Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/145

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
Ὁ ἐπικήδειος
141

Αἰσθανόμουν ὅτι δὲν ἀντεῖχα πειά, ὅτι ἡ δύναμις τῆς ἀντιστάσεώς μου ἦτο στὸ τέλος της. Τί μαρτύριον ἦτο αὐτό, νὰ ἔχω μιὰ τόσο ἀκράτητη ὁρμὴ νὰ γελάσω, νὰ ξεκαρδιστῶ στὰ γέλοια καὶ νὰ μὲ πνίγῃ ἀγωνία! Καὶ ὁ ὑποβολεὺς τὸ σκοπό του:

— Ὁ Νικόλας… ἡ Γαρουφαλιά…

Τὸ βλέμμα μου ἔπεσε πάλι γιὰ μιὰ στιγμὴ στὸν πεθαμένο· καὶ μοῦ φάνηκε πῶς ἤμουν πειὸ ἀξιοθρήνητος καὶ ἀπ’ αὐτόν.

— Καὶ τί νὰ εἴπω διὰ τὸν Νικόλαον…

Δὲν εἶχα τίποτε νὰ εἴπω διὰ τὸν Νικόλαον, ἀλλ’ οὔτε καὶ μ’ ἀφῆκαν. Ἀπὸ τὸ ἀπέναντι μέρος, ὅπου ἐστέκοντο δύο φίλοι μου, ἦλθε ἕνα φύσημα μύτης, ἕνα γέλοιο ποῦ ξέφυγε ἀπὸ τὴ μύτη, γιατὶ τὸ στόμα ἦτο φραγμένο μὲ μαντῆλι. Τὸ φύσημα ἐκεῖνο καὶ τὸ μαντῆλι ποῦ εἶδα στὸ στόμα κάτω ἀπὸ ἕνα μέτωπο χαμηλομένο, μὲ ἀποτελείωσε. Θύελλα ἀπὸ γέλοια ξέσπασε ἀπὸ τὸ στῆθός μου. Καὶ σὰν ἄρχισα, ἦτο ἀδύνατο πειὰ νὰ κρατηθῶ. Ἤθελα νὰ πῶ: «Γαίαν ἔχοις ἐλαφράν»· ἀλλὰ μόνον ἡ πρώτη συλλαβὴ ἔβγαινε ἀπὸ τὸ στόμα μου κ’ ἐτελείωνε σὲ σπασμὸ γέλοιου.

Στρέφομαι γύρω μὲ ἀπελπισία καὶ ζητῶ μία πρόφαση γιὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ἀσεβῆ παραφροσύνη μου. Ἄλλοι μὲ κυττάζουν μὲ ἀπορία καὶ ἄλλοι μὲ θυμό· καὶ μόνον οἱ φίλοι μου δὲν μὲ κυττάζουν γιατ’ εἶχαν κρυφτῆ. Τὸ βλέμμα μου φτάνει στὸ φαρμακοποιὸ καὶ στὰ μοῦτρά του βρίσκω τὴν πρόφαση ποῦ ζητοῦσα. Ὁ Ζαμαλῆς βαφότανε κι’ ἀπὸ τὴ ζέστη ἡ βαφὴ εἶχεν ἀναλιγώσει καὶ μὲ τὸν ἱδρῶτα σχημάτιζε κιτρινωπὰ ρυάκια στὸ πρόσωπό του.

— Μωρέ, βάφεσαι; τοῦ λέω γιὰ νὰ δείξω τάχα ότι γι’ αὐτὴ τὴν ἀνακάλυψη γελοῦσα.

— Δὲ μοῦ λὲς πῶς εἶσαι γιὰ δέσιμο; ἀποκρίνεται ὁ Ζαμαλῆς καὶ σκουπίζεται μὲ μεγάλο χρωματιστὸ μαντῆλι.

Διὰ νὰ σκεπάσῃ τὸ σκάνδαλο ὁ παπᾶς ἄρχισε νὰ ψάλῃ. Τὴν ἴδια στιγμὴ δυὸ χέρια μἔσπρωξαν πρὸς τὰ ἔξω· ἦταν ὁ χωρικὸς ποῦ μοὔλεγε τὰ ὀνόματα· καὶ στὴν πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς μοῦ λέγει:

— Τὸ καλὸ ποῦ σοῦ θέλω, φύγε, φύγε γλήγορα!