δύο εἰς τὸν ἄλλον κόσμον, ὅπου βεβαίως ἀπεκόμισαν καὶ τὸ μισός των. Ἀλλ’ ὅπως ὁ Ἀλεφοῦζος εἶχεν ἀφήσει υἱόν, εἶχεν ἀφήσει καὶ ὁ Κερίμης τὸν Ἀρὶφ ἀγᾶν. Αὐτοὶ οἱ δύο θὰ ἔλναν τοὺς οἰκογενειακούς λογαριασμούς. Ὁ Ἀρίφης ἦτο ὅλως διάφορος τοῦ πατρός του. Ἀγαθὸς ἄνθρωπος, ἀγαπῶν τὸ κρασὶ καὶ τὰς διασκεδάσεις, τὰ εἶχε καλὰ μὲ Χριστιανοὺς καὶ Τούρκους, καὶ ἐμοίραζε τὸν καιρόν του μεταξὺ τοῦ Μοδιοῦ, ὅπου εἶχε σύζυγον καὶ τέκνα, καὶ τῶν Χανιῶν, ὅπου εἶχεν ἐρωμένας καὶ συμπότας. Τὸ μόνον ἔργον του ἦτο νὰ διασκεδάζῃ καὶ νὰ δανείζεται ἢ νὰ πωλῇ, ὅταν τὸ εἰσόδημα δὲν ἐπήρκει εἰς τὰς ἀνάγκας του.
Ὁ Σταμάτης εἶχε κληρονομήσει ἀπὸ τὸν πατέρα του τὴν φιλεργίαν καὶ τὴν ἰδιαιτέραν κατὰ τῶν Μοδιανῶν Τούρκων μνησικακίαν. Ἦτο τῆς αὐτῆς περίπου ἡλικίας μὲ τὸν Ἀρίφην, νέος τριανταπέντε ἐτῶν, ἡράκλειος τὴν κατασκευήν, μὲ γενειάδα ξανθὴν καὶ τραχεῖαν, μὲ μάτια γεμάτα ζωηρότητα καὶ πονηρίαν.
Μίαν ἡμέραν ἔμαθαν οἱ Μοδιανοὶ ἔξαφνα ὅτι ὁ Σταμάτης Ἀλεφοῦζος ἐξηγόρασε τὰ πατρικά του κτήματα, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐγκατεστάθη εἰς τὸ πατρικόν του σπίτι δίπλα εἰς τὸ κονάκι τοῦ Ἀρίφη. Μία δὲ ἀπὸ τὰς πρώτας του φροντίδας ἦτο νὰ φέρῃ ἐξ Ἀκαράνου μίαν γουρούναν με 6–7 γουρουνόπουλα, τόσον θορυβώδη καὶ ἀεικίνητα, ὥστε ἐνόμιζες ὅτι ἐγέμισε χοίρους τὸ χωριό. Καὶ πράγματι ἐγέμισε, διότι καὶ ὅσοι ἐκ τῶν χριστιανῶν Μοδιακῶν δὲν εἶχαν ἠγόρασαν, καὶ ὅσοι τοὺς εἶχαν δεμένους τοὺς ἀφῆναν ἐλευθέρους νὰ περιφέρωνται εἰς τὸ χωριὸ καὶ εἰς τοὺς πέριξ ἀγρούς, νὰ ἐπισκέπτωνται ἐνίοτε τὸ τουρκικὸν καφενεῖον, νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰς τουρκικὰς αυλάς, πρὸς μεγάλην ἀγανάκτησιν καὶ φρίκην τῶν χανουμισσῶν, καὶ ν’ ἀναστατώνουν τοὺς λαχανοκήπους τῶν ἀγάδων.
Τώρα πλέον μπουλούμπασης δὲν ὑπῆρχε καὶ ἡ ἐποχὴ τοῦ γιανιτσαρισμοῦ εἶχεν ἀπομακρυνθῆ τόσον, ὥστε ἐκινδύνευε νὰ λησμονηθῇ. Τὸ Μόδι ἀπὸ τουρκοχώρι μετεβάλλετο εἰς χριστιανοχώρι, διότι κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν πολλοὶ τῶν Τούρκων ἔφονεύθησαν ἢ ἐκόλλησαν εἰς τὰ Χανιά· τοὺς Τούρκους δὲ διεδέχοντο