μοῦ ἐφάνη αὐτὸ τὸ σπίτι νὰ ἑτοιμάζετο γιὰ γάμο· κάθε ἄλλο. Τὰ πρόσωπα ποὺ παρουσιάζοντο στὸ διάδρομο δὲν ἐφαίνοντο νὰ ἦσαν προσκαλεσμένοι σὲ χαρά. Μιὰ μαυροφόρα μὲ μάτια κόκκινα μοῦ δείχνει: «Ἀπ’ ἐδῶ, παιδί μου». Καὶ μὲ ὁδηγεῖ εἰς ἕνα δωμάτιον, ὅπου ἀντὶ γαμβροῦ εὑρίσκω ἕνα πεθαμένον φαρδὺ πλατύ. Κυττάζω μὲ ἀπορία τὴ μαυροφόρα καὶ τοὺς ἄλλους ποῦ ἦσαν ἐκεῖ καὶ τοὺς λέγω:
— Ποιὸν θὰ ξυρίσω;
Μοῦ δείχνουν τὸν νεκρόν.
— Τὸν πεθαμένο!
— Εἶνε συνήθεια, μοῦ λέγει ἡ μαυροφόρα καὶ ἀρχίζει τὸ κλάμα.
Ἐὰν δὲν ἔκλεγαν, θὰ νόμιζα ὅτι παίζουν μὲ τὸν πεθαμένο. Ἀλλ’ ἦτο ἀδύνατον ἐγὼ νὰ ξυρίσω πεθαμένον. Ἐγύρισα στὸ μαγαζὶ ἀγανακτισμένος· ἀλλ’ ὁ μάστορης μἔστειλε πίσω.
— Τί μπαρμπέρης εἶσαι σύ; μοῦ εἶπε. Τὸ ξύρισμα τῶν πεθαμένων εἶνε τῆς δουλειάς μας. Κἐγὼ ἔχω ξυρίσει πεθαμένο καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι κουρεῖς.
Ἀφοῦ ἦτο τῆς τέχνης, τί νὰ κάμω; ἐπῆγα κἐξύρισα τὸν πεθαμένο. Ἀλλ’ ἔτρεμαν τὰ χέρια μου τόσον, ποῦ τὸν παρεμόρφωσα τὸ μακαρίτη. Ἐκόπηκα δὲ καὶ ὁ ἴδιος κἔπαθα σηψαιμία, ποῦ κινδύνευσα νὰ πεθάνω. Τὸ νεκρὸ αἷμα μπῆκε στὸ αἷμά μου.
Ὅταν ἐτελείωσα ὅπως ὅπως τὸ φρικτὸ κεῖνο ξύρισμα, ἤμουν τόσο σαστισμένος ποῦ εἶπα στον πεθαμένο:
— Μὲ τὶς ὑγεῖες σας!
Καὶ ἔφυγα τρέχοντας ὡς νὰ μ’ ἐκυνηγοῦσαν.
Τόσον δὲ τὸν εἶχε ταράξει ἡ ἀνάμνησις ἐκείνη, ὥστε μὲ τὴν τελευταίαν λέξιν μοῦ ἔκαμε μίαν βαθεῖαν ἐγκοπὴν καὶ τὸ αἷμα ἐσχημάτισε μικρὸν καταρράκτην εἰς τὸ μάγουλόν μου.