Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ο μαύρος γάτος

Από Βικιθήκη
Ὁ Μαῦρος Γάτος
Συγγραφέας:


Μικρὸν μετὰ τὸ δεῖπνον ἐστεκόμεθα εἰς τοῦ Ζαχαράτου παρὰ τὰ σφαιριστήρια καί, μετὰ πολλῶν ἄλλων, παρετηροῦμεν τὴν μονομαχίαν δύο καλῶν σφαιριστῶν. Ἔξαφνα ὁ φίλος μου Παῦλος Δαμουλῆς, ὁ ὁποῖος ἐστέκετο δίπλα μου, ὠχρίασε καὶ μὲ ἔπιασεν ἀπὸ τὸν βροχίονα, ὡς νὰ ἐφοβήθη ὅτι θὰ ἔπιπτε.

— Τί ἔπαθες; τὸν ἠρώτησα μὲ ἀνησυχίαν.

Μοῦ ἦλθε ζάλη… ἔχασα τὸν κόσμον, μοῦ εἶπε καὶ ᾐσθάνθην ὅτι ἔτρεμε.

— Πᾶμε ἔξω νὰ πάρῃς ἀέρα. Ἐδῶ κάνει ζέστη.

Τὸν ὑπεβάστασα ἀπὸ τὸν βραχίονα καὶ ἐξήλθαμεν εἰς τὴν πλατείαν.

— Εἶσαι ζαλισμένος ἀκόμη; τὸν ἠρώτησα.

— Ὄχι, μοῦ πέρασε, εἶπεν ἀφήσας τὸν βραχίονά μου.

Ἀφοῦ δὲ ἐκάμαμεν ὀλίγα βήματα, ἐσταμάτησε καὶ μοῦ εἶπε:

Ξέρεις τί ἔπαθα; Μιὰ στιγμὴ ἐσκοτίσθηκαν τὰ μάτια μου. Σὲ παρετήρησα καὶ μοῦ ἐφάνη τὸ πρόσωπόν σου σκοτεινὸν καὶ ἀλλοιωμένον. Ἐνόμιζα ὅτι ἔβλεπα ὄνειρον. Ὅλα τὰ πρόσωπα καὶ ἀντικείμενα μοῦ ἐφάνησαν ὡς ἀπομακρυνόμενα καὶ γινόμενα βαθμηδὸν ἀμυδρότερα. Καὶ ξέρεις τί ἐσκέφθηκα;

— Ὅτι ἔπαθες συμφόρησιν;

— Ὄχι, κάτι ἄλλο φοβερώτερον…

— Τί;

— Ὅτι παρεφρόνησα.

— Τί ἰδέα! εἶπα γελάσας. Καὶ πῶς σοῦ ἐπῆλθε αὐτὴ ἡ σκέψις;

— Ξέρω κ’ ἐγώ; Ὑποθέτω ὅτι αἱ διανοητικαὶ διαταράξεις ἀρχίζουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.

— Εἶσαι ἀστεῖος. Ἕνας ποῦ τρελλαίνεται δὲν μπορεῖ νὰ κάνῃ τοιαύτας σκέψεις. Ἦτο ζάλη ἀσήμαντος ἀπὸ ἐκείνην ποῦ παθαίνει ὅλος ὁ κόσμος ἀπὸ τὸ στομάχι ἢ ἄλλην παροδικὴν ἀφορμήν.

— Καὶ ὅμως… εἶπε καὶ ἐστέναξε μετὰ βραχεῖαν σιωπήν.

— Καὶ ὅμως!… Ὥστε μὲ τὰ σωστά σου πιστεύεις ὅτι ἐτρελλάθηκες; Ἀλλὰ τότε δὲν εἶνε ἡ θέσις σου ἐδῶ. Μία ἅμαξα καὶ εἰς τὸ Δρομοκαΐτειον. «Κύριε Διευθυντά, ἦλθα νὰ ὑποβληθῶ εἰς τὴν θεραπείαν σας». Δὲν πιστεύω ὅμως νὰ σὲ δεχθοῦν, διότι θὰ εἶνε πρωτάκουστον τρελλὸς νὰ πηγαίνῃ μόνος του εἰς τὸ φρενοκομεῖον.

Δὲν εἶπε τίποτε, ἀλλ’ ἐξηκολούθησε νὰ βαδίζῃ κύπτων καὶ κατηφής. Ἡ προσπάθειά μου νὰ διασκεδάσω τοὺς φόβους καὶ τὴν μελαγχολίαν του ἔμενε χωρὶς ἀποτέλεσμα.

— Μὰ ἔχεις καμμίαν ἀφορμὴν νὰ πιστεύῃς ὅτι διατρέχεις τοιοῦτον κίνδυνον; τοῦ εἶπα μετά τινα λεπτὰ σοβαρῶς.

— Πολλές, μοῦ ἀπήντησεν. Ἐν πρώτοις εἶμαι νευρικός.

— Καὶ ποιὸς δὲν εἶνε νευρικὸς εἰς τὴν ἐποχήν μας; Ἔχεις καμμίαν κληρονομικὴν ἀφορμήν, καμμίαν πάθησιν;

— Δὲν γνωρίζω ἂν ἔπαθε κανεὶς ἐκ τῶν προγόνων μου· ἀλλ’ ἡ νευροπάθεια ποῦ ἔχω ἀρκεῖ, ὅταν συντρέχουν καὶ ἄλλαι ἀφορμαί.

— Ποῖαι ἀφορμαὶ συντρέχουν;

Δὲν μοῦ ἀπήντησε.

— Τί σὲ μέλει; μοῦ εἶπε μετ’ ὀλίγον μὲ κίνημα δυσφορίας. Ἐγὼ δὲ βλέπων ὅτι ἐστενοχωρεῖτο ἤλλαξα ὁμιλίαν.


Ὁ περίπατός μας κατέληξεν εἰς τὸ Ζάππειον, τὸ ὁποῖον εἶχαν ἤδη ἐρημώσει αἱ πρῶται βροχαὶ καὶ τὰ πρῶτα ψύχη. Ἀλλ’ ἡ ἑσπέρα ἐκείνη δὲν ἦτο ψυχρά, τὸ καφενεῖον ἦτο ἀκόμη ἀνοιχτὸν καὶ ὀλίγοι φίλοι τῆς μοναξίας ἐκάθηντο καπνίζοντες εἰς τὴν σκιάν.

— Δὲν καθήμεθα κ’ ἐμεῖς νὰ καπνίσωμεν ναργιλὲ κάτω ἀπὸ τὰ πλατανάκια; μοῦ εἶπεν ὁ Δαμουλῆς. Μοῦ ἀρέσει πολὺ αὐτὴ ἡ θέσις. Δὲν κάνει ὑγρασία ἀπόψε.

Ἐνόησα ὅτι, μ’ ὅλην τὴν δυσφορίαν μὲ τὴν ὁποίαν εἶχε διακόψει πρὸ μικροῦ τὴν ὁμιλίαν μας, ἤθελε νὰ ἐξακολουθήσωμεν καὶ ἐμάντευσα ὅτι σοβαρὸν μυστικὸν ἔθλιβε τὴν ψυχήν του τόσον ὥστε δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ τὸ ἀποκρύπτῃ. Ἡ περιέργειά μου διηγέρθη καὶ ἀνέμενα ἀποκάλυψιν μυστηριώδους τινὸς οἰκογενειακοῦ δυστυχήματος ἢ ἔρωτος ἀτυχοῦς. Καὶ ἐνῷ ἐπηγαίναμεν πρὸς τὰ πλατανάκια, δὲν γνωρίζω πῶς εἰς τὴν φαντασίαν μου ἀνεφάνη μία μανιακή, τὴν ὁποίαν εἶχα ἴδει πρὸ καιροῦ εἰς τὸ φρενοκομεῖον καὶ ἡ ὁποία ἐφώναζεν ἐκ τοῦ ἀπομονωτηρίου ὅπου τὴν εἶχαν κλεισμένην:

— Δολοφόνοι! γιατί μου φαρμακώνετε τὸ παιδί μου;

Τόσον δὲ μὲ ἀπησχόλουν καὶ μὲ συνεκίνουν αἱ εἰκασίαι μου, ὥστε δὲν ἔλεγα τίποτε. Ἐσιώπα καὶ ὁ Παῦλος, ἕως οὗ ὁ ὑπηρέτης τοῦ καφενείου μᾶς ἔφερε τοὺς ναργιλέδες. Ἀφ’ οὗ δὲ ἐκάπνισεν ἐπὶ μικρόν, ἐστήριξε τὸ μαρκοῦτσι ἐπὶ τοῦ μηροῦ του, ὡς ἑτοιμαζόμενος διά μακρὰν ὁμιλίαν, καὶ μοῦ εἶπε:

— Τἄμαθες; Ὁ Λαμιρᾶς μετατίθεται πάλιν ἐδῶ κ’ ἔρχεται μετὰ ἕνα περίπου μῆνα.

Ὁ Νίκος Λαμιρᾶς ἦτο ὑπάλληλος τῆς τραπέζης εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Παῦλος ὑπηρέτει. Πρὸ δύο ἢ τριῶν ἐτῶν εἰργάζοντο καὶ οἱ δύο εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Ἀθηνῶν ἦσαν ὁμόβαθμοι καὶ ἐφαίνοντο φίλοι.

Εἶχον μάλιστα κοινὴν τὴν ἀγάπην πρὸς τὴν λογοτεχνίαν καὶ συχνὰ τὸ θέμα τῶν συζητήσεων αὐτῶν ἀπετέλουν ψυχολογικὰ καὶ φυσιολογικὰ ζητήματα. Ὁ Λαμιρᾶς ἦτο μικρόσωμος μελαχροινὸς μὲ πυκνὸν κατάμαυρον πώγωνα, μὲ βλέμμα ἤρεμον καὶ βαθύ. Ὅσον ὀλιγόλογος ἦτον οὗτος καὶ μετρημένος, τόσον ὁ συνάδελφός του ἦτο ζωηρός, παράφορος, πολύλογος. Πλήρη δὲ εἶχαν τὴν ἀντίθεσιν καὶ εἰς τὴν φυσιογνωμίαν. Ὁ Παῦλος ἦτο ξανθός, ὑψηλότερος καὶ ἐφαίνετο ευρωστότερος, ἀλλ’ οἱ γαλανοί του ὀφθαλμοὶ δὲν εἶχαν τὴν δύναμιν τὴν ὁποίαν ἐξέφραζαν τὰ μάτια τοῦ ἄλλου.

Ο Νίκος ἦτο ἔγγαμος καὶ πολλὰς χειμερινὰς ἑσπέρας ἐπέρασα μετὰ τοῦ Παύλου εἰς τὸ σπίτι του. Πολλάκις δὲ παρετήρησα ὅτι ἡ ὁρμητικότης καὶ ἡ ἰσχυρογνωμοσύνη τοῦ Δαμουλῆ ἔδιδαν ἀφορμὴν εἰς ζωηρὰς φιλονικίας, ἀλλ’ ὄχι καὶ τοιαύτας ὥστε νὰ ψυχράνουν ἢ διακόψουν τὰς σχέσεις των.

— Εὐχάριστος εἴδησις, εἶπα πρὸς τὸν Παῦλον. Ἐνθυμεῖσαι τί εὐχάριστες βραδιές περάσαμεν ἄλλοτε εἰς τὸ σπίτι του;

— Γιὰ μένα δὲν εἶνε διόλου εὐχάριστος, εἶπεν ὁ Παῦλος.

— Μπᾶ!… μὰ δὲν εἶσθε φίλοι; Πότε τὰ χαλάσατε;

— Ποτὲ δὲν ἤμεθα φίλοι ἢ μᾶλλον ποτὲ δὲν ἦτο αὐτὸς φίλος μου.

— Δὲν σ’ ἐννοῶ.

— Δὲν μ’ ἐννοεῖς, διότι δὲν τὸν ἐγνώρισες καλά. Εἶνε ὁ κρυψινούστερος καὶ ἀνειλικρινέστερος τῶν ἀνθρώπων, μοχθηρὸς ὅσον κανεὶς ἄλλος.

— Μὰ ἀφοῦ εἶχες τοιαύτην ἰδέαν περὶ αὐτοῦ διατί τὸν συνανεστρέφεσο;

— Μήπως μποροῦσα νὰ τὸν ἀποφύγω;

Εἰργαζόμεθα εἰς τὸ αὐτὸ γραφεῖον. Ἔπειτα ἐβράδυνα νὰ τὸν ἐννοήσω. Εἶνε βαθὺς καὶ σκοτεινός, ὡς κόλασις. Καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ποῦ σοῦ μιλῶ δὲν μπορῶ καλὰ καλὰ νὰ σοῦ πῶ μίαν ὡρισμένην αἰτίασιν ἐναντίον του, μίαν ὡρισμένην ἀφορμὴν μίσους. Κατ’ ἀρχὰς μοῦ ἐνέπνεεν ἁπλῆν καὶ ἀδικαιολόγητον ἀντιπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἐπροσπαθοῦσα νὰ κατανικήσω, φοβούμενος ὅτι ἦτο ἄδικος· ἀλλ’ ἔπειτα διέγνωσα ὅτι ἀληθῶς μὲ ἐμίσει μὲ τὸ ὕπουλον μῖσος μὲ τὸ ὁποῖον μισοῦν οἱ ἄνανδροι. Ἂν εἶχε τὴν δύναμιν ἢ τὸ θάρρος νὰ μὲ δολοφονήσῃ, θὰ μ’ ἐφόνευεν ὡς ὁ σκληρότερος τῶν δολοφόνων. Ἀλλ’ εὗρεν ἄλλον τρόπον ἀκίνδυνον καὶ καταχθόνιον νὰ μὲ καταστρέψῃ καὶ μὲ κατέστρεψε.

— Μὰ τέλος πάντων τόσο μῖσος πρέπει νὰ ἔχῃ μίαν ἀφορμήν.

— Ποίαν ἀφορμὴν ἔχουν ἡ ἔχιδνες νὰ φαρμακώνουν;

— Καλά, ἂς ἀκούσωμεν τώρα καὶ τὸ κακὸν ποῦ σοῦ ἔκαμε.

— Δὲν εἶδες πρὸ ὀλίγου τί ἔπαθα;

— Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τὸ ἔπαθα.

— Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ἐζαλίσθης; Εἶσαι ἀστεῖος.

— Ὅταν σοῦ ἐξέφρασα τὸν φόβον ὅτι ἡ ζάλη ἐκείνη ἦτο ἀρχὴ παραφροσύνης, δὲν σοῦ εἶπα ὅλην τὴν ἀλήθειαν. Δὲν φοβοῦμαι, ἔχω πεποίθησιν ὅτι θὰ παραφρονήσω καὶ αἴτιος εἶνε αὐτός, αὐτὸς ὁ καταχθόνιος!

Ἐὰν δὲν ὁμίλει μετὰ τόσης ἀγανακτήσεως, ποτὲ δὲν θὰ ἐπίστευα ὅτι ὡμίλει σοβαρῶς, ἀλλ’ ὁ τρόπος καί ὁ τόνος του μ’ ἔκαμε ν’ ἀνησυχήσω, νὰ ὑποπτεύσω ὅτι ἀληθῶς δὲν ἦτο καλά.

— Μὰ δὲν ἐννοεῖς, εὐλογημένε, τοῦ εἶπα, ὅτι δὲν εἶνε λογικὰ καὶ ἑπομένως οὔτε πειστικὰ αὐτὰ ποῦ λές;

— Θὰ ἐξηγηθῶ, θὰ ἐξηγηθῶ, καὶ θὰ πεισθῇς καὶ θὰ θαυμάσῃς τὴν σατανικὴν παγίδα εἰς τὴν ὁποίαν μ’ ἔρριψεν. Ἐνθυμεῖσαι ὅτι συχνὰ ἐφιλονικούσαμεν, διότι πάντοτε εἶχεν ἐναντίαν γνώμην πρὸς τὴ δική μου. Ἡ συστηματικὴ ἀντιλογία του μ’ ἐξηρέθιζε φοβερά, ἀλλὰ περισσότερον ἀκόμη μ’ ἐξηρέθιζεν ἡ ψυχραιμία τὴν ὁποίαν ἐτήρει καὶ εἰς τὰς ζωηροτέρας καὶ ἐμπαθεστέρας συζητήσεις. Μοῦ ἐφαίνετο τοῦτο ὑπεροχὴ ἡ ὁποία μ’ ἐταπείνωνε, μοῦ ἐφαίνετο περιφρόνησις. Ἐνίοτε μάλιστα διέκρινα εἰς τὸν τρόπον του εἶδός τι συγκαταβάσεως, εἶδος μακροθυμίας δῆθεν ἀνωτέρου πρὰς κατώτερον, ἰσχυροῦ πνεύματος πρὸς ἀσθενῆ διάνοιαν· καὶ κάποτε διέκρινα ἕνα μορφασμὸν ἢ μίαν κίνησιν σημαίνουσαν. «Οὔφ! ταιριάζει τώρα νὰ συζητῶ ἐγὼ σοβαρῶς μαζῆ σου!» Δὲν ἀντελήφθης ποτὲ τίποτε τοιοῦτον;

— Σὲ βεβαιῶ ποτέ.

— Εἶνε μοχθηρός, ἀλλ’ εἶνε καὶ ἀρκετὰ δειλὸς ὥστε νὰ μὴ φανερώνῃ τὴν κακίαν του ἐντελῶς. Δὲν σοῦ εἶπα ὅτι καὶ ἐγὼ τὸν ἐνόουν, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶχα ἕνα σαφὲς καὶ ὡρισμένον δεδομένον διὰ νὰ τοῦ ρίψω τὸ προσωπεῖον; Δι’ αὐτὸν ὅμως ἦτο ἀρκετὸν νὰ τὸν ἐννοῶ ἐγώ. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ κρατηθῶ ἐπὶ πολύ. Καὶ μίαν ἡμέραν τὸν ἀπεκάλεσα κατὰ πρόσωπον ὕπουλον καὶ κακεντρεχῆ, διότι ἀνεκάλυψα ὅτι μὲ διέβαλε πρὸς ἕνα τῶν προϊσταμένων μας, καίτοι μὲ τρόπον πάλιν, ὥστε νὰ μὴ δύναται ν’ ἀποκαλυφθῇ. Ἐὰν ἔλεγε τίποτε, ἐὰν εἶχε τὸ θάρρος νὰ μοῦ ἀποδώσῃ τὴν ὕβριν, τόσον ἤμουν θυμωμένος, ὥστε δὲν θὰ περιωριζόμην εἰς λόγους. Ἀλλὰ δὲν ἀπήντησεν. Εἶχε τὸ σχέδιόν του αὐτὸς καὶ δὲν ἐνόει νὰ τὸ χαλάσῃ, δὲν ἐνόει νὰ πάθῃ, ἀντὶ νὰ κάμῃ τὸ κακὸν ποῦ ἐμελέτα.

Ὁ Παῦλος διέκοψε τὴν ἀφήγησίν του, διὰ νὰ καπνίσῃ· ἀλλ’ ἐκ τῆς ταραχῆς του εἶχεν ἀφήσει τὸν ναργιλὲν νὰ σβεσθῇ καὶ ἀφοῦ ἐπανειλημμένως ἐρρόφησεν εἰς μάτην, ἔρριψε με νευρικόν κίνημα τὸ μαρκοῦτσι κατὰ γῆς.

— Εἴμαι περίεργος, τοῦ εἶπα, νὰ μάθω ποίαν σχέσιν ἔχουν ὅλα αὐτὰ μὲ τὴν ἀποψινὴν ζάλην. Μήπως σ’ ἐδηλητηρίασε;

— Κάτι ἀνάλογον, κάτι χειρότερον. Ἐκ τῶν ὁμιλιῶν μας, κατὰ τὰς ὁποίας ἐγώ, μὲ τὴν συνήθη μου εἰλικρίνειαν καὶ ἀνυποψίαν, ἀπεκάλυπτα τὴν ψυχήν μου καὶ τὸν χαρακτῆρά μου, ἐνόησεν ὅτι εἶμαι πολὺ εὐπαθὴς εἰς τὴν ὑποβολήν. Πρὸς τὸ τρωτόν τοῦτο μέρος ἔστρεψε τὰς προσπαθείας της ἡ μοχθηρία του μὲ σατανικὴν μεθοδικότητα καὶ ὑπομονήν. Ὅπως ἐγώ, ἔχει πίστιν εἰς τὴν μυστηριώδη δύναμιν τῆς ὑποβολῆς καὶ ἀπεφάσισε νὰ μὲ καταστρέψῃ δι’ αὐτῆς. Πρὸς τοῦτο δὲ ἤρχισε πρό πολλοῦ νὰ ἐργάζεται, νὰ δηλητηριάζῃ βαθμηδὸν τὸ πνεῦμά μου. Δὲν παρήρχετο ἡμέρα χωρὶς νὰ μοῦ ὁμιλήσῃ περὶ φρενικῶν παθήσεων, περὶ προδιαθέσεων καὶ τῶν τοιούτων, χωρὶς δὲ νὰ τοῦ ζητῶ, μοῦ ἔδιδε κ’ ἐδιάβαζα βιβλία σχετικά. Καὶ γνωρίζων ὅτι εἶμαι πολὺ νευρικός, ἐτόνιζεν εἰς τὰς ὁμιλίας του ὅτι ἡ νευροπάθεια εἶνε πρόδρομος τῆς παραφροσύνης· διὰ νὰ μοῦ ἀποκοιμίσῃ δὲ πᾶσαν ὑποψίαν μοῦ ἔδιδε καὶ συμβουλὰς περὶ ὑδροθεραπείας, ψυχαγωγιῶν, ταξειδίων, ἀσκήσεων. Ὅταν δὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρεσκεύασε τὸ ἔδαφος πρὸς τὸν ἀπαίσιον σκοπόν του, ἀπεφάσισε νὰ μοῦ δώσῃ τὸ τελειωτικὸν κτύπημα. Ἀλλά, διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον, ἤθελε νὰ μὴ εὑρεθῇ πλησίον μου ὅταν θὰ ἐπήρχετο τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σατανικῶν του ἐνεργειῶν. Ἐνήργησε λοιπὸν νὰ μετατεθῇ εἰς τὸ ὑποκατάστημα Χ. καὶ μίαν ἡμέραν πρὸ τῆς ἀναχωρήσεώς του μοῦ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ θυμώσω. Καὶ τότε κατὰ τὴν συνήθειάν του δὲν μοῦ εἶπε τίποτε. Ἀλλ’ ὅταν ἦλθε ν’ ἀποχαιρετήσῃ τοὺς συναδέλφους, μὲ ἠτένισε μὲ βλέμμα τὸ ὁποῖον, σοῦ ὁμολογῶ, μοῦ ἐπροξένησε φρίκην, καὶ μοῦ εἶπε μὲ φωνὴν σιγανήν, ἀλλὰ διαπεραστικήν, ὡς συριγμὸς ὄφεως:

«Ἐσύ, δυστυχῆ, θ’ ἀποθάνῃς εἰς τὸ φρενοκομεῖον!»

Καὶ θὰ τὸ πιστεύσῃς; Δὲν τοῦ εἶπα τίποτε. Ἐπροσπάθησα μόνον νὰ γελάσω περιφρονητικῶς. Εἶχε συντρίψει πλέον τὴν θέλησίν μου. Ἦμουν ἀνίκανος καὶ νὰ θυμώσω. Τὸ ἐγνώριζε καὶ διὰ τοῦτο ἐτόλμησε νὰ μοῦ ρίψῃ κατὰ πρόσωπον μίαν τοιαύτην φράσιν, αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἕως πρὸ ὀλίγου καιροῦ μὲ ἔτρεμε.

Ὅταν ἔμεινα μόνος, μὲ κατέλαβε μεγάλη βαρυθυμία καὶ ἤρχισα νὰ σκέπτωμαι μήπως τῳόντι μ’ ἐπερίμενε τοιαύτη τύχη. Ἐπροσπάθησα νὰ λησμονήσω, ἀλλ’ ἕνας ἐπίμονος κεφαλόπονος ποῦ ἔπαθα ἐπανέφερε τοὺς φόβους μου. Καὶ σχεδὸν διηνεκῶς ἤκουα τὴν ἀπαισίαν φωνὴν νὰ μοῦ ψιθυρίζῃ: «Ἐσύ, δυστυχῆ, θ’ ἀποθάνῃς εἰς τὸ φρενοκομεῖον».

Ἀπὸ τὴν ταραχὴν τῶν νεύρων μου μ’ ἔπιασαν ἀϋπνίες. Καὶ μίαν νύκτα ποῦ δὲν μποροῦσα νἄβρω ὕπνον κἐστρηφογύριζα μὲ ἀγωνίαν εἰς τὸ κρεββάτι, ἐσηκώθηκα διὰ νὰ πάρω ἕνα βιβλίον νὰ διαβάσω. Εἰς τὸ τραπέζι μου πάνω ἦτο ἕνα βιβλίον καὶ εἰς αὐτὸ ἔπεσε ἀμέσως τὸ βλέμμα μου. Ἦτο τόμος διηγημάτων τοῦ Ἔδγαρ Πόε. Καὶ ἠπόρησα πῶς εὑρέθη τὸ βιβλίον ἐκεῖνο ἐκεῖ. Δὲν ἐνθυμούμην νὰ εἶχα ἀγοράσει, ἢ νὰ εἶχα δανεισθῆ τοιοῦτον βιβλίον. Ἀλλὰ τότε δὲν ἀπησχόλησε πολὺ πολὺ τὴν σκέψιν μου αὐτὴ ἡ ἀπορία. Ἐπῆρα τὸ βιβλίον, ἐπανῆλθα εἰς τὸ κρεββάτι μου, ἔρριψα ἕνα βλέμμα εἰς τοὺς τίτλους τῶν διηγημάτων καὶ ἐσταμάτησα εἰς τὸν «Μαῦρον γάτον», διότι ὁ τίτλος ἦτο σημειωμένος μὲ κόκκινο μολύβι. Τί ἤθελε κείνη ἡ μολυβιὰ καὶ ποιὸς τὴν εἶχε κάμει; Δὲν εἶχα διαβασμένο τὸ διήγημα ἐκεῖνο καὶ μποροῦσα νὰ ὑποθέσω ὅτι τὸ εἶχα σημαδεύσει ἐγὼ διὰ νὰ τὸ διαβάσω. Ἀλλὰ πῶς ἀφοῦ τὸ βιβλίον ἦτο ξένον καὶ πρώτη φορὰ τὸ ἔβλεπα; Ἐδιάβασα τὸ διήγημα· ὅταν δὲ τὸ ἐτελείωσα καὶ ἀφῆκα τὸ βιβλίον, στρέφομαι πρὸς τὸ γραφεῖον καὶ βλέπω τὸν μονόφθαλμον μαῦρον γάτον νὰ κάθεται εἰς τὴν γωνίαν τοῦ τραπεζιοῦ καὶ νὰ μὲ κυττάζῃ. Ἡ ὀπτασία δὲν διήρκεσε παρὰ μίαν στιγμὴν καὶ φυσικὰ τὴν ἀπέδωκα εἰς τὴν ὑπερδιέγερσιν τῶν νεύρων καὶ τῆς φαντασίας μου. Ἀντὶ δὲ νὰ κοιμηθῶ, ὡς ἤλπισα, ἔμεινα ἄϋπνος καθ’ ὅλην τὴν νύκτα.

Τὴν ἐπιοῦσαν μ’ ἔπιασε πυρετὸς σφοδρότατος καὶ μέσα εἰς τὶς ζάλες μου νά σου πάλι ὁ Μαῦρος γάτος, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν φορὰν μὲ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ Λαμιρᾶ. Καὶ ἐνῷ μὲ ἠτένιζε μὲ τὸ φοβερόν του βλέμμα μοῦ ἐμιαούριζε: «Ἐσύ, δυστυχῆ, θ’ ἀποθάνῃς εἰς τὸ φρενοκομεῖον». Ὅταν ἀνέρρωσα, ἤρχισα νὰ σκέπτωμαι καὶ διὰ λεπτολόγου ἐξετάσεως ὅλης τῆς πρὸς ἐμὲ διαγωγῆς τοῦ Λαμιρᾶ ἀνεκάλυψα τὴν σατανικὴν πλεκτάνην. Τὸ βιβλίον τοῦ Πόε ἀναμφιβόλως εἶχε σταλῆ κρυφίως ἀπό αὐτόν. Ἐπεκαλέσθην τὴν ὑπερηφάνειάν μου, τὸ πεῖσμά μου, τὴν φιλοσοφίαν μου, τὴν θέλησίν μου, διὰ ν’ ἀποτινάξω τὴν βασκανίαν, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον. Ὁ Μαῦρος γάτος δὲν ἀπεμακρύνετο πλέον ἀπὸ κοντά μου καὶ αἱ τελευταῖαι λέξεις τοῦ Λαμιρᾶ δὲν ἔφευγαν ἀπὸ τὴν μνήμην μου. Τὰς ἤκουα καὶ εἰς τὰ ὄνειρά μου. Ἔπειτα ἤρχισαν ἡ σκοτοδινίες. Δὲν ἔπαθα πρώτην φορὰν ἀπόψε. Ἡ πρώτη μοῦ ἦρθε ἕνα μεσημέρι στὸ γραφεῖον· καὶ τότε εἶπα μέσα μου ὅτι ἤρχιζεν ἡ παραφροσύνη. Νὰ σοῦ πῶ δὲ ἕνα πρᾶγμα ποῦ δὲν ἐτόλμησα νὰ σοῦ τὸ πῶ εἰς τὸ καφενεῖον; Ὅταν ἐσκοτίσθηκα, εἶδα πάλιν τὸν μαῦρον γάτον κ’ ἐκάθητο εἰς τὴν γωνίαν τοῦ μπιλλιάρδου μὲ τὸ μονάχο του μάτι τὸ φρικτὸν στυλωμένο ἐπάνω μου…

Καὶ τώρα νά! μου φαίνεται ὅτι τὸν βλέπω ἐκεῖ. Ἐστράφην πρὸς τὸ μέρος ποῦ ἐδείκνυε καί, μολονότι δὲν εἶδα τίποτε, ριγήματα διέτρεξαν τὸ σῶμά μου.

— Ξέρω, ἔσπευσε νὰ προσθέσῃ, ὅτι δὲν εἶνε τίποτε, ὅτι εἶνε πλάνη τῆς φαντασίας μου, ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν μπορῶ νὰ λησμονήσω, ἀφοῦ δὲν μπορῶ νὰ μὴ βλέπω;

Μετὰ βραχεῖαν σιγήν, ἐστέναξε καὶ εἶπε:

— Δὲν εἶμαι λοιπὸν δυστυχὴς καὶ ὁ αἴτιος, ὁ δημιουργὸς τῆς δυστυχίας μου δὲν εἶνε ὁ Λαμιρᾶς; Καὶ φαντάσου τώρα ποῦ θὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ γραφεῖον καὶ θὰ τὸν βλέπω καθ’ ἑκάστην. Τί μαρτύριον! Ἔρχεται νὰ μὲ ἀποτελειώσῃ.

Τὰς τελευταίας λέξεις ἐπρόφερε με τρομώδη καὶ κλαυθμηρὰν φωνὴν καὶ ἔκρυψε τὸ πρόσωπον εἰς τὰς χεῖράς του.

Ἐγὼ δὲν ἤξευρα τί νὰ τοῦ εἴπω. Ἤρχιζα νὰ σκέπτωμαι ὅτι οἱ φόβοι του δὲν ἦσαν ἀδικαιολόγητοι, ἀλλ’ ὅτι αἱ κατὰ τοῦ Λαμιρᾶ αἰτιάσεις του ἦσαν τῆς νοσούσης φαντασίας του ἀποκυήματα. ᾘσθανόμην τὴν ἀνάγκην νὰ κινηθῶ, ν’ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὸ σκοτεινὸν ἐκεῖνο μέρος τὸ ὁποῖον εἶχε γεμίσει μὲ μαύρας ἰδέας ἡ διήγησις τοῦ Παύλου, καὶ ἐνῷ ἀπεμακρυνόμεθα ἀπὸ τὸ καφενεῖον, τὸν ἠρώτησα:

— Συνεβουλεύθης κανένα γιατρόν;

— Ὄχι, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἡ διάγνωσίς του, τὴν ὁποίαν θὰ μαντεύσω καὶ ἂν δὲν μοῦ τὴν ’πῇ, θὰ ἐπιδεινώσῃ τὴν θέσιν μου. Θὰ μοῦ ἀφαιρέσῃ μὲ τὴν τελευταίαν ἀμφιβολίαν καὶ τὴν τελευταίαν ἐλπίδα.

Μὴ φοβᾶσαι. Εἶχα ἕνα γνώριμον ἄλλοτε ὁ ὁποῖος κατείχετο ἀκριβῶς ἀπὸ τὰς δικάς σου ἀνησυχίας καὶ τὸν ἔκαμε ἐντελῶς καλὰ ὁ νευρολόγος ἰατρὸς Β. Ἀφοῦ ἔπαθες ἐξ ὑποβολῆς, θὰ θεραπευθῇς δι’ ὑποβολῆς. Θὰ σὲ ὑπνωτίσῃ καὶ θὰ σοῦ βγάλῃ τὴν ἰδέαν ποῦ σοῦ ἐκαρφώθη στὸ μυαλό. Εἶνε καὶ τοῦτο ἕνα εἶδος ὁμοιοπαθητικῆς θεραπείας.

Ἐφάνη καταπεισθεὶς κ’ ἐσυμφωνήσαμεν νὰ μεταβῶμεν ὁμοῦ εἰς τοῦ ἰατροῦ. Ἀλλ’ ὅταν ἐχωρίσθημεν, μοῦ εἶπε κινῶν τὴν κεφαλὴν ἀπελπιστικῶς:

— Καὶ ποῖος ἰατρὸς θὰ μὲ σώσῃ ἀπὸ τὸν πραγματικὸν μαῦρον γάτον, ὁ ὁποῖος ἔρχεται μετὰ ἕνα μῆνα;

— Ἅμα θεραπευθῇς ἀπὸ τὴν μαύρην ἰδέαν, θὰ σοῦ φανῇ καὶ αὐτὸς κατάλευκος.


Ὁ ἰατρός, τὸν ὁποῖον ἐφρόντισα νὰ ἴδω πρὸ τῆς ἐπισκέψεως, μοῦ εἶπεν ἀφοῦ μὲ ἤκουσεν:

— Ο φίλος σας παρουσιάζει περίεργον περίπτωσιν ψυχοπαθείας. Φοβεῖται ὅτι θὰ τρελλαθῇ ἢ ὅτι ἐτρελλάθη ήδη. Ἀλλ’ οἱ παράφρονες τὸ μόνον ποῦ δὲν φοβοῦνται νὰ πάθουν εἶνε νὰ τρελλαθοῦν. Ὑποθέτω ὅτι ἡ νευροπάθεια καὶ οἱ νοσηροί του φόβοι ἔχουν τὴν ἀρχὴν ἀπὸ κακὴν λειτουργίαν τοῦ στομάχου του, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα εἶνε καὶ αἱ σκοτοδίναι ποῦ παθαίνει. Δὲν πιστεύω νὰ εἶνε σοβαρὰ ἡ πάθησις.

Τῳόντι δὲ ὅταν τὴν ἐπιοῦσαν ἐξήτασε τὸν Παῦλον μ’ ἐβεβαίωσεν ὅτι αἱ σκοτοδῖναι προήρχοντο ἀπὸ στομαχικὰς διαταράξεις, ὅτι ἦσαν ἴλιγγοι στομαχικοί. Κατὰ τὰ ἄλλα διεβεβαίωσε τὸν φίλον μου ὅτι δὲν διέτρεχε κανένα κίνδυνον καὶ ὅτι αἱ νοσηραί του ἰδέαι προῆλθον ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν φρενολογικῶν συγγραμμάτων. Τοῦ συνέστησε δὲ νὰ παύσῃ ν’ ἀναγινώσκῃ τοιαῦτα ἔργα καὶ ἐν γένει τὰ διεγείροντα τὴν φαντασίαν καὶ ταράσσοντα τὰ νεῦρα καὶ τὸν συνεβούλευσε νὰ ταξειδεύσῃ. Ἐπεδοκίμασε δὲ τὴν ἰδέαν μου νὰ τὸν ὑπνωτίσῃ διὰ νὰ τοῦ ἀποσπάσῃ τὴν ἔμμονον ἰδέαν τοῦ μαύρου γάτου καὶ τῆς καταδιώξεως, ἀλλ’ ὅταν ἐπεχείρησεν, ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ὑπνωτισθῇ ὁ Παῦλος. Καὶ ὁ ἰατρὸς ἀπελπισθεὶς τὸν ἐκτύπησεν εἰς τὸν ὦμον, καὶ εἴτε διὰ νὰ καλύψῃ τὴν ἀποτυχίαν του, εἴτε πιστεύων ἀληθῶς ὅτι ἡ ἀποτυχία ἦτο καλὴ ἔνδειξις, τοῦ εἶπεν:

— Ἀπεδείχθη ὅτι ἔχεις μεγαλειτέραν νευρικὴν δύναμιν ἀπὸ μένα. Εἶσαι βράχος ὑγείας καὶ παραπονεῖσαι ὅτι εἶσαι νευροπαθής! Ἀρκεῖ νὰ θέλῃς καὶ θὰ βγάλης πᾶσαν κακὴν ἰδέαν ἀπὸ τὸ μυαλό σου. Ἀλλ’ ἅμα διορθωθῇ τὸ στομάχι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶνε δύσκολον, θὰ παύσουν αἱ ἰδιοτροπίαι καὶ μετ’ αὐτῶν ὅλα τὰ ἄλλα. Δὲν εἶνε τίποτε, τίποτε.

Καὶ μᾶς προέπεμψε μὲ ἐνθαρρυντικώτατον μειδίαμα, ἐπαναλαμβάνων:

— Δὲν εἶνε τίποτε, τίποτε, ἀλλ’ ἕνα ταξείδι εἶνε πολὺ ἀναγκαῖον.

Ο Παῦλος ὅμως, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ἀρχὴν ἐφάνη ἐλπίζων, ὅταν ἐξήλθαμεν μετέπεσεν εἰς ἀθυμίαν.

— Ἢ δὲν νοιώθει τίποτε ὁ νευρολόγος σου, μοῦ εἶπεν, ἢ εἶδεν ὅτι ἡ κατάστασίς μου εἶνε ἀπελπιστικὴ καὶ ἠθέλησε νὰ μὲ παρηγορήσῃ μὲ ψεύδη.

Ἐπροσπάθησα νὰ τὸν πείσω περὶ τοῦ ἐναντίου, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον. Τοῦ ἐπρότεινα ν’ ἀποταθῶμεν καὶ πρὸς ἄλλον ἰατρόν, ἀλλ’ εἰς ἀπάντησιν μοῦ εἶπεν ὅτι δὲν εἶχε καμμίαν πίστιν εἰς τοὺς ἰατροὺς καὶ τὴν ἰατρικὴν καὶ ἠθέλησε νὰ μὲ πείσῃ ὅτι ὁ κλάδος τῆς νευρολογίας δὲν ἔχει κάμει πρόοδον καμμίαν. Ἐπὶ τέλους δὲ ἐνόησα ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θὰ ἀνεχώρει, ἂν ὄχι εὐχαριστημένος, τοὐλάχιστον ἱκανοποιημένος ἂν ὁ ἰατρὸς ἐπεβεβαίωνε τοὺς φόβους του. Ἡ διάψευσις τῶν πεποιθήσεών του τὸν ἐπείσμωνεν, ἐπείραζε τὴν νοσηράν του φιλαυτίαν. Διὰ τοῦτο ἐθύμωσα καὶ ἐγὼ καὶ ἔκαμα τὸ λάθος νὰ τοῦ εἴπω:

— Μὰ πές μου λοιπὸν ὅτι θέλεις νὰ μὴ σοῦ λείψουν ἡ ἀφορμὲς γιὰ νὰ παραπονῆσαι. Εἶνε καὶ αὐτὴ ἀδυναμία μερικῶν ἀνθρώπων.

Μὲ ἠτένισεν ἐπὶ μίαν στιγμὴν ἄφωνος, ἔπειτα δὲ χωρὶς νὰ μὲ χαιρετήσῃ, ἔφυγεν. Ἔτρεξα κατόπιν του, μετανοήσας ἀμέσως διὰ τοὺς λόγους μου, τοῦ ἐζήτησα συγγνώμην, τοῦ εἶπα ὅτι ἠθέλησα ν’ ἀστειευθῶ, ἐπεκαλέσθην τὴν μακράν μας γνωριμίαν καὶ τὴν φιλίαν μας, ἀλλὰ τίποτε. Ἀνεχώρησε δυσαρεστημένος ἐναντίον μου καὶ μετά τινας ὥρας ἔλαβα τὴν ἑξῆς ἐπιστολήν:

«Ἐνόμιζα ὅτι ἔχω νὰ κάμω μὲ φίλον, σ’ ἐθεώρουν μάλιστα τὸν καλλίτερον φίλον μου καὶ σοῦ ἐξεμυστηρεύθην τὴν δυστυχίαν μου. Ἀλλὰ μὲ ἐξήγαγες ἐκ τῆς ἀπάτης· θὰ σ’ εὐχαρίστουν ἐὰν τὸ ἔπραττες ἐνωρίτερα· θὰ σ’ εὐχαρίστουν καὶ διὰ τοὺς κόπους σου, ἐὰν δὲν σὲ εἶχεν ἀποζημιώσει ἡ διασκέδασις ποῦ ἤκουες τόσην ὥραν τὸν ἰατρὸν νὰ μ’ ἐμπαίζῃ».

Μετὰ τὴν ἐπιστολὴν αὐτὴν δὲν ἦτο δυνατὴ πλέον σχέσις μεταξύ μας. Καθόλου παράδοξον νὰ τοῦ ἐπῆλθεν ἡ ὑποψία ὅτι ἤμουν συνένοχος τοῦ Λαμιρᾶ.


Ὁ Παῦλος δὲν ἔκαμε τὸ ταξεῖδι τὸ ὁποῖον τὸν συνεβούλευσεν ὁ ἰατρός, δὲν συνεμορφώθη δὲ πιθανῶς μὲ καμμίαν ἐκ τῶν παραγγελιῶν του. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἔγεινε μελαγχολικώτερος, όλιγόλογος καὶ μισάνθρωπος· ὅταν δὲ μετὰ δεκαπέντε ἡμέρας τὸν ἐπανεῖδα, εἶχε καταβληθῆ μεγάλως. Ἀπεπειράθην νὰ τοῦ ὁμιλήσω, νὰ ἐξαλείψω διὰ πάσης θυσίας τὴν πικρίαν τὴν ὁποίαν τοῦ εἶχαν προξενήσει οἱ λόγοι μου. Ἔβλεπα ὅτι ἀληθῶς ἔπασχε καὶ ἐγνώριζα ὅτι δὲν εἶχε κανένα φίλον τῆς ἐμπιστοσύνης του, ὁ ὁποῖος νὰ τὸν ἐνθαρρύνῃ. Ἀλλ’ ὅταν μὲ εἶδε, συνωφρυώθη καὶ ἀπέστρεψε τὸ πρόσωπον ἐχθρικῶς. Τίς οἶδεν; ἴσως τώρα ἔβλεπε δύο μαύρους γάτους ἀντὶ ἑνός.

Ἀπετάθην πρὸς ἕνα ἐξάδελφόν του, τὸν Ἀλκιβιάδην Δαμουλῆν, τὸν μόνον συγγενῆ τὸν ὁποῖον εἶχεν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀλλὰ καὶ αὐτὸν τὸν ἀπέφευγε. Μίαν ἡμέραν μόνον τοῦ εἶπε περὶ ἐμοῦ. «Ἄφης τον κι’ αὐτόν! Εἶνε διπρόσωπος». Τὸν ἠρώτησα ἔπειτα διὰ τὰς μεταξὺ Παύλου και Λαμιρᾶ σχέσεις, χωρὶς νὰ τοῦ φανερώσω τίποτε ἐξ ὅσων μοῦ εἶπεν ὁ Παῦλος.

— Ἐγὼ τοὺς γνωρίζω φίλους. Ἀν καὶ ὁ Παῦλος εἶνε πολλάκις ἀνυπόφορος μὲ τὰς ἰδιοτροπίας του, ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἄλλοτε ὁ Λαμιρᾶς καὶ ἡ γυναίκα του δὲν μποροῦσαν νὰ περάσουν χωρίς αὐτόν. Ὁ Νίκος ὁ Λαμιρᾶς εἶνε ἀγαθώτατος ἄνθρωπος, ἀρνί.

— Καὶ ὅμως κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ἐδῶ διαμονῆς του ἐμάλωσε μὲ τὸν Παῦλον καὶ τοῦ μίλησε μάλιστα πολὺ ἄσχημα.

— Μὴν ἀκοῦτε! Ἰδοὺ τί συνέβη. Ὁ υποδιοικητὴς ἔκαμε μίαν ἀσήμαντον παρατήρησιν εἰς τὸν Παῦλον, αὐτὸς δὲ παραδόξως ἐφαντάσθη ὅτι εἶχε διαβληθῆ ὑπὸ τοῦ Νίκου. Καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ καμμίαν ἀπόδειξιν ἢ κἂν πιθανότητα ἐξύβρισε τὸν Λαμιρᾶν ἐνώπιον τῶν ἄλλων υπαλλήλων, τὸν εἶπε μοχθηρόν, κακεντρεχή, φθονερὸν καὶ παρ’ ὀλίγον μάλιστα νὰ τοῦ ἐπιτεθῇ. Ὁ Λαμιρᾶς εἶνε φιλόσοφος ἄνθρωπος, τοῦ ἔχει παραβλέψει πολλά, ἔκαμε δὲ καὶ τότε ὑπομονήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Παῦλος δὲν τὸν ἄφηνε πλέον ἥσυχον, ἔχασε καὶ αὐτὸς τὴν ὑπομονήν του μίαν ἡμέραν καὶ τοῦ εἶπε: «Φοβοῦμαι, δυστυχῆ, ὅτι θὰ τελειώσῃς στὸ φρενοκομεῖον». Αὐτὰ μοῦ τὰ διηγήθησαν οἱ συνάδελφοί των καὶ αὐτὸς ὁ Λαμιρᾶς, ὅστις μάλιστα ἐλυπήθη πολὺ διότι παρεφέρθη εἰς τοιοῦτον βαθμόν, παρὰ τὸν χαρακτῆρα καὶ τὴν συνήθειάν του.

Λησμονήσας τὸ ἐνδεχόμενον τῆς παραφροσύνης, κατελήφθην ὑπὸ ἀγανακτήσεως. Ὠχ! ἀδερφέ, νὰ κάθωμαι νὰ σκοτίζωμαι δι’ ἕνα τέτοιον ἄνθρωπον… Ἀλλ’ ὅταν τὸν ἐπανεῖδα μοῦ ἐκίνησεν ἐκ νέου τὸν οἶκτον καὶ τὴν συμπάθειαν. Ἡ μελαγχολία καὶ ἡ ἐξασθένησίς του ἐπροχώρουν. Αὐτὸς ὁ ἄλλοτε τόσον φιλόκαλος, εἶχε παραμελήσει τὸν ἑαυτόν του καὶ τὰ ἄκοπα γένια του καθίστων ἐμφανεστέραν τὴν ἐξασθένησιν καὶ τὴν κόπωσιν τοῦ προσώπου του. Ἀπὸ τὴν ἐργασίαν του ἀπουσίαζε συχνὰ καὶ πρὸς ἕνα τῶν συναδέλφων του, ὅστις τὸν ἠρώτησε πῶς ἦτο, εἶπε:

— Δὲν εἶμαι καλά. Ὁ κόσμος μοῦ φαίνεται στενός, πνίγομαι. Θέλω νὰ τρέχω, νὰ τρέχω.

Συνήθως ἐβάδιζεν ἀφῃρημένος καὶ πολλάκις ἐκινδύνευσε να τὸν καταπατήσουν ὀχήματα.

Ὅταν ἦλθεν ὁ Λαμιρᾶς, ἔπαυσε νὰ πηγαίνῃ εἰς τὸ γραφεῖόν του καὶ μετά τινας ἡμέρας μάλιστα ἔστειλε τὴν παραίτησίν του. Ἔκτοτε δὲ ἔγεινεν ἄφαντος. Ὁ ἐξάδελφός του ἀνησυχῶν μετέβη εἰς τὴν κατοικίαν του.

— Ποῦ εἶνε ὁ Παῦλος; ἐρωτᾷ τὴν νοικοκυράν.

— Τί νὰ σοῦ πῶ, παιδί μου; τοῦ λέγει ἡ γραῖα μυστηριωδῶς καὶ κινοῦσα θλιβερῶς τὴν κεφαλήν. Ξέρω κ’ ἐγὼ τί ἔχει πάθει αὐτὸ τὸ παιδί; Μέρες τώρα μένει μέσα κλεισμένος καὶ οὔτε μέρα βγαίνει, οὔτε νύχτα. Τοῦ φέρνουν φαῒ ἀπὸ τὸ ξενοδοχεῖον καὶ τὸ παίρνει ἀπὸ τὸ παράθυρο. Επῆγα προχθὲς νὰ τοῦ μιλήσω, ν’ ἀνοίξῃ κομμάτι νὰ πάρῃ ἀέρα κ’ ἐθύμωσε τόσο πολύ, ποῦ τὸν ἐφοβήθηκα.

Ὁ Ἀλκιβιάδης, κακὰ προμαντεύων, ἐπλησίασεν εἰς τὴν θύραν καὶ ἐκτύπησε:

— Παῦλε!

Ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ κτυπήσῃ καὶ νὰ φωνάξῃ πολλάκις, ἕως οὗ ἐπὶ τέλους ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ Παύλου ἐκ τοῦ δωματίου βραγχνή:

— Σύ ’σαι, Ἀλκιβιάδη;

Μετ’ ὀλίγον ὁ Ἀλκιβιάδης τὸν ἤκουσεν ἀποσύροντα ὄπισθεν τῆς θύρας διάφορα βαρέα πράγματα, μπαοῦλα και τραπέζια. Ἔπειτα ἦλθε πάλιν ἐκ τοῦ βάθους ἡ φωνὴ τοῦ Παύλου:

— Ἐμπρός!

Ὁ Ἀλκιβιάδης ἤνοιξε τὴν θύραν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ προχωρήσῃ· τόσον ἦτο μολυσμένη ἡ ἀτμόσφαιρα τοῦ δωματίου.

— Ἔλα μέσα, ἔλα μέσα καὶ κλεῖσε, τοῦ ἐφώναξεν ἐπειγόντως καὶ ἀνησύχως ὁ Παῦλος ἐκ τῆς κλίνης του, ὅπου εἶχε χωθῆ καὶ σκεπασθῆ.

— Νὰ κλείσω;… Ἀδύνατον! εἶπεν ὁ Ἀλκιβιάδης ἐκ τῆς θύρας καὶ ἀπέστρεφε τὸ πρόσωπον. Πῶς ζῇς αὐτοῦ μέσα; Δὲν αἰσθάνεσαι ὅτι ὁ ἀέρας εἶνε μολυσμένος;

— Ἔλα γλήγορα ἢ θὰ σηκωθῶ νὰ κλείσω.

Ὁ Ἀλκιβιάδης, ἀφοῦ ἀφῆκεν ἐπί τινα λεπτὰ ἀνοικτὴν τὴν θύραν καὶ ἀνενεώθη κάπως ὁ ἀέρας τοῦ δωματίου, εἰσῆλθε.

— Κλεῖσε, κλεῖσε! τοῦ ἐφώναζεν ὁ Παῦλος μὲ ἀνησυχίαν.

Ὁ Ἀλκιβιάδης ὤθησε τὴν θύραν:

— Μὰ δὲν μοῦ λὲς τί σοῦ ἦρθε; Ἀπεφάσισες νὰ πεθάνῃς ἐδῶ μέσα; Γιατί εἶσαι κατάκλειστος; Τί θέλουν αὐτὰ τὰ μπαοῦλα πίσω ἀπὸ τὴν πόρτα; Μέρα μεσημέρι εἶσαι κατάκλειστος καὶ κρεββατωμένος! Εἶσαι ἄρρωστος;

Ἀντὶ ἀπαντήσεως ὁ Παῦλος ἔθηκε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν χειλέων του καὶ ἐψιθύρισεν ἐπανειλημμένως: σούτ!

Ὁ Ἀλκιβιάδης ἤρχισε νὰ καταλαμβάνεται ὑπὸ δέους.

— Μὰ δὲ μοῦ λὲς εἶσαι ἄρρωστος; ἐπανέλαβε περιάγων τὸ βλέμμα εἰς τὸ δωμάτιον, ὅπου τὰ πάντα ἦσαν ἄνω κάτω.

— Σιωπὴ καὶ κάθησε.

Ὁ Ἀλκιβιάδης ἐκάθησε.

— Τέλος, πάντων, εἶπε ταπεινώσας τὴν φωνήν, τί μυστήρια εἶνε αὐτά; Τί σοὺτ καὶ σούτ; Σὲ πολιορκοῦν ἐδῶ μέσα;

— Ναί.

— Ποῖος;

— Ὁ Μαῦρος Γάτος.

Ὁ Ἀλκιβιάδης τὸν παρετήρησε, προσπαθῶν νὰ φανῇ γελαστός.

— Ἀστεία εἶν’ αὐτά; τοῦ εἶπε.

Διὰ μιᾶς ὁ Παῦλος ἀνεσηκώθη ἐξηγριωμένος, μὲ μάτια φλογερά, καὶ ἐφώναξε, δεικνύων τὴν θύραν:

— Φύγε ἀπ’ ἐδῶ! ἔξω ἀπ’ ἐδῶ! Ἦλθες νὰ γελάσῃς μὲ τὴν δυστυχίαν μου! φύγε ἀμέσως, ἀμέσως, ἀμέσως!

Καὶ ἐπανέλαβε πλέον ἢ δεκάκις τὴν τελευταίαν λέξιν, καὶ τόσον δυνατὰ ὥστε ἐπνίγη ἐπὶ τέλους ἡ φωνή του.

Ὁ Ἀλκιβιάδης ἐσηκώθη ἔντρομος, κατεχόμενος ὑπὸ τῆς ἰδιαιτέρας φρίκης τὴν ὁποίαν προξενοῦν αἱ κραυγαὶ καὶ οἱ παροξυσμοὶ τῶν μανιακῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲ ἡ νοικοκυρὰ ἀκούσασα τὰς κραυγὰς τοῦ Παύλου, προσέτρεξεν, ἠκούσθη ὁ θροῦς τῶν παντουφλῶν καὶ τῶν φορεμάτων της καὶ ἐνεφανίσθη ἡ κεφαλή της. Τότε άληθῶς ἐξεμάνη ὁ Παῦλος καὶ ἡ βραγχνή φωνή του αντήχησεν ὡς ὑλακὴ μανδροσκύλου:

— Τί θέλεις ἐδῶ ἐσύ, παλιογυναίκα; Αἴ! αἴ! αἴ!

Καὶ πηδήσας ἐκ τῆς κλίνης ἥρπασε τὸν ἐξάδελφόν του ἐκ τοῦ ὤμου καὶ μὲ καταπληκτικὴν δύναμιν τὸν ὤθησεν ἔξω κραυγάζων:

— Ἔξω! ὅλοι ἔξω!

Κατόπιν ἔκλεισε μὲ ὁρμὴν τὴν θύραν, τὴν ἐκλείδωσε καὶ ὁ Ἀλκιβιάδης τὸν ἤκουσε νὰ σύρῃ ὄπισθεν αὐτῆς ἐκ νέου μπαούλα καὶ τραπέζια.

Τὴν ἐπιοῦσαν μ’ εὑρῆκεν ὁ Ἀλκιβιάδης καὶ μοῦ ἀνήγγειλε τὰ γενόμενα, μοῦ εἶπε δ’ ἐπὶ πλέον ὅτι ὁ Παῦλος ἐξηκολούθει νὰ μένῃ κατάκλειστος καὶ ὅτι μάλιστα τὴν παρελθοῦσαν ἑσπέραν ἔμεινε νῆστις, μὴ δεχθεὶς τὸ δεῖπνον τὸ ὁποῖον τοῦ ἔστειλαν ἀπὸ τὸ ξενοδοχεῖόν του. Ἴσως θὰ ὑπώπτευσεν ὅτι ἦτο δηλητηριασμένον.

Ἐτρέξαμεν εἰς τοῦ ἰατροῦ Β., ὅστις ἐπείσθη ἐπὶ τέλους ὅτι ὁ ἀσθενὴς εἶχε κάμει καλλιτέραν διάγνωσιν ἀπὸ αὐτόν.

— Περίεργος περίπτωσις, πολὺ περίεργος! ἔλεγεν.

Ἐπιφυλαχθεὶς δὲ νὰ τὸν ἴδῃ, μᾶς εἶπεν ὅτι ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀπομονωθῇ τὸ ταχύτερον εἰς τὸ φρενοκομεῖον, διότι ὑπῆρχε φόβος νὰ φονεύσῃ κανένα ἢ ν’ αὐτοκτονήσῃ. Ἀνεχωρήσαμεν μὲ σκοπὸν νὰ εἰδοποιήσωμεν τηλεγραφικῶς τοὺς ἀδελφούς του καὶ νὰ καταστήσωμεν τὸ πρᾶγμα γνωστὸν εἰς τὴν ἀστυνομίαν διὰ νὰ μᾶς συνδράμῃ ἐν ἀνάγκῃ.

Ἦτο Κυριακή. Μετά πολυμέρους κακοκαιρίας, ὁ ἥλιος ἀνεφάνῃ φαιδρός, διὰ νὰ δώσῃ μίαν ὡραίαν χειμερινὴν ἡμέραν εἰς τοὺς Ἀθηναίους. Καὶ ἐνῷ μὲ τὸν Ἀλκιβιάδην κατεβαίναμεν διὰ τῆς ὁδοῦ Λυκαβηττοῦ, ἐπανήρχοντο εἰς τὸ πνεῦμά μου σκέψεις τὰς ὁποίας πολλάκις ἔκαμα διὰ τὴν ἀπάθειαν τῆς φύσεως πρὸς τὰς ἀθλιότητας αἵτινες σύρονται εἰς τὰς ὁδοὺς ἢ κατάκεινται ἐπὶ τῶν πεζοδρομίων, πρὸς τὴν συννεφιὰν καὶ τὴν ὀδύνην τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τὴν ψυχήν.

Κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ὁ Νικόλαος Λαμιρᾶς ἐξῆλθεν ἐκ τῆς παρὰ τὴν πύλην τοῦ Ἀδριανοῦ οἰκίας του μετὰ τοῦ ἑξαετοῦς υἱοῦ του Φαίδωνος διὰ νὰ κάμῃ τὸν προσφιλῆ του περίπατον ὄπισθεν τῆς Ἀκροπόλεως μέχρι τῶν λόφων τῆς Πνυκὸς καὶ τοῦ Φιλοπάππου. Εἰς τὸ παράθυρον ἐφάνη μετὰ μίαν στιγμὴν ἡ κυρία Λαμιρᾶ, λεπτοφυὴς καὶ γλυκεῖα ξανθή, καὶ ἐκαμάρωνε τὸν υἱόν της, ὁ ὁποῖος στραφεὶς τῆς ἔστειλε μὲ τὸ χέρι φιλήματα.

Ἦτο χαριτωμένον ἀγοράκι ὁ Φαίδων. Ὅταν ἐσυχνάζαμεν εἰς τὸ σπίτι τοῦ Λαμιρᾶ, ὅλοι ἐγοητευόμεθα ἀπὸ τὸ κάλλος τῆς μορφῆς του καὶ τὴν χάριν τῶν ψελλισμάτων του. Αὐτὸς ὁ Παῦλος τὸ ἠγάπα πολύ, ἐγέλα ἐπαναλαμβάνων τὰ τραυλίσματά του καὶ τὸ ἐχόρευεν ἐπὶ τῶν γονάτων του. Τώρα δὲ ἦτο ἀκόμη ὡραιότερον καὶ χαριέστερον. Ἀγγελικὴ κεφαλὴ μὲ ξανθοὺς βοστρύχους σγουροὺς, μάτια μεγάλα, γεμάτα φῶς καὶ ἀθώαν χαράν.

Ἐπροπορεύετο μὲ σκιρτήματα σκύλακος, καὶ ἐμειδία πρὸς τὸν κόσμον ὅλον, ὅπως ὅλος ὁ κόσμος τοῦ ἐμειδία. Καὶ ἀφοῦ ἐπροχώρει ὀλίγον, ἐπέστρεφε καὶ ἀπηύθυνε παντοίας ἐρωτήσεις πρὸς τὸν «μπαμπάκα», ὁ ὁποῖος δὲν ἐκουράζετο ν’ ἀπαντᾷ, συχνὰ δ’ ἐθώπευε τὰ μελίχρυσα τοῦ μικροῦ του μαλλιά. Οὕτω διῆλθον τὴν ὄπισθεν τῆς Ἀκροπόλεως λεωφόρον καὶ ἐστράφησαν πρὸς τὸν μεταξὺ Πνυκὸς καὶ Φιλοπάππου ναΐσκον, παρὰ τὸν ὁποῖον ἔβοσκεν αἶγα μὲ ἐρίφια. Ὁ Φαίδων ἰδὼν αὐτὴν ἐξέπεμψε φωνὴν μεγάλην:

— Μπαμπάκα, μία κατσίκα μὲ τὰ κατσικάκια της!

Καὶ ἐστάθη γοητευμένος, μὲ τὰς χεῖρας ἐπὶ τῶν μηρῶν.

— Τρέξε νὰ παίξετε μαζῆ, τοῦ ἐφώναξεν ὁ πατήρ του μειδιῶν.

Ὁ Φαίδων ἔτρεξεν, ἀλλ’ ὅταν ἐπλησίαζε καὶ εἶδεν ὅτι ἡ αἶγα ὕψωνε πρὸς αὐτὸν τὰ ἐλαιώδη της μάτια καὶ ἔλαβε στάσιν κάπως ἀπειλητικήν, τὸ βῆμά του ἔγεινε διστακτικόν. Ἡ αἶγα ὅμως, ἀφοῦ ἐπὶ μικρὸν τὸν παρετήρησεν, ἐτράπη εἰς φυγὴν μὲ τὰ τέκνα της καὶ ὁ Φαίδων ἠκολούθησε τρέχων, ἐνῷ ὁ Λαμιρᾶς τοῦ ἐφώναζε:

— Πρόσεξε μην πέσῃς.

Τὴν ὥραν ἐκείνην ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ πευκάκια τὰ παρὰ τὴν Ἀκρόπολιν νέος τριάκοντα περίπου ἐτῶν, ὠχρὸς καὶ καταβεβλημένος, ὡς νὰ εἶχε σηκωθῆ ἀπὸ μακρὰν ἀσθένειαν, ἀλλόκοτος τὸ ἦθος. Καὶ ἐνῷ ὁ Λαμιρᾶς ἀνέβαινε διὰ τῆς ἀτραποῦ πρὸς τὸν ναΐσκον τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, πέραν τοῦ ὁποίου εἶχε προχωρήσει ὁ υἱός του, ὁ νέος ἐκεῖνος ἠκολούθησε τὴν αὐτὴν διεύθυνσιν. Ἦτο δὲ τόσον τεταραγμένος, ὥστε ἐμονολόγει προφέρων φράσεις διακεκομμένας.

Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ δρομίσκου καὶ εἶδεν εἰς μικρὰν ἀπόστασιν τὸν Λαμιρᾶν, τοῦ ὁποίου ἐφαίνοντο οἱ ὦμοι καὶ ἡ κεφαλή, ἐξήφθη φοβερά, εξήγαγε πολύκροτον καὶ σπεύδων πρὸς τὸν πατέρα τοῦ Φαίδωνος, εἶπε μὲ φωνὴν τρέμουσαν:

— Ἀνθρωπόμορφε σατανᾶ, ἕως πότε θὰ μὲ καταδιώκης; Ἀλλὰ δὲν θ’ ἀποθάνω εἰς τὸ φρενοκομεῖον, θ’ ἀποθάνωμεν ἐδῶ μαζῆ!

Ὁ Λαμιρᾶς στραφεὶς ἀνεγνώρισε τὸν Παῦλον, ἐπερχόμενον καὶ ἕτοιμον νὰ πυροβολήσῃ κατ’ αὐτοῦ… Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Παῦλος ἦτο ἕτοιμος νὰ πιέσῃ τὴν σκανδάλην, ἔκαμε κίνημα ἐκπλήξεως. Οἱ ἐξηγριωμένοι ὀφθαλμοί του πλατύνθησαν περισσότερον καὶ ὁ τεταμένος βραχίων του χαλαρώνη. Μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Λαμιρᾶ εὑρίσκετο ὁ Φαίδων, μὲ στάσιν ἐκπλήξεως καὶ δέους, συμμαζευόμενος πλησίον τοῦ πατρός του, τοῦ ὁποίου τὸ ἔνδυμα ἐκράτει. Ὁ Παῦλος τὸν ἀνεγνώρισε καὶ ἡ συννεφωμένη μορφή του αἰθρίασε, τὸ ἄγριόν του βλέμμα ἐπραΰνθη.

— Ὁ Φαίδων! ἐψιθύρισε. Πῶς ἐμεγάλωσε!

Οἱ ὀφθαλμοί του ἐφάνησαν ὡς νὰ ὑγράνθησαν. Ἀφοῦ δὲ ἐπί τινας στιγμὰς παρετήρησε τὸν Φαίδωνα μὲ ἀνέκφραστον τρυφερότητα, εἶπε πρὸς τὸν πατέρα του μὲ φωνὴν σιγανήν, σχεδὸν ἤρεμον, ἐνῷ τὸ βλέμμα του ἐδείκνυε τὸ παιδίον:

— Τί νὰ σοῦ κάμω; ἡ ἀθωότης του εἶνε τεῖχος ἀνυπέρβλητον μεταξὺ τῆς μοχθηρίας σου καὶ τῆς ἀπελπισίας μου.

Ἔπειτα ἔφυγε πρὸς τὴν Πνύκα· δὲν εἶχε δὲ ἀκόμη συνέλθει ἀπὸ τὴν ἔκπληξιν καὶ τὸν τρόμον του ὁ Λαμιρᾶς, ὅτε ἤκουσε πυροβολισμὸν ὑπόκωφον. Ἔδραμε πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ εὗρε τὸν Παῦλον ἀσπαίροντα, μὲ μίαν σφαῖραν εἰς τὴν καρδίαν.