Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/109

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
Ὁ Γενῆ-Μανώλης
105

ἦσαν χριστιανοί, καθόλου παράξενον νὰ ἐνέδωκαν προθύμως εἰς τὴν βίαν.

Τὸ γεγονὸς τοῦτο ἀποθράσυνε τὸν Καινούργιον Μανώλην, ὅστις πολλοὺς ἄλλους Μωαμεθανοὺς έκακοποίησε, κατήντησε δὲ ὁ τρόμος πρὸ πάντων τῶν Μοδιανῶν Τούρκων, διότι συνήθως περὶ τὸ χωρίον αὐτῶν, τοῦ ὁποίου τὰ κατατόπια ἐγνώριζε καλῶς, περιεφέρετο, ὡς λύκος, καιροφυλακτῶν νὰ δολοφονήσῃ καὶ ἄλλον. Διὰ τοῦτο καὶ τὸ λάθος τῆς ἀραπίνας, ἥτις μὲ ἐξέλαβεν ὡς τὸν ἀρνησίθρησκον, τοσοῦτον ἐνέσπειρε πανικὸν εἰς τὸν ἐλαιῶνα.

Ἀφοῦ μοῦ διηγήθη πάντα ταῦτα ὁ Μοδιανὸς Τοῦρκος μοῦ εἶπε, φοβούμενος μήπως μὲ δυσηρέστησε δι’ ὅσα εἶπε κατὰ τοῦ νεοφωτίστου, ὁ ὁποῖος τόσον ἦτο ἀγαπητὸς εἰς τοὺς ὁμοθρήσκους μου:

— Νὰ σοῦ πῶ, δὲν εἶνε κακὸς ὁ Μανώλης, μόνο εἶνε στσὶ κουζουλάδες του ἀπάνω νέος, βλέπεις… τοὔδωκε κι’ ἀέρα τὸ Χουκιουμέτι, ἀποῦ δέν τονε πιάνει, κ’ ἐγίνηκε κακὸς μπελᾶς στὴν κεφαλή μας.

Ὅσοι εἶχαν φύγει καὶ κρυβῆ ἐδῶ κ’ ἐκεῖ, ἐπανήρχοντο σιγὰ σιγά, ἀφοῦ ἐβεβαιώθησαν ὅτι ὁ ἐμφανισθεὶς ἔνοπλος δὲν ἦτο ὁ Μανώλης. Αἱ χανούμισσαι ἐμουρμούριζαν ἀρὰς κατὰ τοῦ ἀρνησιθρήσκου, οἱ δὲ ἄνδρες ἦσαν στενοχωρημένοι, ἐντρεπόμενοι διότι τοὺς εἶδα, χριστιανὸς ἐγώ, νὰ φοβοῦνται τόσον ἕνα ἄνθρωπον. Καὶ μόνον ἡ ἀραπίνα ἐγέλα ἠλιθίως, μὲ τὸν φόβον της, ὅστις διεψεύσθη ὡς κακὸν ὄνειρον.

Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὸ περιστατικὸν τοῦτο ἐγνώρισα τὸν Καινούργιον Μανώλην εἰς τὸ γειτονικὸν χωρίον, ὅπου ἦτο προσκεκλημένος εἰς ἕνα γάμον. Καὶ ἐνῷ ἀμέριμνος ἐχόρευε, κατέφθασαν χωροφύλακες καὶ ἐπεχείρησαν νὰ τὸν συλλάβουν· ἀλλὰ καὶ πάλιν οἱ χωρικοὶ τὸν ἐλευθέρωσαν καὶ ἐξυλοκόπησαν τοὺς χωροφύλακας, οἵτινες ἐτόλμησαν νὰ θίξουν ἄνθρωπον ἐκπροσωποῦντα μίαν νίκην τῆς χριστιανωσύνης κατὰ τοῦ μωαμεθανισμοῦ.

Ἐπὶ τέλους ὅμως τὸ πολὺ θάρρος κατέστρεψε τὸν δημοφιλὴ φυγόδικον. Εἶχεν ἐκτείνει τὰς ἔκδρομάς του μέχρι τῶν προθύρων