Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
254
Κι’ ἀκούει κι’ αὐτὴ καὶ πέφτουν της τὰ ῥόδα ἀπὸ τὰ χέρια
Δὲν εἶν’ φιαμπόλι τὸ γλυκό, ὁποῦ τ᾿ ἀγροίκαα μόνος
’Σ τὸν Ψηλορίτη, ὅπου συχνὰ μ’ ἐτράβουνεν ὁ πόνος,
Κ’ ἔβλεπα τ’ ἄστρο τ’ οὐρανοῦ μεσουρανὶς νὰ λάμπῃ,
Καὶ τοῦ γελοῦσαν τὰ βουνά, τὰ πέλαγα κ’ οἱ κάμποι
Κ’ ἐτάραζε τὰ σπλάχνα μου ἐλευθεριᾶς ἐλπίδα,
Κ’ ἐφώναζα ὦ θεϊκιά, κι’ ὅλη αἵματα Πατρίδα!
Κι’ άπλωνα, κλαίοντας, κατ’ αὐτὴ τὰ χέρια μὲ καμάρι·
Καλή ν’ ἡ μαύρη πέτρα της καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δὲν εἶναι νὰ ταιριάζῃ,
Ἴσως δὲ σώζεται ’ς τὴ γῆ ἦχος, ποῦ νὰ τοῦ μοιάζῃ·
Ἂν εἶν’ δὲν ἤξερα κοντά, ἂν ἔρχωνται ἀπὸ πέρα·
Σὰν τοῦ Μαϊοῦ ταῖς εὐωδιαῖς γιομίζαν τὸν ἀέρα,