Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/54

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
50
Ὁ Μαῦρος Γάτος

πλατανάκια; μοῦ εἶπεν ὁ Δαμουλῆς. Μοῦ ἀρέσει πολὺ αὐτὴ ἡ θέσις. Δὲν κάνει ὑγρασία ἀπόψε.

Ἐνόησα ὅτι, μ’ ὅλην τὴν δυσφορίαν μὲ τὴν ὁποίαν εἶχε διακόψει πρὸ μικροῦ τὴν ὁμιλίαν μας, ἤθελε νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ ἐμάντευσα ὅτι σοβαρὸν μυστικὸν ἔθλιβε τὴν ψυχήν του τόσον ὥστε δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ τὸ ἀποκρύπτῃ. Ἡ περιέργειά μου διηγέρθη καὶ ἀνέμενα ἀποκάλυψιν μυστηριώδους τινὸς οἰκογενειακοῦ δυστυχήματος ἢ ἔρωτος ἀτυχοῦς. Καὶ ἐνῷ ἐπηγαίναμεν πρὸς τὰ πλατανάκια, δὲν γνωρίζω πῶς εἰς τὴν φαντασίαν μου ἀνεφάνη μία μανιακή, τὴν ὁποίαν εἶχα ἴδει πρὸ καιροῦ εἰς τὸ φρενοκομεῖον καὶ ἡ ὁποία ἐφώναζεν ἐκ τοῦ ἀπομονωτηρίου ὅπου τὴν εἶχαν κλεισμένην:

— Δολοφόνοι! γιατί μου φαρμακώνετε τὸ παιδί μου;

Τόσον δὲ μὲ ἀπησχόλουν καὶ μὲ συνεκίνουν αἱ εἰκασίαι μου, ὥστε δὲν ἔλεγα τίποτε. Ἐσιώπα καὶ ὁ Παῦλος, ἕως οὗ ὁ ὑπηρέτης τοῦ καφενείου μᾶς ἔφερε τοὺς ναργιλέδες. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐκάπνισεν ἐπὶ μικρόν, ἐστήριξε τὸ μαρκοῦτσι ἐπὶ τοῦ μηροῦ του, ὡς ἑτοιμαζόμενος διά μακρὰν ὁμιλίαν, καὶ μοῦ εἶπε:

— Τἄμαθες; Ὁ Λαμιρᾶς μετατίθεται πάλιν ἐδῶ κ’ ἔρχεται μετὰ ἕνα περίπου μῆνα.

Ὁ Νίκος Λαμιρᾶς ἦτο ὑπάλληλος τῆς τραπέζης εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Παῦλος ὑπηρέτει. Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν εἰργάζοντο καὶ οἱ δύο εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Ἀθηνῶν ἦσαν ὁμόβαθμοι καὶ ἐφαίνοντο φίλοι.

Εἶχον μάλιστα κοινὴν τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν λογοτεχνίαν καὶ συχνὰ τὸ θέμα τῶν συζητήσεων αὐτῶν ἀπετέλουν ψυχολογικὰ καὶ φυσιολογικὰ ζητήματα. Ὁ Λαμιρᾶς ἦτο μικρόσωμος μελαχροινὸς μὲ πυκνὸν κατάμαυρον πώγωνα, μὲ βλέμμα ἤρεμον καὶ βαθύ. Ὅσον ὀλιγόλογος ἦτον οὗτος καὶ μετρημένος, τόσον ὁ συνάδελφός του ἦτο ζωηρός, παράφορος, πολύλογος. Πλήρη δὲ εἶχαν τὴν ἀντίθεσιν καὶ εἰς τὴν φυσιογνωμίαν. Ὁ Παῦλος ἦτο ξανθός, ὑψηλότερος καὶ ἐφαίνετο ευρωστότερος, ἀλλ’ οἱ γαλανοί του ὀφθαλμοὶ δὲν εἶχαν τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἐξέφραζαν τὰ μάτια τοῦ ἄλλου.

Ο Νίκος ἦτο ἔγγαμος καὶ πολλὰς χειμερινὰς ἑσπέρας ἐπέρασα