Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/108

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
104
Ὁ Γενῆ-Μανώλης

Ἐκάθησα ἐπὶ τῶν χόρτων καὶ ὁ ἀγᾶς, ἀφοῦ ἐξήγαγεν ἀπὸ τὴν ζώνην του ταμπακέραν ἐκ ναστοχάρτου καὶ μοῦ ἔδωκε νὰ στρίψω σιγάρον, διηγήθη τὴν ἱστορίαν τοῦ Γενῆ-Μανώλη.

Ὁ φέρων τὸ παράξενον τοῦτο ὄνομα ἦτο Μοδιανός, 25 περί του ἐτῶν, Μωαμεθανὸς πρὸ ὀλίγου καιροῦ, Χριστιανὸς δὲ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἐχθρευόμενος ἕνα ὁμήλικον καὶ ὁμοχώριόν του Τοῦρκον, τὸν ἐπυροβόλησε πεντάκις μίαν ἡμέραν μὲ πολύκροτον καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅπου ἐβαπτίσθη, μετονομασθεὶς ἀπὸ Μουσταφᾶς Μανώλης. Ἀλλ’ εἰς Ἀθήνας εὑρισκόμενος, ἔμαθε ὅτι ὁ ἐχθρός του, καίτοι βαρέως πληγωθείς, δὲν ἀπέθανεν, ἀλλ᾽ ἐθεραπεύθη. Τότε ἐπέστρεψε κρυφίως εἰς τὴν Κρήτην καὶ μίαν Παρασκευὴν εἰσῆλθεν εἰς τὸ Μόδι, κρύπτων ὑπὸ τὸ καπότον του βραχύκανον γκρᾶ. Τὸ καφενεῖον τοῦ χωριοῦ, ὅπου ἦσαν συνηγμένοι οἱ Τοῦρκοι κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, ἦτο παράμερα εἰς τὸ ἄκρον τοῦ χωριοῦ. Καὶ ὁ Γενῆ-Μανώλης ἐκρύβη ὄπισθεν ἑνὸς φράκτου ἀπέναντι τῆς θύρας τοῦ καφενείου καὶ ἐπερίμενεν. Ὅταν δὲ ἐξῆλθε τὸ θῦμά του, τοῦ ἐφώναξε:

— Τὸ ρεβόλβερο δὲ σὲ σκοτώνει· γιὰ νὰ δοῦμε καὶ τὸ γκρᾶ!

Ὁ δυστυχὴς ἄνθρωπος ἐκινήθη διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὸ καφενεῖον, ἀλλὰ δὲν ἔπρόφθασε, διότι ἡ σφαῖρα τοῦ Μανώλη τὸν εὖρεν εἰς τὴν πλευρὰν καὶ τὸν ἐξήπλωσε νεκρόν. Οἱ ἄλλοι ἐντὸς τοῦ καφενείου Τοῦρκοι, ἐννοήσαντες ποῖος ἦτο, δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἐξέλθουν. Πράγματι δὲ ὁ Μανώλης ἔμενεν ἐνεδρεύων διὰ νὰ φονεύσῃ καὶ ἄλλον. Ἔκτοτε περιεφέρετο εἰς τὰ Χριστιανικὰ χωρία τῆς Κυδωνίας, φυγόδικος, ἀπειλῶν νὰ ἐξοντώσῃ τοὺς Μοδιανοὺς Τούρκους. Οἱ Χριστιανοί, οἵτινες τὸν ἔλεγαν Νεοφώτιστον, ὅπως οἱ Τοῦρκοι τὸν ἀπεκάλουν Καινούργιον (Γενῆ) Μανώλην, τὸν ἐθεώρουν ὡς σπουδαῖον ἀπόκτημα τῆς Χριστιανωσύνης, ὄχι τόσο διὰ τὸ ἀπόκτημα καθ’ ἑαυτό, ὅσον διὰ τὸ πεῖσμα τῶν Τούρκων. Διὰ τοῦτο ὄχι μόνον ἄσυλον τοῦ παρεῖχαν καὶ τὸν ἀπέκρυπταν ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐπάνω εἰς τὸν Ὁμαλὸν τὸν συνέλαβεν ἀπόσπασμα χωροφυλάκων, οἱ χωρικοὶ τὸν ἀπέσπασαν διὰ τῆς βίας ἀπὸ τὰ χέρια των. Ἐπειδὴ δὲ καὶ οἱ χωροφύλακες