ὅτι δὲν εἶχε κανένα φίλον τῆς ἐμπιστοσύνης του, ὁ ὁποῖος νὰ τὸν ἐνθαρρύνῃ. Ἀλλ’ ὅταν μὲ εἶδε, συνωφρυώθη καὶ ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον ἐχθρικῶς. Τίς οἶδεν; ἴσως τώρα ἔβλεπε δύο μαύρους γάτους ἀντὶ ἑνός.
Ἀπετάθην πρὸς ἕνα ἐξάδελφόν του, τὸν Ἀλκιβιάδην Δαμουλῆν, τὸν μόνον συγγενῆ τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν ἀπέφευγε. Μίαν ἡμέραν μόνον τοῦ εἶπε περὶ ἐμοῦ. «Ἄφης τον κι’ αὐτόν! Εἶνε διπρόσωπος». Τὸν ἠρώτησα ἔπειτα διὰ τὰς μεταξὺ Παύλου και Λαμιρᾶ σχέσεις, χωρὶς νὰ τοῦ φανερώσω τίποτε ἐξ ὅσων μοῦ εἶπεν ὁ Παῦλος.
— Ἐγὼ τοὺς γνωρίζω φίλους. Ἀν καὶ ὁ Παῦλος εἶνε πολλάκις ἀνυπόφορος μὲ τὰς ἰδιοτροπίας του, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἄλλοτε ὁ Λαμιρᾶς καὶ ἡ γυναίκα του δὲν μποροῦσαν νὰ περάσουν χωρίς αὐτόν. Ὁ Νίκος ὁ Λαμιρᾶς εἶνε ἀγαθώτατος ἄνθρωπος, ἀρνί.
— Καὶ ὅμως κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ἐδῶ διαμονῆς του ἐμάλωσε μὲ τὸν Παῦλον καὶ τοῦ μίλησε μάλιστα πολὺ ἄσχημα.
— Μὴν ἀκοῦτε! Ἰδοὺ τί συνέβη. Ὁ υποδιοικητὴς ἔκαμε μίαν ἀσήμαντον παρατήρησιν εἰς τὸν Παῦλον, αὐτὸς δὲ παραδόξως ἐφαντάσθη ὅτι εἶχε διαβληθῆ ὑπὸ τοῦ Νίκου. Καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ καμμίαν ἀπόδειξιν ἢ κἂν πιθανότητα ἐξύβρισε τὸν Λαμιρᾶν ἐνώπιον τῶν ἄλλων υπαλλήλων, τὸν εἶπε μοχθηρόν, κακεντρεχή, φθονερὸν καὶ παρ’ ὀλίγον μάλιστα νὰ τοῦ ἐπιτεθῇ. Ὁ Λαμιρᾶς εἶνε φιλόσοφος ἄνθρωπος, τοῦ ἔχει παραβλέψει πολλά, ἔκαμε δὲ καὶ τότε ὑπομονήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Παῦλος δὲν τὸν ἄφηνε πλέον ἥσυχον, ἔχασε καὶ αὐτὸς τὴν ὑπομονήν του μίαν ἡμέραν καὶ τοῦ εἶπε: «Φοβοῦμαι, δυστυχῆ, ὅτι θὰ τελειώσῃς στὸ φρενοκομεῖον». Αὐτὰ μοῦ τὰ διηγήθησαν οἱ συνάδελφοί των καὶ αὐτὸς ὁ Λαμιρᾶς, ὅστις μάλιστα ἐλυπήθη πολὺ διότι παρεφέρθη εἰς τοιοῦτον βαθμόν, παρὰ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν συνήθειάν του.
Λησμονήσας τὸ ἐνδεχόμενον τῆς παραφροσύνης, κατελήφθην ὑπὸ ἀγανακτήσεως. Ὠχ! ἀδερφέ, νὰ κάθωμαι νὰ σκοτίζωμαι δι’ ἕνα τέτοιον ἄνθρωπον… Ἀλλ’ ὅταν τὸν ἐπανεῖδα μοῦ ἐκίνησεν ἐκ νέου τὸν οἶκτον καὶ τὴν συμπάθειαν. Ἡ μελαγ-