Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
106
Ὁ Γενῆ-Μανώλης
τῶν Χανίων, ὅπου μίαν ἡμέραν συνελήφθη καὶ ὡδηγήθη εἰς τὰς φυλακάς.
Ἐκεῖ τὸν ἐπανεῖδα τυχαίως μετὰ ἕνα μήνα προβάλλοντα τὴν κεφαλὴν ἀπὸ τὴν θυρίδα τῶν φυλακών.
— Μπά! τί γίνεσαι, Μανώλη; τοῦ εἶπα.
Ὁ ἐξωμότης συνωφρυώθη καὶ ἐπρόφερε μίαν ὕβριν:
— Μουσταφᾶ μὲ λένε. Τοῦρκος ἐγεννήθηκα καὶ Τοῦρκος θ’ ἀποθάνω!
— Ὥστε ἐτούρκεψες πάλι;
— Ναί, ἐτούρκεψα, μοῦ ἀπήντησε μὲ τραχύτητα.
Ἔπειτα παρατηρήσας γύρω του καὶ ἰδὼν ὅτι οὐδεὶς τὸν ἤκουεν, ἐμειδίασε τὸ πλῆρες κυνισμοῦ μειδίαμά του καὶ μοῦ εἶπε:
— Τζάνε μου, ἐτσά ’νε καλλίτερα. Όποὔχει δυὸ ἀγαπητικὲς ἔχει χαρὰ μεγάλη—ὄντε μαλλώνει μὲ τὴ μιὰ πααίνει μὲ τὴν ἄλλη. Στὸν κάτω κόσμο θὰ μὲ συνορίζουνται δυό· ὁ Μουχαμέτης κι ὁ Χριστός.