«Ἐσύ, δυστυχῆ, θ’ ἀποθάνῃς εἰς τὸ φρενοκομεῖον!»
Καὶ θὰ τὸ πιστεύσῃς; Δὲν τοῦ εἶπα τίποτε. Ἐπροσπάθησα μόνον νὰ γελάσω περιφρονητικῶς. Εἶχε συντρίψει πλέον τὴν θέλησίν μου. Ἦμουν ἀνίκανος καὶ νὰ θυμώσω. Τὸ ἐγνώριζε καὶ διὰ τοῦτο ἐτόλμησε νὰ μοῦ ρίψῃ κατὰ πρόσωπον μίαν τοιαύτην φράσιν, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἕως πρὸ ὀλίγου καιροῦ μὲ ἔτρεμε.
Ὅταν ἔμεινα μόνος, μὲ κατέλαβε μεγάλη βαρυθυμία καὶ ἤρχισα νὰ σκέπτωμαι μήπως τῳόντι μ’ ἐπερίμενε τοιαύτη τύχη. Ἐπροσπάθησα νὰ λησμονήσω, ἀλλ’ ἕνας ἐπίμονος κεφαλόπονος ποῦ ἔπαθα ἐπανέφερε τοὺς φόβους μου. Καὶ σχεδὸν διηνεκῶς ἤκουα τὴν ἀπαισίαν φωνὴν νὰ μοῦ ψιθυρίζῃ: «Ἐσύ, δυστυχῆ, θ’ ἀποθάνῃς εἰς τὸ φρενοκομεῖον».
Ἀπὸ τὴν ταραχὴν τῶν νεύρων μου μ’ ἔπιασαν ἀϋπνίες. Καὶ μίαν νύκτα ποῦ δὲν μποροῦσα νἄβρω ὕπνον κἐστρηφογύριζα μὲ ἀγωνίαν εἰς τὸ κρεββάτι, ἐσηκώθηκα διὰ νὰ πάρω ἕνα βιβλίον νὰ διαβάσω. Εἰς τὸ τραπέζι μου πάνω ἦτο ἕνα βιβλίον καὶ εἰς αὐτὸ ἔπεσε ἀμέσως τὸ βλέμμα μου. Ἦτο τόμος διηγημάτων τοῦ Ἔδγαρ Πόε. Καὶ ἠπόρησα πῶς εὑρέθη τὸ βιβλίον ἐκεῖνο ἐκεῖ. Δὲν ἐνθυμούμην νὰ εἶχα ἀγοράσει, ἢ νὰ εἶχα δανεισθῆ τοιοῦτον βιβλίον. Ἀλλὰ τότε δὲν ἀπησχόλησε πολὺ πολὺ τὴν σκέψιν μου αὐτὴ ἡ ἀπορία. Ἐπῆρα τὸ βιβλίον, ἐπανῆλθα εἰς τὸ κρεββάτι μου, ἔρριψα ἕνα βλέμμα εἰς τοὺς τίτλους τῶν διηγημάτων καὶ ἐσταμάτησα εἰς τὸν «Μαῦρον γάτον», διότι ὁ τίτλος ἦτο σημειωμένος μὲ κόκκινο μολύβι. Τί ἤθελε κείνη ἡ μολυβιὰ καὶ ποιὸς τὴν εἶχε κάμει; Δὲν εἶχα διαβασμένο τὸ διήγημα ἐκεῖνο καὶ μποροῦσα νὰ ὑποθέσω ὅτι τὸ εἶχα σημαδεύσει ἐγὼ διὰ νὰ τὸ διαβάσω. Ἀλλὰ πῶς ἀφοῦ τὸ βιβλίον ἦτο ξένον καὶ πρώτη φορὰ τὸ ἔβλεπα; Ἐδιάβασα τὸ διήγημα· ὅταν δὲ τὸ ἐτελείωσα καὶ ἀφῆκα τὸ βιβλίον, στρέφομαι πρὸς τὸ γραφεῖον καὶ βλέπω τὸν μονόφθαλμον μαῦρον γάτον νὰ κάθεται εἰς τὴν γωνίαν τοῦ τραπεζιοῦ καὶ νὰ μὲ κυττάζῃ. Ἡ ὀπτασία δὲν διήρκεσε παρὰ μίαν στιγμὴν καὶ φυσικὰ τὴν ἀπέδωκα εἰς τὴν ὑπερδιέγερσιν τῶν νεύρων καὶ τῆς φαντασίας μου. Ἀντὶ δὲ νὰ κοιμηθῶ, ὡς ἤλπισα, ἔμεινα ἄϋπνος καθ’ ὅλην τὴν νύκτα.