Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/68

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
64
Ὁ Μαῦρος Γάτος

— Μπαμπάκα, μία κατσίκα μὲ τὰ κατσικάκια της!

Καὶ ἐστάθη γοητευμένος, μὲ τὰς χεῖρας ἐπὶ τῶν μηρῶν.

— Τρέξε νὰ παίξετε μαζῆ, τοῦ ἐφώναξεν ὁ πατήρ του μειδιῶν.

Ὁ Φαίδων ἔτρεξεν, ἀλλ’ ὅταν ἐπλησίαζε καὶ εἶδεν ὅτι ἡ αἶγα ὕψωνε πρὸς αὐτὸν τὰ ἐλαιώδη της μάτια καὶ ἔλαβε στάσιν κάπως ἀπειλητικήν, τὸ βῆμά του ἔγεινε διστακτικόν. Ἡ αἶγα ὅμως, ἀφοῦ ἐπὶ μικρὸν τὸν παρετήρησεν, ἐτράπη εἰς φυγὴν μὲ τὰ τέκνα της καὶ ὁ Φαίδων ἠκολούθησε τρέχων, ἐνῷ ὁ Λαμιρᾶς τοῦ ἐφώναζε:

— Πρόσεξε μην πέσῃς.

Τὴν ὥραν ἐκείνην ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ πευκάκια τὰ παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν νέος τριάκοντα περίπου ἐτῶν, ὠχρὸς καὶ καταβεβλημένος, ὡς νὰ εἶχε σηκωθῆ ἀπὸ μακρὰν ἀσθένειαν, ἀλλόκοτος τὸ ἦθος. Καὶ ἐνῷ ὁ Λαμιρᾶς ἀνέβαινε διὰ τῆς ἀτραποῦ πρὸς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, πέραν τοῦ ὁποίου εἶχε προχωρήσει ὁ υἱός του, ὁ νέος ἐκεῖνος ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν διεύθυνσιν. Ἦτο δὲ τόσον τεταραγμένος, ὥστε ἐμονολόγει προφέρων φράσεις διακεκομμένας.

Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ δρομίσκου καὶ εἶδεν εἰς μικρὰν ἀπόστασιν τὸν Λαμιρᾶν, τοῦ ὁποίου ἐφαίνοντο οἱ ὦμοι καὶ ἡ κεφαλή, ἐξήφθη φοβερά, εξήγαγε πολύκροτον καὶ σπεύδων πρὸς τὸν πατέρα τοῦ Φαίδωνος, εἶπε μὲ φωνὴν τρέμουσαν:

— Ἀνθρωπόμορφε σατανᾶ, ἕως πότε θὰ μὲ καταδιώκης; Ἀλλὰ δὲν θ’ ἀποθάνω εἰς τὸ φρενοκομεῖον, θ’ ἀποθάνωμεν ἐδῶ μαζῆ!

Ὁ Λαμιρᾶς στραφεὶς ἀνεγνώρισε τὸν Παῦλον, ἐπερχόμενον καὶ ἕτοιμον νὰ πυροβολήσῃ κατ’ αὐτοῦ… Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Παῦλος ἦτο ἕτοιμος νὰ πιέσῃ τὴν σκανδάλην, ἔκαμε κίνημα ἐκπλήξεως. Οἱ ἐξηγριωμένοι ὀφθαλμοί του πλατύνθησαν περισσότερον καὶ ὁ τεταμένος βραχίων του χαλαρώνη. Μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Λαμιρᾶ εὑρίσκετο ὁ Φαίδων, μὲ στάσιν ἐκπλήξεως καὶ δέους, συμμαζευόμενος πλησίον τοῦ πατρός του, τοῦ ὁποίου τὸ ἔνδυμα ἐκράτει. Ὁ Παῦλος τὸν ἀνεγνώρισε καὶ ἡ συννεφωμένη μορφή του αἰθρίασε, τὸ ἄγριόν του βλέμμα ἐπραΰνθη.

— Ὁ Φαίδων! ἐψιθύρισε. Πῶς ἐμεγάλωσε!