Περασμένα νιάτα
Εμφάνιση
| ←Ο Βούλγαρος | Περασμένα νιάτα Συγγραφέας: Τα τραγούδια της πατρίδας μου |
Τα νιάτα της γιαγιάς→ |
| Δημοσιευμένο στην Εστία, στις 21 Απριλίου 1885. |
- Μέσα σ’ ένα σπιτάκι, ένα φτωχόσπιτο,
- μπροστά στης Παναγίας το εικόνισμα
- ένα καντήλι ρίχνει θαμπωμένο φως,
- και πάει και σκορπιέται πιο θαμπότερο
- σε νοτισμένους τοίχους και σ’ ολόγυμνους.
- Στον τοίχο καριοφίλι στέκει κρεμαστό
- ασημοκεντισμένο και μακρόλιγνο,
- και κομπολόι κρεμιέται εκεί στο πλάι του
- ξανθό, κεχριμπαρένιο, μικροκάμωτο.
- Γριάς πραματευτίνας λείψανα στερνά
- απούλητ’ απομένουν και ξεχάνονται.
- Από καιρό μι’ αράχνη τα στεφάνωσε,
- και τα ’χει ζευγαρώσει τ’ αζευγάρωτα.
- η νύχτα κι ήρθαν τα μεσάνυχτα
- με τα στοιχειά, τον ύπνο και τα όνειρα·
- στον κρύο φόβο τρέμει κρύο το κορμί
- κι ανοίγουνται τα μάτια στο μυστήριο.
- Τότε στον τοίχο απάνου οι δυο γείτονες
- ταράζονται και σειούνται και ξαφνίζονται,
- σα φύλλα που τα δέρνει ξαφνική πνοή
- στου Τρυγητή τη λάβρα και τη νέκρωση.
- Μέσα στο μεσονύχτι, μες στη σιγαλιά
- αρχίζουν και μιλούνε κι ονειρεύονται.
- —Αφέντη μ’, έλα, έλ’, αφέντη, πάρε με!
- Κοιτάζω και προσμένω κι απελπίζομαι
- να ’ρθείς, να ξανανιώσω μες στα χέρια σου,
- αρματολέ κι αφέντη μου περήφανε,
- της κλεφτουριάς καμάρι, χάρε της Τουρκιάς.
- Μ’ εσταύρωσαν στον τοίχον ανωφέλευτο,
- εγέρασα, μου πρέπει πλια ο θάνατος.
- Βάλε φτερά στα πόδια, πρόφθασέ μ’, αν ζεις,
- κι αν πάλ’ είσαι στο μνήμα, μη με βαρεθείς,
- στο σάβανο διπλώσου και ροβόλησε,
- κι έλα και μη μ’ αφήσεις να πεθάνω εδώ
- μες στη σκουριά, στην πίκρα και στην ερημιά.
- Δε θέλω σάβανό μου ασβεστόσκονη,
- δε θέλω για στεφάνι μ’ αραχνιάσματα,
- και μιαν αχνή καντήλα για λαμπάδα μου.
- Εγώ ειχα συντρόφους μες στα νιάτα μου
- χιλιάδες καριοφίλια σαν κι εμένανε,
- εγώ και μες στα όρη ελημέριασα,
- εγώ και μες στους κάμπους ξενυχτέρεψα,
- στη ράχη του Ολύμπου εγώ άστραψα,
- εγώ στο Μισολόγγι μέσα εβρόντησα·
- τα έλατα με ξέρουν του Μαυρόλογγου,
- με τρέμανε τα πεύκα και οι καστανιές,
- με τα ψηλά πλατάνια κρυφομίλαγα,
- κοιμόμουνα στον ίσκιο της αγριελιάς,
- της λυγαριάς οι κλώνοι μ’ ευωδίαζαν,
- και τότε η ροδοδάφνη που μ’ αγάπαε
- ζηλοφθονούσε κι έριχνε τα ρόδα της,
- κι είχα γειτόνους πάντα χιόνια, σταυραϊτούς.
- Έλα, ξεκρέμασέ με, τρέξε, πάρε με,
- κι αν δε μπορώ σαν πρώτα μες στα χέρια σου
- να γίνω αστροπελέκι της ελευθεριάς,
- αχ! γιόμισέ τ’, αφέντη, για στερνή φορά
- τα πεινασμένα σπλάχνα μου και ρίξε με
- να πέσω, να πεθάνω, να κομματιαστώ,
- μέσα σε βρόντο, λάμψη, κι άσπρο σύννεφο.
- Θέλω, αν χαθώ, να σβήσω από τα χέρια σου,
- να μη με μαραζώνει, ταίρι άχαρο,
- αυτό το κομπολόι τ’ αρρωστιάρικο,
- πλασμένο για τον όρθρο του καλόγερου,
- πλασμένο για τις έγνοιες του γραμματικού,
- για τα στολίδια μόνο της αρχόντισσας,
- μόνο για τα παιγνίδια του μικρού παιδιού.
- Αφέντη μ’, έλα, έλ’, αφέντη, πάρε με!
- —Μεγάλο καριοφίλι και περήφανο,
- το ταπεινό εμένα μην καταφρονάς!
- Εγώ δεν είχ’ αφέντη τον αρματολό,
- σε σιδερένιες πλάτες δεν κρεμάστηκα,
- δεν έλαμψα στον ήλιο της ελευθεριάς.
- Εμέ στης αγιασμένης Μέκκας το τζαμί
- ενός χατζή τα χέρια τα τρεμουλιαστά
- τα πρώτα μου τα νιάτα εβασάνισαν.
- Και μέσα στο Πηγάδι το θαυματουργό
- μες στο νερό τ’ αγγέλου τ’ ολοΐσκιωτο
- τη φοβισμένη όψη εκαθρέφτισα.
- Ένας τρανός βεζίρης μ’ είχεν ύστερα
- σε θησαυρούς χωμένος και σε φονικά.
- Τα χέρια του αστράφταν καταπόρφυρα
- από ρουμπίνια πάντα κι από αίματα
- και δύσκολα καθένας θα ξεχώριζε
- ποιά ήταν τα ρουμπίνια, ποιά τα αίματα.
- Σφιχτά σφιχτά μ’ εβάστα μες στα δάχτυλα,
- γιατί ήμουν αγιασμένο από το τζαμί.
- Πού να μην είχα σώσει το βαριόμοιρο!
- Κατάρα σα να είχε για να τυραννά
- στον κόσμον εδώ κάτου κάθε ομορφιά
- και κάθε καλοσύνη, χάρη και χαρά,
- κι εμένα το καημένο μ’ ετυράννεψε,
- κι εμένανε μ’ εβάστα μες στα φονικά
- κι εμέτραγα για κείνον κι ελογάριαζα
- των χριστιανών τους φόνους, τα μαρτύρια·
- κι οι θλιβεροί μου χτύποι δεν του έδειχναν
- το φόβο μου, τον πόνο, το παράπονο.
- Και στο χρυσό σελάχι τ’ όταν μ’ έκρυβε
- σε φίδια μ’ είχε απάνου να αποκοιμηθώ,
- σ’ ολόχρυσες πιστόλες κι αργυρά χαρμπιά.
- Αλλά στη δούλεψή σου, στα χεράκια σου,
- γλυκιά Ελληνοπούλα, μεγαλόκαρδη,
- του φοβερού βεζίρη σκλάβα και κυρά,
- πρώτη φορά ο ήλιος έφεξε για με,
- πρώτη φορά τον κόσμο τον εχάρηκα,
- το μοσχοβόλημά του πρώτα το ’νιωσα.
- Ο φοβερός βεζίρης μ’ έδωκε σ’ εσέ.
- Μες στ’ ακριβά σου κάλλη, μπρος στα πόδια σου
- του λύκου η αγριάδα ξάφνου εχάνοταν,
- καθώς μες στα μαλλιά σου τα ολόξανθα
- τα μακριά του γένια τα ολόασπρα,
- όταν σ’ εκράτει μέσα στις αγκάλες του…
- Απ’ την ημέρα εκείνη που θυμήθηκες
- τον ήλιο της πατρίδος και της λευθεριάς
- κι εστάξανε τα δάκρυά σου απάνω μου,
- μέσα στα δάκρυά σου εβαφτίστηκα,
- μέσα στα δάκρυά σου εχριστιάνεψα!
- Κι ας μην ειπεί κανένας πως παράδωκες
- στην αγκαλιά του Τούρκου τ’ αρχοντόκορμο,
- κι ας μην ειπεί κανένας πως το χνούδι σου
- το μάρανε για πάντα χνότο βρομερό.
- Ας πει πως για το Γένος εμαρτύρεψες
- πως σε φωλιά θηρίου έπεσες εσύ
- για να ξεφύγουν άλλοι απ’ τα δόντια του.
- Ας πει πως με λαχτάρα μ’ επαράδινες
- στα χέρια ενός Αράπη μπιστεμένου σου,
- και πως σε άλλα χέρια δεν εχάρηκα
- τόση τιμή και δόξα και καμάρωμα
- όσο στα χέρια εκείνα, ω! ποτέ, ποτέ!
- Γιατί μπρος στο Βεζίρη μ’ έφερναν αυτά
- την ώρα οπού ’χε κρίση στο διβάνι του·
- ανθρώπους είχ’ εμπρός του, σύνεργα σιμά,
- κι ο μπόγιας αποπίσω επερίμενε
- μια γνέψη, για να πάρει τα κεφάλια των.
- Όμως εγώ στη μέση τότ’ επρόβαλλα.
- Του Γαβριήλ το κρίνο, σα βαγγέλιζε
- το Λυτρωτή του κόσμου μπρος στην Παναγιά
- δεν είχε τόση χάρη σαν εμένανε·
- ας πει πως γλώσσα εγώ και προσευχούλα σου,
- χάρη γι’ αυτούς ζητούσα από τον Πασά,
- πως μ’ έβλεπεν εκείνος, άπλωνε σ’ εμέ,
- μ’ εγγίζανε με φλόγα τα δυο χείλη του,
- στα χείλη του επάνω εξεψύχαγα,
- μα γλίτωνεν ο μαύρος, ο φτωχός ραγιάς.
- Ας πει: άγιο το χώμα, οπού σ’ έλιωσε!
- Όσες ζωές επήρες, καριοφίλι, εσύ,
- τόσες ζωές στον κόσμο, τόσες χάρισα.
- Κι όπως το Τίμιο Ξύλο χριστιανός φιλεί,
- κι ο Αγαρηνός της Μέκκας τη μαυρόπετρα,
- όλοι εκείνοι ήρθαν και μ’ εφίλησαν
- τριγύρω στο χεράκι της αρχόντισσας.
- Κι αυτή που είχε δώσει σ’ όλους τη ζωή,
- μπροστά τους ντροπιασμένη έσκυβε, χλωμή.
- Συμπάθιο λες ζητούσε και συχώρεση
- η πιστικιά του Τούρκου από τ’ αδέρφια της
- Εσύ για την πατρίδα Τούρκους θέριζες,
- κι εγώ για την πατρίδα γλίτωνα κορμιά,
- κι εγώ για σένα χέρια, χέρια ετοίμαζα.
- Μεγάλο καριοφίλι και περήφανο,
- το ταπεινό εμένα μην καταφρονάς!