Ὄχι ’ς τὴν κόρη, ἀλλὰ ’ς ἐμὲ τὴν κεφαλή της κλίνει·
Τὴν κύτταζα ὁ βαρυόμοιρος, μὲ κύτταζε κ’ ἐκείνη.
Ἔλεγα πῶς τὴν εἶχα ἰδῇ πολὺν καιρὸν ὀπίσω,
Κἂν σὲ ναὸ ζωγραφιστὴ μὲ θαυμασμὸ περίσσο,
Κἄνε τὴν εἶχε ἐρωτικὰ ποιήσῃ ὁ λογισμός μου,
Κἂν τ’ ὄνειρο, ὅταν μ’ ἔθρεφε τὸ γάλα τῆς μητρός μου·
Ἤτανε μνήμη παλαιή, γλυκειά, κι’ ἀστοχισμένη,
Ποῦ ὀμπρός μου τώρα μ’ ὅλη της τὴὴ δύναμη προβαίνει·
Σὰν τὸ νερό, ποῦ τὸ θωρεῖ τό μάτι ν’ ἀναβρύζῃ
Ξάφνου ὀχ τὰ βάθη τοῦ βουνού, κι’ ὁ ἥλιος τὸ στολίζει
Βρύση ἔγινε τὸ μάτι μου, κι’ ὀμπρός του δὲν ἐθώρα,
Κ’ ἔχασα αὐτὸ τὸ θεϊκὸ πρόσωπο γιὰ πολλὴ ὥρα,
Γιατὶ ἄκουγα τὰ μάτια της μέσα ’ς τὰ σωθικά μου,
Ποῦ ἐτρέμαν καὶ δὲ μ’ ἄφιναν νὰ βγάλω τὴ μιλιά μου·
Ὅμως αὐτοὶ εἶναι θεοί, καὶ κατοικοῦν ἀπ’ ὅπου
Βλέπουνε μέσ’ ’ςτὴν ἄβυσσο καὶ ’ς τὴν καρδιὰ τ’ ἀνθρώπου,
Κ’ ἔνοιωθα πῶς μοῦ διάβαζε καλύτερα τὸ νοῦ μου
Πάρεξ ἂν ἤθελε τῆς πῶ μὲ θλίψη τοῦ χειλιοῦ μου·
«Κύττα με μέσ’ ’ςτὰ σωθικά, ποῦ φύτρωσαν οἱ πόνοι
Σελίδα:Άπαντα Σολωμού.djvu/263
Εμφάνιση
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
251