Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
257
6
«Φιλῶ τὰ χέρια μ’ καὶ γλυκὰ τὸ στῆθος μ’ ἀγκαλιάζω
Ἀνοιχτὰ πάντα κι’ ἄγρυπνα τὰ μάτια τῆς ψυχῆς μου.
Ποιὰ πηγὴ τάχα σὲ γεννᾷ, χαριτωμένη βρύση;»
7
Φύση, χαμόγελ’ ἄστραψες κ’ ἐγίνηκες δική του·
Ἐλπίδα, τὤδεσες τὸ νοῦ μ’ ὅλα τὰ μάγια πὤχεις·
Νιὸς κόσμος ὄμορφος παντοῦ χαρᾶς καὶ καλωσύνης.
Κι’ ἀλιά! μακρυά ναι τὸ σπαθί, μακρυά ναι τὸ τουφέκι!
Ἀλλ’ ὅπως ἔσχισ’ εὔκολα βάθος τρανό, κ’ ἐβγῆκε,
Κατὰ τὸ στῆθος τὸ πλατύ, καὶ τὸ ξανθό κεφάλι,
Κατὰ τὴ μεγαλόψυχη γλυκειὰ πνοὴ τῆς νιότης,
Ἔτσι κι’ ὁ νιός
Τῆς φύσης ἀπό τ’ς ὄμορφες καὶ δυναταῖς ἀγκάλαις,
Ὁποῦ τὸν ἐγλυκόσφιγγε καὶ τοῦ γλυκομιλοῦσε,
Κ’ εὐθὺς ξυπνᾷ ’ς τ’ ἐλεύθερο γυμνὸ κορμί π’ ἀστράφτει,
Τὴν τέχνη τοῦ κολυμπιστῆ μ’ αὐτὴν τοῦ πολεμάρχου.
8
Πρὶν πάψ’ ἡ μεγαλόψυχη πνοὴ χαρὰ γεμίζει.