σκεφθῇς καλά! ἀπήντησε με τραυλίζουσαν φωνὴν ὁ Ὀθέλλος καὶ ἐπὶ τῶν χειλέων του ἐφάνῃ κάτι τι λευκὸν ὡς ἀφρός.
— Δηλαδή;
— Δὲν θὰ πάω μόνος μου.
Καὶ τώρα ἡ νυκτερίς, ἥτις τοῦ ἐχρησίμευεν ὡς χείρ, εἰσῆλθε τρέμουσα εἰς τὸ θυλάκιόν του καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ, ἐνῷ ὅλη του ἡ στάσις ἦτο ἀπειλή.
Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐφάνη μεταξὺ τῶν φρακτῶν τῆς ὁδοῦ μία φέσα, ἥτις διηυθύνετο πρὸς ἡμᾶς· καὶ μετὰ μίαν στιγμήν, ὑπὸ τὴν φέσαν εἴδαμεν πρόσωπον γέροντος μὲ ὑπόλευκον πώγωνα, γνωστότατον εἰς ἀμφοτέρους, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπηύθυνε φιλικὸν μειδίαμα. Ἦτο ὁ πατὴρ τῆς Φωτεινῆς, ὁ Δετορογιώργης. Καὶ ἡ ἐμφάνισις τῆς φέσας του, ὡς ἐμφάνισις τοῦ κράνους τῆς Ἀθηνᾶς, κατέπαυσεν ἢ τουλάχιστον διέκοψε τὴν φοβερὰν ἔριδα. Τί νὰ ἤθελεν ἆρά γε;
— Καλησπέρα σας, κύριοι δασκάλοι, εἶπε φθάσας ὁ γέρων.
Καί, ἀφοῦ μὲ ἐπιφώνημα κοπώσεως ἐκάθησεν ἐπὶ παρακειμένου ξηροτοίχου καὶ ἐστηρίχθη εἰς τὴν βακτηρίαν του, μᾶς προσέβλεψε καὶ εἰς τὸ βλέμμα του ἐφάνη ὁ δισταγμός, ὡς νὰ ἐνόησεν ὅτι ἦλθεν εἰς ἀκατάλληλον στιγμήν.
— Εἶντά ’χετε; μᾶς εἶπε. Σὰν ἀγριεμένοι μοῦ φαίνεστε. Ἄκουσα κ’ ἐμεγαλοφωνάζετε κιόλας. Μαλώνετε καὶ τουλόγου σας;
— Ἆ μπᾶ… τίποτε… τοῦ ἀπήντησα. Μιλούμε γιὰ κάτι δουλειὲς τοῦ σχολείου.
— Δύσκολη κἡ δική σας δουλειά...μπελλαλίδικη, εἶπεν ὁ γέρων. Ἔχετε στὴν κεφαλή σας τόσα κοπέλια…
Μειδιῶν δὲ ἐπρόσθεσε:
— Καὶ τὰ σκολιαρούδικα, λένε πῶς τὰ φοβήθηκε κι ὁ Πειρασμός.
Ἀναμφιβόλως ὁ Ὀθέλλος ἐφοβήθη ὅτι ὁ γέρων ἦλθε νὰ μοῦ ἀναγγείλῃ ὅτι μ’ ἐδέχετο ὡς γαμβρόν, διὸ καὶ κατείχετο ὑπὸ φοβερᾶς ἀνησυχίας. Ἀλλ’ οὔτε αυτός, οὔτε ἐγὼ ἐμαντεύσαμεν τὸν πραγματικὸν σκοπὸν τῆς ἀπροσδοκήτου ἐκείνης ἐπισκέψεως.