Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/56

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
52
Ὁ Μαῦρος Γάτος

παραφροσύνης, δὲν σοῦ εἶπα ὅλην τὴν ἀλήθειαν. Δὲν φοβοῦμαι, ἔχω πεποίθησιν ὅτι θὰ παραφρονήσω καὶ αἴτιος εἶνε αὐτός, αὐτὸς ὁ καταχθόνιος!

Ἐὰν δὲν ὁμίλει μετὰ τόσης ἀγανακτήσεως, ποτὲ δὲν θὰ ἐπίστευα ὅτι ὡμίλει σοβαρῶς, ἀλλ’ ὁ τρόπος καί ὁ τόνος του μ’ ἔκαμε ν’ ἀνησυχήσω, νὰ ὑποπτεύσω ὅτι ἀληθῶς δὲν ἦτο καλά.

— Μὰ δὲν ἐννοεῖς, εὐλογημένε, τοῦ εἶπα, ὅτι δὲν εἶνε λογικὰ καὶ ἑπομένως οὔτε πειστικὰ αὐτὰ ποῦ λές;

— Θὰ ἐξηγηθῶ, θὰ ἐξηγηθῶ, καὶ θὰ πεισθῇς καὶ θὰ θαυμάσῃς τὴν σατανικὴν παγίδα εἰς τὴν ὁποίαν μ’ ἔρριψεν. Ἐνθυμεῖσαι ὅτι συχνὰ ἐφιλονικούσαμεν, διότι πάντοτε εἶχεν ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὴ δική μου. Ἡ συστηματικὴ ἀντιλογία του μ’ ἐξηρέθιζε φοβερά, ἀλλὰ περισσότερον ἀκόμη μ’ ἐξηρέθιζεν ἡ ψυχραιμία τὴν ὁποίαν ἐτήρει καὶ εἰς τὰς ζωηροτέρας καὶ ἐμπαθεστέρας συζητήσεις. Μοῦ ἐφαίνετο τοῦτο ὑπεροχὴ ἡ ὁποία μ’ ἐταπείνωνε, μοῦ ἐφαίνετο περιφρόνησις. Ἐνίοτε μάλιστα διέκρινα εἰς τὸν τρόπον του εἶδός τι συγκαταβάσεως, εἶδος μακροθυμίας δῆθεν ἀνωτέρου πρὰς κατώτερον, ἰσχυροῦ πνεύματος πρὸς ἀσθενῆ διάνοιαν· καὶ κάποτε διέκρινα ἕνα μορφασμὸν ἢ μίαν κίνησιν σημαίνουσαν. «Οὔφ! ταιριάζει τώρα νὰ συζητῶ ἐγὼ σοβαρῶς μαζῆ σου!» Δὲν ἀντελήφθης ποτὲ τίποτε τοιοῦτον;

— Σὲ βεβαιῶ ποτέ.

— Εἶνε μοχθηρός, ἀλλ’ εἶνε καὶ ἀρκετὰ δειλὸς ὥστε νὰ μὴ φανερώνῃ τὴν κακίαν του ἐντελῶς. Δὲν σοῦ εἶπα ὅτι καὶ ἐγὼ τὸν ἐνόουν, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶχα ἕνα σαφὲς καὶ ὡρισμένον δεδομένον διὰ νὰ τοῦ ρίψω τὸ προσωπεῖον; Δι’ αὐτὸν ὅμως ἦτο ἀρκετὸν νὰ τὸν ἐννοῶ ἐγώ. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ κρατηθῶ ἐπὶ πολύ. Καὶ μίαν ἡμέραν τὸν ἀπεκάλεσα κατὰ πρόσωπον ὕπουλον καὶ κακεντρεχῆ, διότι ἀνεκάλυψα ὅτι μὲ διέβαλε πρὸς ἕνα τῶν προϊσταμένων μας, καίτοι μὲ τρόπον πάλιν, ὥστε νὰ μὴ δύναται ν’ ἀποκαλυφθῇ. Ἐὰν ἔλεγε τίποτε, ἐὰν εἶχε τὸ θάρρος νὰ μοῦ ἀποδώσῃ τὴν ὕβριν, τόσον ἤμουν θυμωμένος, ὥστε δὲν θὰ περιωριζόμην εἰς λόγους. Ἀλλὰ δὲν ἀπήντησεν. Εἶχε τὸ σχέδιόν του αὐτὸς καὶ δὲν ἐνόει νὰ τὸ