Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Όταν ήμουν δάσκαλος (1916).pdf/107

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
Ὁ Γενῆ-Μανώλης
103


κορμοῦ ἐλαίας, ἤρχισε νὰ φωνάζῃ μὲ φωνὴν ἀνήσυχον, καλοῦσα, φαίνεται, τὸ παιδί της:

— Μωρὲ Μπραΐμη! αἴ, Μπραΐμη!

Μία δὲ ἀραπίνα κατάμαυρη, φεύγουσα πρὸς τὸ χωριό, ἔσυρε καὶ μίαν αἶγα· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ αἶγα δὲν ἠκολούθει, τὴν ἐγκατέλιπε καὶ ἔφυγεν, ἀκατάληπτα κραυγάζουσα.

Ἐπλησίασα μετὰ προφυλάξεως, ἀρχίσας ν’ ἀνησυχῶ κ’ ἐγώ. Αἱ δολοφονίαι μεταξὺ Χριστιανῶν καὶ Τούρκων ἦσαν τότε συχναί· εἶδα δὲ καὶ ἕνα ἐκ τῶν φευγόντων Τούρκων ὅτι ἐκράτει τουφέκι μὲ τὸ ὁποῖον ὠχυρώθη ὄπισθεν ἑνὸς φράκτου καὶ τοῦτο ἐδικαιολόγει ἀκόμη περισσότερον τὴν ἀνησυχίαν μου. Ἐπροχώρησα ἐν τοσούτῳ, προσέχων εἰς τὸν ὄπισθεν τοῦ ξηροτοίχου κρυπτόμενον καὶ ἔχων ἕτοιμον τὸ τουφέκι μου.

Ἀλλ’ ὅταν ἐπλησίασα, ὥστε νὰ μὲ διακρίνῃ καλὰ ὁ Τοῦρκος ἐκεῖνος, ἐσηκώθη ἀφήσας ἐπὶ τοῦ τοίχου τὸ ὅπλον του καὶ μειδιῶν μοῦ εἶπε:

— Ἡ ἀφεντιά σου ’σαι; Βαλαΐ, ἄσχημα ἐφοβηθήκαμε.

— Γιατί φοβηθήκατε;

— Ντρέπομαι νὰ σοῦ τὰ πῶ, ἀπήντησε πλησιάζων, χωρὶς νὰ πάρῃ τὸ τουφέκι του. Ἀντζαΐτικο [1] πράμα, μὰ τὸ Θεό!

Καὶ παρατηρήσας γύρω εἶπε:

— Δὲν ἀπόμεινε ψυχὴ σ’ ὅλα τὰ λιόφυτα. Κι’ αὐτὰ μᾶς τἄκαμε ἡ ἀράπισσα, ποῦ σέ ’δε καὶ σ’ ἐπῆρε γιὰ τὸ Γενῆ-Μανώλη. Μὰ τοῦ μοιάζεις ἀληθινά. Δὲ σ’ ἐβλέπαμε καὶ καλά, γιατ’ ἦσαν ᾑ ἐλιὲς ἀπὸ μπρός, κ’ ἐπιστέψαμε τὴν κουζουλὴ τὴν ἀράπισσα. Ὦ διάολε ντροπή!

— Μὰ ποιὸς εἶν’ αὐτὸς ὁ Γενῆ-Μανώλης;

— Δέν τονε γνωρίζεις;

— Ὄχι· πρώτη φορὰ ἀκούω τ’ ὄνομά του.

— Αἶ, κάτσε τὸ λοιπὸς νὰ σοῦ πῶ εἴντα μᾶςε τρέχει καὶ θὰ δῇς πῶς ἔχομε καὶ δίκιο νἄχωμε τὸ νοῦ μας.

  1. Παράξενο.