Χριστιανοὶ ἐκ τῶν ὀρεινῶν χωρίων, μιμηθέντες τὸ παράδειγμα τοῦ Σταμάτη καὶ ἀγοράζοντες τὰ πωλούμενα τουρκικὰ κτήματα. Ὅσον δ’ ἔβλεπε τὸν χριστιανικὸν πληθυσμὸν τοῦ χωρίου αὐξάνοντα καὶ των τουρκικὸν ἐλαττούμενον, ὁ Σταμάτης θριάμβευε. Καὶ μίαν ἡμέραν εἶπε πρὸς τὸν Ἀρίφην μὲ μειδίαμα πειρακτικόν:
— Αἴ, Ἀρὶφ ἀγᾶ, νἄζιε ὁ ραμετλῆς[1] ὁ μπαμπάς σου νὰ δῇ τὸ χωριὸ ἐτσὰ ποῦ γείνηκε!
Ὀ Ἀρίφης ἐσκυθρώπασε.
— Πῶς ἐγείνηκε; εἶπε μὲ φωνὴν πνιγμένην.
— Νά, ρωμαίικο, λῶ δά! Γιάδε, γιάδε!
Καὶ μὲ θριαμβευτικὴν χειρονομίαν τοῦ ἔδειξε κοπάδι γουρουνόπουλα, τὰ ὁποῖα ἤρχοντο ἀκολουθοῦντα τὴν βραδυποροῦσαν μητέρα των. Ὁ Ἀρίφης ὅμως παρετήρησε τὰ γουρουνόπουλα χωρίς νὰ πτύσῃ ἢ νὰ βλασφημήσῃ, ὡς ὁ πατέρας του.
— Ἂν ἔζιε ὁ μπαμπάς σου, προσέθηκεν ὁ Σταμάτης, θἄσκαζε.
Ἀλλ’ ὅσον ἔβλεπεν ὅτι ὁ Ἀρίφης, ἀντὶ νὰ θυμώνῃ, ἐφαίνετο μᾶλλον λυπούμενος ἀπὸ τὰ πειράγματά του, τοῦ Σταμάτη τὸ πεῖσμα ἐμετριάζετο. Καὶ ἐγκατέλειψε μίαν ἐκδίκησιν τὴν ὁποίαν έσχεδίαζε πρὸ πολλοῦ νὰ στείλῃ τὴν ἡμέραν τοῦ Μπαϊραμιοῦ ὡς δῶρον πρὸς τὸν υἱὸν τοῦ Κερὶμ ἀγᾶ τὸ καλλίτερόν του χοιρίδιον.
Ἀλλ’ οὐδέποτε ἴσως ἡ ψυχὴ τοῦ Σταμάτη ἐχάρη ὅσον κατὰ τὴν παραμονὴν τῶν Χριστουγέννων, ὅτε το Μόδι ἀντελάλησεν ἀπὸ κραυγὰς χοίρων σφαζομένων. Διὰ νὰ ἐντείνῃ τὴν ἀγαλλίασίν του αὐτὸς ἐθυσίασε δύο. Καὶ ἐνῷ τοὺς ἐξεκοίλιαζεν ἔλεγε καὶ ἐπανέλεγε γελῶν κι’ ἀπὸ τὰ ταὐτιά, κατὰ τὸ λεγόμενον:
— Σήμερο μόνον τὠκατάλαβα πῶς τὸ Μόδι ἐρώμιεψε.
Πάντοτε δὲ εἶχε τὴν ἰδέαν ὅτι, μεθ’ ὅλην τὴν ἀπάθειαν τὴν ὁποίαν ἐδείκνυεν ὁ Ἀρίφης, ἐνδομύχως ἔσκαζε. Δὲν ἦτο καὶ μικρό νὰ τοῦ σφάξῃ δύο χοίρους ’μπρὸς ἐς τὴν πόρτα του! Αλλά μετά τινας ἡμέρας ὁ Ἀρίφης, ἐπιστρέφων από τα Χανιά, σταμάτησεν ἔφιππος πρὸ τῆς θύρας του Σταμάτη.
- ↑ Μακαρίτης.