Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/120

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
116
Πῶς ἐρώμιεψε τὸ χωριὸ

Ὅταν ἡ αἰγυπτιακὴ κυριαρχία ἔφερε κάποιαν ἀνακούφισιν εἰς τὴν κατάστασιν τῶν Χριστιανῶν τῆς Κρήτης, ὁ Ἀλεφοῦζος, ἐνθαρρυνθείς, ἔκαμε μέγα τόλμημα. Ἠγόρασεν ἕνα χοῖρον καὶ τὸν ἔτρεφε διὰ τὰ Χριστούγεννα. Χοῖρο στὸ Μόδι! χοῖρο στὸ χωριὸ τοῦ Κερὶμ ἀγᾶ, δίπλα μάλιστα στὸ κονάκι του! Φτοῦ! ἀνασινὶ σικτιγὴμ ὁ γκιαούρης!

Τὰ πρῶτα γρυλλίσματα τοῦ γουρουνιοῦ διέχυσαν φρίκην εἰς τὸ τουρκοχώρι καὶ πολλῶν Τούρκων αἱ τρίχες ἀνωρθώθησαν. Ἔγεινε συμβούλιον τῶν ἀγάδων εἰς τοῦ Κερὶμ ἀγᾶ καὶ ἀπεφασίσθη νὰ ἐκδιωχθῇ ἀπὸ τὸ χωριὸ ὁ ἀντάρτης Ἀλεφοῦζος ἢ νὰ δολοφονηθῇ. Ἀλλὰ πρὸ πάσης ἄλλης ἐνεργείας νὰ φονευθῇ ὁ χοῖρος. Δὲν ἦτο κατάστασις αὐτή. Τὴν περασμένην ἡμέραν, ἐνῷ ὁ Κερὶμ ἀγᾶς ἐκάπνιζε τὸ τσιμπουκι του εἰς τὴν αὐλήν του, εἶδε κ’ ἐπρόβαλε τὸ ρυπαρόν του μούτσουνο ἀπὸ τὴν ἡμίκλειστον αὐλόπορταν. Φτοῦ! ντινινὶ σικεΐμ!

— Κιαμιὰν ἡμέρα, βαλλαΐ, θὰ μᾶς ἔρθῃ καὶ ’ς τὸ τζαμὶ νὰ μᾶςε πῇ καλημέρα! εἶπεν ἄλλος ἀγᾶς. Αὐτὸς τρυπώνει ὅπου βρῇ ἀνοικτά, μοῦ! μοῦ!

— Πρέπει νὰ τὸ σκοτώνῃ, ὠρὲ ἀγάδες, ἐγὼ τὸ ντομοῦζι, εἶπεν ὁ τουρκαλβανὸς μπουλούμπασης, εἶδος ἐνωμοτάρχου, ὁ ὁποῖος ἀντεπροσώπευεν εἰς τὸ χωριὸ πᾶσαν ἐξουσίαν. Ἐπεδοκίμασε δὲ καθ’ ὅλα τὰς ληφθείσας ἀποφάσεις.

Καὶ τὴν ἐπιοῦσαν διερχόμενος πρὸ τῆς οἰκίας τοῦ Ἀλεφούζου ἔσυρε τὴν πιστόλαν κ’ ἐφόνευσε τὸ γουρουνόπουλον.

— Γιατί δὲν τὸ δένετε, ὠρέ, μέσα αὐτὸ τὸ ζουλάπι, φτοῦ, ἀλὰ μπελλιᾶ σινὶ βερσίν, παρὰ τὸ ἀφήνετε καὶ τρυπώνει μὲς ’ς τὰ πόδια μας; εἶπε πρὸς τὴν γυναῖκα τοῦ Ἀλεφούζου, ἥτις ἀκούσασα τὴν πιστολιὰν ἐνεφανίσθη εἰς τὴν θύραν ἀνήσυχος.

Ὁ Ἀλεφούζος ἦτο πεισματάρης καὶ μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἔφερεν ἄλλον χοῖρον, μεγαλείτερον, ἀπὸ τὸν Πλατανιᾶν.

— Μωρέ, γιὰ τὸ Θεό, τὸ σκοτωμό σου γυρεύεις, Μιχάλη; τοῦ εἶπεν εἷς τῶν ὁμοχωρίων χριστιανῶν. Μήν τωνε μπαίνεις ’ς τὰ ρουθούνια, γιατὶ θὰ σὲ σκοτώσουνε!