Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Άπαντα Σολωμού.djvu/266

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
254

Κι’ ἀκούει κι’ αὐτὴ καὶ πέφτουν της τὰ ῥόδα ἀπὸ τὰ χέρια
Δὲν εἶν’ φιαμπόλι τὸ γλυκό, ὁποῦ τ᾿ ἀγροίκαα μόνος
’Σ τὸν Ψηλορίτη, ὅπου συχνὰ μ’ ἐτράβουνεν ὁ πόνος,
Κ’ ἔβλεπα τ’ ἄστρο τ’ οὐρανοῦ μεσουρανὶς νὰ λάμπῃ,
Καὶ τοῦ γελοῦσαν τὰ βουνά, τὰ πέλαγα κ’ οἱ κάμποι
Κ’ ἐτάραζε τὰ σπλάχνα μου ἐλευθεριᾶς ἐλπίδα,
Κ’ ἐφώναζα ὦ θεϊκιά, κι’ ὅλη αἵματα Πατρίδα!
Κι’ άπλωνα, κλαίοντας, κατ’ αὐτὴ τὰ χέρια μὲ καμάρι·
Καλή ν’ ἡ μαύρη πέτρα της καὶ τὸ ξερὸ χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δὲν εἶναι νὰ ταιριάζῃ,
Ἴσως δὲ σώζεται ’ς τὴ γῆ ἦχος, ποῦ νὰ τοῦ μοιάζῃ·

Δὲν εἶναι λόγια ἦχος λεπτός....................................................................................................................................................................................................................................................

Δὲν ἤθελε τὸν ξαναπῇ ὁ ἀντίλαλος κοντά του.

Ἂν εἶν’ δὲν ἤξερα κοντά, ἂν ἔρχωνται ἀπὸ πέρα·
Σὰν τοῦ Μαϊοῦ ταῖς εὐωδιαῖς γιομίζαν τὸν ἀέρα,

Γλυκύτατοι, ἀνεκδιήγητοι....................................................................................................................................................................................................................................................