Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/111

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.


Ο ΘΕΙΟΣ

― Ἐμπρός!

Εἰσῆλθε σύρων ἐπιπόνως τὰ ἀσθενῆ του σκέλη καὶ τὰ μεγάλα του ὑποδήματα καὶ ἐσταμάτησε πρὸ τοῦ γραφείου μου μὲ ἔκφρασιν ἀπορίας, ὡς νὰ ἤθελε νὰ μ’ ἐρωτήσῃ τί ἐζήτει.

Τὸν ἐγνώριζα ἀπὸ τὸ καφενεῖον ὅπου ἐνεφανίζετο περὶ τὴν ἑσπέραν, μὲ τὴν ἐπιμήκη ζαρωμένην μορφήν του, μὲ μίαν κλίσιν πρὸς τὰ δεξιά, ὡς νὰ τὸν ἐλύγιζε τὸ βάρος τῆς βακτηρίας του, μὲ μάτια, τὰ ὁποῖα, ὅσον ἐπέτρεπον τὰ νωθρὰ βλέφαρα, παρουσίαζαν μίαν λάμψιν παιδικῆς αἰσιοδοξίας, τὴν τελευταίαν ἴσως λάμψιν τοῦ ἐξηντλημένου ἐκείνου λύχνου. Ἤρχετο κ’ ἐστέκετο ἢ ἐκάθητο παρὰ τὸ σφαιριστήριον, ὅπου ἔπαιζα, καὶ ἐφαίνετο παρακολουθῶν μὲ πολὺ ἐνδιαφέρον τὸ παιγνίδι, ἐνῷ πιθανώτατα τὸ πνεῦμά του ἐκοιμᾶτο εἰς τὴν μακαριότητα τῆς γεροντικῆς ἀνοίας. Καὶ πράγματι ὅταν μίαν ἡμέραν τὸν ἠρώτησα ἂν ἔπαιξε ποτὲ μπιλιάρδο, ἐφάνη ὡς νὰ ἐξύπνησε καὶ ἔπειτα μοῦ εἶπεν: «Ἐγώ; ποτέ». Ἐν τοσούτῳ διὰ τὸ φαινομενικὸν ἐνδιαφέρον καὶ τὴν προτίμησιν κάποιος ἐκ τῶν συμπαικτῶν μου, δημοσιογράφος καὶ αὐτός, ἅμα τὸν ἔβλεπεν ἐρχόμενον, μοῦ ἔλεγεν: «Ὁ θεῖός σου! ὁ θεῖός σου!» Ἀλλὰ καὶ ἐγὼ τοῦ ἀπέδιδα τὰ ἴσα καὶ ὅταν ἔβλεπα πρῶτος τὸν γέροντα ἐρχόμενον, ἐπρολάμβανα καὶ τοῦ ἔλεγα: «Ὁ θεῖός σου!»

Ὅταν ἐσταμάτησε λοιπὸν πρὸ τοῦ γραφείου μου ἄφωνος, ὡς νὰ ἐλησμόνησε τί ἤθελε, παρ’ ὀλίγον νὰ τὸν ἐρωτήσω: «Τί ἀγαπᾶτε, θεῖε;» Ἀλλὰ μ’ ἐπρόλαβε μὲ μίαν κίνησιν πρὸς τὸ θυλάκιόν του, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἐξήγαγε μετά κόπου ὀγκωδέστατον χειρόγραφον.

― Σᾶς ἔφερα ἕνα ἄρθρο, μοῦ εἶπε μὲ φωνὴν διακεκομμένην καὶ ὑποτρέμουσαν.