Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/59

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
Ὁ Μαῦρος Γάτος
55

Τὴν ἐπιοῦσαν μ’ ἔπιασε πυρετὸς σφοδρότατος καὶ μέσα εἰς τὶς ζάλες μου νά σου πάλι ὁ Μαῦρος γάτος, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν φορὰν μὲ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Λαμιρᾶ. Καὶ ἐνῷ μὲ ἠτένιζε μὲ τὸ φοβερόν του βλέμμα μοῦ ἐμιαούριζε: «Ἐσύ, δυστυχῆ, θ’ ἀποθάνῃς εἰς τὸ φρενοκομεῖον». Ὅταν ἀνέρρωσα, ἤρχισα νὰ σκέπτωμαι καὶ διὰ λεπτολόγου ἐξετάσεως ὅλης τῆς πρὸς ἐμὲ διαγωγῆς τοῦ Λαμιρᾶ ἀνεκάλυψα τὴν σατανικὴν πλεκτάνην. Τὸ βιβλίον τοῦ Πόε ἀναμφιβόλως εἶχε σταλῆ κρυφίως ἀπό αὐτόν. Ἐπεκαλέσθην τὴν ὑπερηφάνειάν μου, τὸ πεῖσμά μου, τὴν φιλοσοφίαν μου, τὴν θέλησίν μου, διὰ ν’ ἀποτινάξω τὴν βασκανίαν, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον. Ὁ Μαῦρος γάτος δὲν ἀπεμακρύνετο πλέον ἀπὸ κοντά μου καὶ αἱ τελευταῖαι λέξεις τοῦ Λαμιρᾶ δὲν ἔφευγαν ἀπὸ τὴν μνήμην μου. Τὰς ἤκουα καὶ εἰς τὰ ὄνειρά μου. Ἔπειτα ἤρχισαν ἡ σκοτοδινίες. Δὲν ἔπαθα πρώτην φορὰν ἀπόψε. Ἡ πρώτη μοῦ ἦρθε ἕνα μεσημέρι στὸ γραφεῖον· καὶ τότε εἶπα μέσα μου ὅτι ἤρχιζεν ἡ παραφροσύνη. Νὰ σοῦ πῶ δὲ ἕνα πρᾶγμα ποῦ δὲν ἐτόλμησα νὰ σοῦ τὸ πῶ εἰς τὸ καφενεῖον; Ὅταν ἐσκοτίσθηκα, εἶδα πάλιν τὸν μαῦρον γάτον κ’ ἐκάθητο εἰς τὴν γωνίαν τοῦ μπιλλιάρδου μὲ τὸ μονάχο του μάτι τὸ φρικτὸν στυλωμένο ἐπάνω μου…

Καὶ τώρα νά! μου φαίνεται ὅτι τὸν βλέπω ἐκεῖ. Ἐστράφην πρὸς τὸ μέρος ποῦ ἐδείκνυε καί, μολονότι δὲν εἶδα τίποτε, ριγήματα διέτρεξαν τὸ σῶμά μου.

— Ξέρω, ἔσπευσε νὰ προσθέσῃ, ὅτι δὲν εἶνε τίποτε, ὅτι εἶνε πλάνη τῆς φαντασίας μου, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν μπορῶ νὰ λησμονήσω, ἀφοῦ δὲν μπορῶ νὰ μὴ βλέπω;

Μετὰ βραχεῖαν σιγήν, ἐστέναξε καὶ εἶπε:

— Δὲν εἶμαι λοιπὸν δυστυχὴς καὶ ὁ αἴτιος, ὁ δημιουργὸς τῆς δυστυχίας μου δὲν εἶνε ὁ Λαμιρᾶς; Καὶ φαντάσου τώρα ποῦ θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ γραφεῖον καὶ θὰ τὸν βλέπω καθ’ ἑκάστην. Τί μαρτύριον! Ἔρχεται νὰ μὲ ἀποτελειώσῃ.

Τὰς τελευταίας λέξεις ἐπρόφερε με τρομώδη καὶ κλαυθμηρὰν φωνὴν καὶ ἔκρυψε τὸ πρόσωπον εἰς τὰς χεῖράς του.

Ἐγὼ δὲν ἤξευρα τί νὰ τοῦ εἴπω. Ἤρχιζα νὰ σκέπτωμαι ὅτι