

Μετὰ σύντομον ὅλως διάλειμμα, ἀνεφάνη ἐκ νέου τὸ συννεφάκι καὶ ἡ στενοχωρία τοῦ συζύγου, ὀλίγον δὲ κατόπιν — μετὰ δίωρον ἢ τρίωρον ἀπουσίαν του — αἱ αὐταὶ διαχύσεις, αἱ ἴδιαι τρυφερότητες πρὸς τὴν σύζυγον. Θὰ ἔλεγέ τις, ὅτι αἱ ἀπουσίαι αὐταὶ ἔδιδον εἰς τὸν χλιαρὸν καὶ χαλαρὸν Ἡρακλῆ δυνάμεις νέας, εὐθυμίαν, σφρῖγος· ὅτι ἦσαν ὡσὰν μία κολυμβήθρα ἀναγεννήσεως. Ὁποία ταπείνωσις διὰ τὴν νεαρὰν γυναῖκα, ἥτις ἐδικαιοῦτο νὰ φρονῇ, ὅτι μακράν της ὁ σύζυγος θὰ ἔπασχε, θὰ ἦτο δυστυχής, ὡς τὴν εἶχε βεβαιώσῃ ἄλλοτε.

— Ποῦ ἤσουν, ἀγαπητέ, τρεῖς ὥρας τώρα; δὲν μ’ ἐσυνείθισες εἰς αὐτὰς τὰς ἀπουσίας.

— Μὴν ἐξετάζῃς, φιλτάτη· φίλοι παλαιοί, ὑποχρεώσεις· ἀπήντα ἐκεῖνος μέ τινα στενοχωρίαν.

Ἀκουσίως της ἡ νεαρὰ γυνὴ ἐνθυμήθη πάλιν τὸν Ὁθέλλον καὶ τὴν ῥῆσίν του· πραγματικαὶ δὲ τώρα ὑπόνοιαι, ὑφέρπουσαι εἰς τὸν ἐγκέφαλον, σιγὰ καὶ κατ’ ὀλίγον εἰς τὰς ἀρχάς, ὁρμητικώτεραι δὲ βαθμηδόν, τὴν ἐβασάνιζον. — Νὰ μ’ ἀπατᾷ, ἆραγε; εἶνε δυνατόν; αὐτός, ὁ τόσον ἐρωτευμένος πρὸ ὀλίγου ἀκόμη, ὁ τόσον ἀφωσιωμένος; Ἀλλὰ πάλιν, τί σημαίνουν αἰ ἀπουσίαι αὐταὶ καὶ ἡ εὐθυμία του ὅταν ἐπιστρέψῃ, ἡ ὁποία ὅμως εἶνε τόσον σύντομος καὶ παροδική; ὦ! ἂν μ’ ἀπατᾷ… Καὶ ἐρυθρίασεν ἀπὸ ἐντροπὴν καὶ ἀπὸ θυμὸν τὸ ἁβρὸν πλάσμα, τὸ ὁποῖον, ἐν τῆ φιλαυτίᾳ του, ἐπίστευσεν ὅτι ἡ εὐτυχία του θὰ ἦτο ἀκλόνητος!

Ἀλλὰ τῆς ἤρχοντο καὶ παραφοραί. — Ὄχι; ἐφώναζε· δὲν θὰ ὑποχωρήσω ἀμαχητεὶ θὰ τὸν συλλάβω ἐπ’ αὐτοφώρῳ, θὰ τὸν ἐξουδενώσω, θὰ τὸν συντρίψω καὶ ἂς συντριβῶ κ’ ἐγὼ κατόπιν.

Καὶ τον παρετήρει καὶ τὸν κατεσκόπευε μὲ μίαν τέχνην, μὲ μίαν λεπτότητα, ἥτις θὰ ἐτίμα καὶ τὸν καλλίτερον ἠθοποιόν.