Μετάβαση στο περιεχόμενο

Σελίδα:Άπαντα Σολωμού.djvu/262

Από Βικιθήκη
Αυτή η σελίδα δεν έχει ελεγχθεί ακόμη για πιθανά λάθη.
250

Ἐσειότουν τ’ ὁλοστρόγγυλο καὶ λαγαρὸ φεγγάρι
Καὶ ξετυλίζει ὀγλήγορα κάτι ποῦ ἐκεῖθε βγαίνει,
Κι’ ὀμπρός μου ἰδοὺ ποῦ βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ἔτρεμε τὸ δροσᾶτο φῶς ’ς τὴ θεϊκιὰ θωριά της,
’Σ τὰ μάτια της τὰ ὁλόμαυρα καὶ ’ς τὰ χρυσᾶ μαλλιά της.

XXΙ

Ἐκύτταξε τ’ ἀστέρια, κ’ ἐκεῖνα ἀναγαλλιάσαν,
Καὶ τὴν ἀχτινοβόλησαν καὶ δὲν τὴν ἐσκεπάσαν·
Κι’ ἀπὸ τὸ πέλαο, ποῦ πατεῖ χωρὶς νὰ τὸ σουφρώνῃ,
Κυπαρισσένιο ἀνάερα τ’ ἀνάστημα σηκώνει,
Κι’ ἀνεῖ τ’ς ἀγκάλαις μ’ ἔρωτα καὶ μὲ ταπεινοσύνη,
Κ’ ἔδειξε πᾶσαν ὀμορφιὰ καὶ πᾶσαν καλωσύνη.
Τότε ἀπὸ φῶς μεσημερνὸ ἡ νύχτα πλημμυρίζει,
Κ’ ἡ χτίσις ἔγεινε ναὸς ποῦ ὁλοῦθε λαμπυρίζει.
Τέλος ’ς ἐμὲ ποῦ βρίσκομουν ὀμπρός της μέσ’ ’ς ’τὰ ῥεῖθρα,
Καταπῶς στέκει ’ς τὸ Βοριᾶ ἡ πετροκαλαμήθρα,