Τοῦ ἔδειξα κάθισμα, ἔρριψα ἔμφοβον βλέμμα εἰς τὸ τεράστιον χειρόγραφον καὶ τοῦ εἶπα:
― Εἶνε μετάφρασις τοῦ «Μοντεχρήστου»;
― Εἶνε ἄρθρο, μοῦ εἶπε μὲ μικρὰν ἐκδήλωσιν δυσαρεσκείας.
― Ἄρθρο!… Λυποῦμαι πολὺ διότι τὸ φύλλο μας εἶνε μικρὸ καὶ δὲν ἔχομεν χῶρον. Δὲν τὸ πᾶτε εἰς τὸν κ. Κ… (καὶ εἶπα τὸ ὄνομα τοῦ συμπαίκτου), ὁ ὁποῖος εἶνε, νομίζω, καὶ ὀλίγον… συγγενής σας;
― Δὲν ἔχω καμμίαν συγγένεια αν μαζῆ του, ἀπήντησε μὲ ἀγανάκτησιν πλέον ὁ γέρων. Τοῦ τὸ πῆγα καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι δὲν δημοσιεύει παραμύθια!
― Εἰς τὰ μεγάλα φύλλα ποῦ ἔχουν χῶρον δὲν τὸ πήγατε;
― Τὸ πῆγα παντοῦ, ἀλλὰ δὲν τὸ δέχονται.
Ἔπειτα στενάξας εἶπε:
Ἀπελπισία ἀπ’ αὐτὸν τὸν τόπον, ἀπελπισία! Ξέρετε, κύριε, τί ὑποδεικνύω εἰς τὸ ἄρθρον μου;… Πῶς θὰ σωθῇ ἡ Ἑλλάς! Καὶ βλέπω ὅτι δὲν σκοτίζεται κανείς.
Ἦτο εἷς ἐκ τῶν πολλῶν γερόντων, οἵτινες μετὰ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 97 ἀνεκάλυψαν διάφορα φάρμαμα διὰ νὰ σωθῇ ἡ Ἑλλὰς καὶ ἐδημοσίευαν εἰς φυλλάδια τὰς θεραπείας των ἢ τὰς προσέφεραν εἰς τὰς ἐφημερίδας.
― Λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν χώρον.
― Ἔχετε χῶρον γιὰ τόσα πράγματα που διαφθείρουν τὸν τόπον.
Ἔπειτα ἀλλάξας τόνον:
― Ξέρετε, φροντίζω καὶ γιὰ σᾶς τοὺς δημοσιογράφους νὰ μὴν ἐργάζεσθε τὴν Κυριακήν.
― Γι’ αὐτὸ λυποῦμαι περισσότερον, ἀλλὰ δὲν μπορῶ.
Ο γέρων ἐσηκώθη τόσον περίλυπος, τόσον ἄθυμος, ὥστε ἄληθῶς μὲ συνεκίνησε. Μὲ βραδεῖαν κίνησιν, ὡς νὰ ἤλπιζεν ἀκόμη, ἐπῆρε τὸ χειρόγραφον, μοῦ ἀπηύθυνεν ἐρωτηματικὸν βλέμμα, καὶ · ἔπειτα διηυθύνθη πρὸς τὴν θύραν, περισσότερον κουρασμένος