— Δὲ μὲ σκοτώνουνε, ἀπήντησεν ὁ Ἀλεφοῦζος ἀταράχως· ἡ γιανιτσαριὰ ἐπέρασε.
Ἀλλ’ ὁ γιανιτσαρισμὸς δὲν εἶχε περάσει ὅσον ὑπέθετεν. Ὁ μπουλούμπασης ἐφόνευσε καὶ τὸν ἄλλον χοῖρον, προφασισθεὶς τώρα ὅτι τοῦ ἀνέτρεψε τὸν ναργιλέ του. Ἐνόησε δὲ ὁ Ἀλεφοῦζος ὅτι, ἐὰν ἐξηκολούθει πρὸς πεῖσμα ν’ ἀγοράζῃ χοίρους, θὰ ἐβοήθει τὸν Τουρκαλβανὸν νὰ ἐξασκῆται εἰς τὴν σκοποβολήν.
Ὁ δὲ Κερὶμ ἀγᾶς, ὁ ὁποῖος ἔπνεε μένεα, ἐξεθύμανεν ἐπὶ τέλους μίαν ἡμέραν, ὅταν συνήντησε καθ’ ὁδὸν τὸν Ἀλεφοῦζον:
— Εἶντά νε, μωρέ, τὰ ἐντεψισλίκια ποῦ κάνεις! χοίρους, μωρέ γκιαούρη, θὰ μᾶςε φέρνῃς στὸ χωριό!
— Δὲν εἶν’ ἐντεψισλίκι, Κερὶμ ἀγᾶ, ἀπήντησε μέ τόνον εὐλαβή, ἀλλ’ εὐσταθῆ ὁ Ἀλεφοῦζος. Ἡ πίστις μας λέει νὰ τρῶμε χοιρινό, μὲ συμπάθειο…
— Ἡ πίστις σας! Νά… τὴν πίστι σας!
Καί συγχρόνως ὕψωσε τὸ τσιμπούκι καὶ τὸ κατέφερε κατὰ τοῦ Ἀλεφούζου. Ἀλλ’ οὗτος, ἀποφυγὼν τὸ κτύπημα, ἐκράτησε τὸν βραχίονα τοῦ ἀγᾶ.
— Σ’ ἐμένα, μωρέ, σήκωσες χέρα, σκυλόπιστε! ἀνεκραύγασεν ὁ Κερὶμ ἀγᾶς καὶ ἤρχισε νὰ τὸν κτυπᾷ λυσσωδῶς. Ἄλλοι Τούρκοι προσέτρεξαν καὶ ὁ Ἀλεφοῦζος μετ’ ὀλίγον ὡδηγήθη εἰς τὸ σπίτι του ἀναίσθητος καὶ αἱματοβαμμένος. Μετὰ ἕνα δὲ μήνα, ἐξελθὼν μίαν νύκτα διὰ νὰ ταγίσῃ τὰ βώδια του, ἐπυροβολήθη παρ’ ἀγνώστου καὶ πληγωθεὶς εἰς τὸν ὦμον διέτρεξε μέγαν κίνδυνον καὶ ἐπὶ πολὺ ἔμεινε κατάκοιτος. Βεβαιωθεὶς δὲ ὅτι οἱ Τοῦρκοι εἶχαν ἀπόφασιν νὰ τὸν ξεκάμουν, ἠναγκάσθη νὰ ξεπουλήσῃ καὶ καταφύγῃ εἰς τὸ ὀρεινὸν χωρίον Ἀκαράνου.
Ὁ υἱός του Σταμάτης εἶχεν ἀκούσει πολλάκις παρὰ τοῦ πατρός του αὐτὴν τὴν ἱστορίαν καὶ ἀπὸ τῆς παιδικῆς του ἡλικίας ἐμάζευε μῖσος εἰς τὴν ψυχήν του ἐναντίον τῶν Τούρκων καὶ ἰδίως τῶν Μοδιανῶν καὶ ὡνειροπόλει ἐκδίκησιν. Ὁ Κερίμης εἶχεν ἀποθάνει, εἶχεν ἀποθάνει καὶ ὁ γέρος Ἀλεφοῦζος· ἂς κάμουν καλὰ αὐτοὶ οἱ