Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/65

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
Ὁ Μαῦρος Γάτος
61

Ὁ Ἀλκιβιάδης ἤνοιξε τὴν θύραν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ προχωρήσῃ· τόσον ἦτο μολυσμένη ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ δωματίου.

— Ἔλα μέσα, ἔλα μέσα καὶ κλεῖσε, τοῦ ἐφώναξεν ἐπειγόντως καὶ ἀνησύχως ὁ Παῦλος ἐκ τῆς κλίνης του, ὅπου εἶχε χωθῆ καὶ σκεπασθῆ.

— Νὰ κλείσω;… Ἀδύνατον! εἶπεν ὁ Ἀλκιβιάδης ἐκ τῆς θύρας καὶ ἀπέστρεφε τὸ πρόσωπον. Πῶς ζῇς αὐτοῦ μέσα; Δὲν αἰσθάνεσαι ὅτι ὁ ἀέρας εἶνε μολυσμένος;

— Ἔλα γλήγορα ἢ θὰ σηκωθῶ νὰ κλείσω.

Ὁ Ἀλκιβιάδης, ἀφοῦ ἀφῆκεν ἐπί τινα λεπτὰ ἀνοικτὴν τὴν θύραν καὶ ἀνενεώθη κάπως ὁ ἀέρας τοῦ δωματίου, εἰσῆλθε.

— Κλεῖσε, κλεῖσε! τοῦ ἐφώναζεν ὁ Παῦλος μὲ ἀνησυχίαν.

Ὁ Ἀλκιβιάδης ὤθησε τὴν θύραν:

— Μὰ δὲν μοῦ λὲς τί σοῦ ἦρθε; Ἀπεφάσισες νὰ πεθάνῃς ἐδῶ μέσα; Γιατί εἶσαι κατάκλειστος; Τί θέλουν αὐτὰ τὰ μπαοῦλα πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα; Μέρα μεσημέρι εἶσαι κατάκλειστος καὶ κρεββατωμένος! Εἶσαι ἄρρωστος;

Ἀντὶ ἀπαντήσεως ὁ Παῦλος ἔθηκε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν χειλέων του καὶ ἐψιθύρισεν ἐπανειλημμένως: σούτ!

Ὁ Ἀλκιβιάδης ἤρχισε νὰ καταλαμβάνεται ὑπὸ δέους.

— Μὰ δὲ μοῦ λὲς εἶσαι ἄρρωστος; ἐπανέλαβε περιάγων τὸ βλέμμα εἰς τὸ δωμάτιον, ὅπου τὰ πάντα ἦσαν ἄνω κάτω.

— Σιωπὴ καὶ κάθησε.

Ὁ Ἀλκιβιάδης ἐκάθησε.

— Τέλος, πάντων, εἶπε ταπεινώσας τὴν φωνήν, τί μυστήρια εἶνε αὐτά; Τί σοὺτ καὶ σούτ; Σὲ πολιορκοῦν ἐδῶ μέσα;

— Ναί.

— Ποῖος;

— Ὁ Μαῦρος Γάτος.

Ὁ Ἀλκιβιάδης τὸν παρετήρησε, προσπαθῶν νὰ φανῇ γελαστός.

— Ἀστεία εἶν’ αὐτά; τοῦ εἶπε.