Ὁ Ἀλκιβιάδης ἤνοιξε τὴν θύραν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ προχωρήσῃ· τόσον ἦτο μολυσμένη ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ δωματίου.
— Ἔλα μέσα, ἔλα μέσα καὶ κλεῖσε, τοῦ ἐφώναξεν ἐπειγόντως καὶ ἀνησύχως ὁ Παῦλος ἐκ τῆς κλίνης του, ὅπου εἶχε χωθῆ καὶ σκεπασθῆ.
— Νὰ κλείσω;… Ἀδύνατον! εἶπεν ὁ Ἀλκιβιάδης ἐκ τῆς θύρας καὶ ἀπέστρεφε τὸ πρόσωπον. Πῶς ζῇς αὐτοῦ μέσα; Δὲν αἰσθάνεσαι ὅτι ὁ ἀέρας εἶνε μολυσμένος;
— Ἔλα γλήγορα ἢ θὰ σηκωθῶ νὰ κλείσω.
Ὁ Ἀλκιβιάδης, ἀφοῦ ἀφῆκεν ἐπί τινα λεπτὰ ἀνοικτὴν τὴν θύραν καὶ ἀνενεώθη κάπως ὁ ἀέρας τοῦ δωματίου, εἰσῆλθε.
— Κλεῖσε, κλεῖσε! τοῦ ἐφώναζεν ὁ Παῦλος μὲ ἀνησυχίαν.
Ὁ Ἀλκιβιάδης ὤθησε τὴν θύραν:
— Μὰ δὲν μοῦ λὲς τί σοῦ ἦρθε; Ἀπεφάσισες νὰ πεθάνῃς ἐδῶ μέσα; Γιατί εἶσαι κατάκλειστος; Τί θέλουν αὐτὰ τὰ μπαοῦλα πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα; Μέρα μεσημέρι εἶσαι κατάκλειστος καὶ κρεββατωμένος! Εἶσαι ἄρρωστος;
Ἀντὶ ἀπαντήσεως ὁ Παῦλος ἔθηκε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν χειλέων του καὶ ἐψιθύρισεν ἐπανειλημμένως: σούτ!
Ὁ Ἀλκιβιάδης ἤρχισε νὰ καταλαμβάνεται ὑπὸ δέους.
— Μὰ δὲ μοῦ λὲς εἶσαι ἄρρωστος; ἐπανέλαβε περιάγων τὸ βλέμμα εἰς τὸ δωμάτιον, ὅπου τὰ πάντα ἦσαν ἄνω κάτω.
— Σιωπὴ καὶ κάθησε.
Ὁ Ἀλκιβιάδης ἐκάθησε.
— Τέλος, πάντων, εἶπε ταπεινώσας τὴν φωνήν, τί μυστήρια εἶνε αὐτά; Τί σοὺτ καὶ σούτ; Σὲ πολιορκοῦν ἐδῶ μέσα;
— Ναί.
— Ποῖος;
— Ὁ Μαῦρος Γάτος.
Ὁ Ἀλκιβιάδης τὸν παρετήρησε, προσπαθῶν νὰ φανῇ γελαστός.
— Ἀστεία εἶν’ αὐτά; τοῦ εἶπε.