Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/113

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
Ὁ θεῖος
109

παρ’ ὅ,τι ἦλθεν. Ἐκεῖ ἐκ νέου σταμάτησε καὶ μὲ σπαρακτικὴν φωνήν:

― Δίδω καὶ δέκα δραχμάς… καὶ εἶμαι φτωχὸς ἄνθρωπος.

Ἀδύνατον. Τί ἱδέαν ἄλλως τε θὰ σχηματίσετε διὰ τὸν πατριωτισμόν μου ἂν πάρω χρήματα διὰ νὰ συντελέσω εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος.

― Δίδω δέκα πέντε δραχμάς.

― Δὲν μπορῶ, σᾶς εἶπα. Δὲν μὲ ἐννοεῖτε;

― Λοιπὸν δὲν δέχεσθε;

— Δὲν μποροῦμε· τί νὰ σᾶς πῶ;

Ὕψωσε τοὺς τρέμοντας βραχίονας του καὶ εἰς στάσιν κατάρας εἶπε μὲ ἀνέκφραστον ἀγανάκτησιν καὶ ὀδύνην:

― Ἂς ὄψεσθε!