Μετάβαση στο περιεχόμενο

Ο βρυκόλακας

Από Βικιθήκη
Ὁ Βρυκόλακας
Συγγραφέας:


Ἐπήγαινα ἀπὸ τὸ Μεραμπέλλο εἰς τὸ Ἡράκλειον. Καὶ ἐπειδὴ ἦτο θέρος, ἐπεκράτει δὲ τότε ἀσφάλεια εἰς αὐτὰ τὰ μέρη τῆς Κρήτῆς, ἐπροτίμησα νὰ ὁδοιπορήσω νύκτα διὰ ν’ ἀποφύγω τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας.

Ὁ ἀγωγιάτης, τὸν ὁποῖον εἶχα πάρει ἀπὸ τὴν Νεάπολην τοῦ Μεραμπέλλου, ὠνομάζετο Μαλλιώτης καὶ κατήγετο τωόντι ἀπὸ τὰ Μάλλια, ὡς μοῦ εἶπεν ὅταν ἐπλησιάζαμεν εἰς αὐτὸ τὸ χωριό.

— Νὰ τὸ χωριό μου! εἶπεν ἐκτείνων τὸν βραχίονα πρὸς τἀριστερά.

Τρία ἢ τέσσερα μικρὰ φῶτα ἐδείκνυαν τὴν θέσιν τοῦ χωριοῦ. Ἡ σελήνη δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη, ἀλλὰ τὸ σκότος ἦτο τόσον ἐλαφρὸν καὶ διαφανές, ὥστε διεκρίνοντο τὰ σχήματα τῶν πλησιεστέρων ἀντικειμένων. Ἐμάντευσα δὲ μᾶλλον παρὰ διέκρινα ὅτι δεξιὰ ἐξετείνετο χαμηλὸν ἁλίπεδον, ἀπὸ τὸ βάθος τοῦ ὁποίου ἤρχετο ἐξησθενημένος ὁ ρόχθος τῆς θαλάσσης, ὡς πνοὴ κοιμωμένου θηρίου.

— Χάνι ’ν’ αυτό; ἠρώτησα τὸν ἀγωγιάτην, δεικνύων μίαν υπόλευκον οἰκοδομὴν πλησίον τοῦ δρόμου.

— Ὄχι, ἐκκλησά· εἶνε τὸ νεκροταφεῖο τοῦ χωριοῦ.

Τὸ χάνι ἦτο παρακάτω καὶ ἐκεῖ ἐσταματήσαμεν ἐπ’ ὀλίγην ὥραν. Ἦταν ἀργὰ καὶ εἰς τὸ χωριὸ ἐπεκράτει ἡσυχία καὶ μόνον γαυγίσματα σκύλλων ἐχαιρέτισαν τὴν διάβασιν μας. Μετ’ ὀλίγον ἔσβυσαν καὶ τὰ ὀλίγα φῶτα. Ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ἁλίπεδον κάτω, ὅπου ἦσαν οἱ λαχανόκηποι τῶν Μαλλιωτῶν, τὸ βαρὺ τῆς θαλάσσης ἀνάσασμα συνώδευε μίαν μυριόστομον συμφωνίαν γρύλλων καὶ βατράχων. Ἐνῷ δὲ καθήμενος εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ ξενῶνος ἐπερίμενα τὸν ἀγωγιάτην καὶ τὸν ἡμίονόν του νὰ τελειώσουν τὸν δεῖπνόν των, ἡ βοὴ ἐκείνη μἔρριπτεν εἰς γλυκυτάτην ὕπνωσιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν μὲ δυσαρέσκειαν μὲ ἀπέσπασεν ἡ φωνὴ τοῦ Μαλλιώτη διά νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν πορείαν μας.

Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ ἡμιόνου ἐξηκολούθησα νὰ νυστάζω καὶ θὰ ἔπαιρνα καμμιὰν κουτρουβάλλαν, ἂν δὲν διεσκέδαζε τὴν νάρκην μου τὸ ἐνδιαφέρον μιᾶς ἱστορίας, τὴν ὁποίαν ἤρχισε νὰ μοῦ διηγῆται ὁ ἀγωγιάτης.

Εἰς τὸ χωριὸ ἐκεῖνο κατοικοῦσε πρὸ ἐτῶν ἕνας γέρος πολὺ ἰδιότροπος, τόσον ἰδιότροπος, ὥστε νὰ θεωρῆται γενικῶς ἀπὸ τοὺς χωριανοὺς τρελλὸς καί, κάτι περισσότερον, νεραϊδοπαρμένος. Ὁ γέρο Τζιρίτης, ὡς ὠνομάζετο, συγγενεῖς στενοὺς δὲν εἶχεν, ἀλλὰ κάτι μακρινούς, τοὺς ὁποίους δὲν ἤθελε νὰ δῇ.

Ἔζη μόνος του, ὡς θηρίον, εἰς ἕνα παλιόσπιτο. Περιουσίαν δὲν εἶχεν, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐδιακόνευεν. Ἂν δὲν τὸν ἐλυποῦντο ἡ γυναῖκες νὰ τοῦ δίδουν ἕνα κομμάτι ψωμί, θὰ ψοφοῦσε, χωρὶς νὰ ζητήσῃ, χωρὶς νὰ μιλήσῃ.

Κανεὶς δὲν ἐγνώριζε πῶς ἦτο μέσα στὸ σπίτι του, διότι κανένα δὲν ἀφῆκε ποτὲ νἄμπῃ. Καὶ ὅταν ἐπήγαιναν ἡ γυναῖκες νὰ τοῦ δώσουν κάτι νὰ φάῃ, τὸ ἄφηναν εἰς τὸ κατῶφλι τῆς πόρτας του καὶ τοῦ κτυποῦσαν νὰ τὸ πάρῃ. Ἤξευραν ὅτι ἦτο καλὸς νὰ σκοτώσῃ κεῖνον ποὺ θἄκανε νὰ μπῇ στὸ σπίτι του.

Πολὺ σπανίως μιλοῦσε καὶ τότε γιὰ νὰ πῇ ὀλίγες λέξεις καὶ αὐτὲς τόσο σιγὰ καὶ τόσο γλήγωρα, ποὗτον δύσκολον ν’ ἀντιληφθῇ κανεὶς τί ἔλεγε. Καὶ ὅμως αὐτὸς ὁ τόσον ὀλιγόλογος μὲ τοὺς ἄλλους, μιλοῦσε ἀδιάκοπα σχεδὸν μὲ τὸν ἑαυτό του. Τὰ χείλη του ἐκινοῦντο διαρκῶς κι’ ἅμα τὸν ἐπλησίαζες ἄκουες κ’ ἕνα μουρμούρισμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν μποροῦσε κανεὶς νὰ διακρίνῃ τίποτε.

Μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ οἱ χωριανοὶ εἶχαν τὴν ἰδέαν ὅτι μιλεῖ μὲ καμμιά νεράϊδα ποῦ τοὖχε πάρει τὸ νοῦ. Αὐτὴ τὴν νεράϊδα θὰ τὴν εἶχε καὶ στὸ σπίτι του κ’ ἐζοῦσαν μαζῆ καὶ γιαὐτὸ δὲν ἤθελε νὰ μπῇ κανεὶς νὰ τὴν ἐνοχλήσῃ ἢ νὰ τὴ δῇ. Κάτι ψαράδες ἔλεγαν πῶς τὸν εἶδαν περασμένα μεσάνυκτα νὰ περπατῇ κάτω στ’ ἀκρογιάλι μὲς στὴ βοὴ τοῦ ἀνέμου καὶ τῶν κυμάτων. Καὶ βέβαια εἰς αὐτοὺς τοὺς νυκτερινοὺς περιπάτους θἆχε συντροφιὰ τὴ νεράϊδα του.

Ἐκεῖνον τὸν καιρὸ πολλοὶ ἄνθρωποι ἐβρυκολάκιαζαν, ἐκακαθρώπιζαν, ὅπως τὤλεγαν στὴν Κρήτη. Ὅλοι λοιπὸν στὰ Μάλλια εἶχαν τὴν ἰδέαν ὅτι καὶ ὁ γέρο νεραϊδῆς ἦταν ἀδύνατον νὰ μὴ κακαθρωπίσῃ ὅταν θὰ πέθαινε. Ἀλλ’ ὁ Τζιρίτης ἐβάστα καλὰ καὶ πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς ποὺ περίμεναν νὰ τὸν δοῦν βρυκόλακα πέθαναν κι’ αὐτὸς ἐξακολουθοῦσε νὰ κάνῃ τοὺς νυκτερινοὺς περιπάτους του μὲ τὴ νεράϊδα. Ἀλλὰ μιὰ μέρα πῆγε μεσημέρι κ’ ἡ πόρτα του δὲν ἄνοιξε. Μωρέ, μὴν ἀπέθανε; Τοῦ κτυποῦν, τοῦ φωνάζουν, ἀλλὰ τίποτε. Ἀποφάσισαν τότε κἔσπασαν τὴν πόρτα καὶ τὸν εὑρῆκαν πεθαμένο πάνω σὲ κάτι παλιόρρουχα.

Ἦτο τότε συνήθεια, ἅμα πέθαινε κανείς, νὰ τοῦ ψάλλουν τὴν νεκρικὴν ἀκολουθίαν κ’ ἔπειτα νὰ τὸν πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία τοῦ νεκροταφείου καὶ νὰ τὸν ἀφήνουν ἐκεῖ ἕως τὴν ἄλλη μέρα ποῦ θὰ τὸν ἐνταφίαζαν. Ἐπειδὴ τὸν καιρὸ ἐκεῖνον γιατροὶ δὲν ὑπῆρχαν, συνέβαινε νὰ θάφτουν καὶ μερικοὺς ζωντανοὺς κατὰ λάθος. Γιαὐτὸ ἐκράτησε αὐτὴ ἡ συνήθεια. Τὸ ἴδιο ἔγινε καὶ γιὰ τὸν Τζιρίτη καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχε συγγενεῖς γιὰ νὰ μείνουν κοντά του, τὸν ἀφῆκαν κατάμονο στὸ ἐκκλησάκι τοῦ νεκροταφείου. Μερικὲς ἀπὸ τὶς γριές θἄμεναν ἴσως νὰ τοῦ κάμουν παραμονή· ἀλλὰ ποιὰ εἶχε τὸ θάρρος νὰ μείνῃ τὴ νύκτα κοντὰ σἕνα νεραϊδῆ πεθαμένον, ποῦ ἦτο καὶ φόβος νὰ βρυκολακιάσῃ;

Ἀλλ’ ὁ γέρο Τζιρίτης δὲν ἔμεινε μόνος· φαίνεται ὅτι ἡ νεράϊδες καὶ τὰ ἄλλα ἀερικὰ ἔκαμαν σύναξι στὸ νεκροταφεῖο, διότι ἅμα νύκτωσε σηκώθηκε ἕνας φοβερὸς ἄνεμος κ’ ἐμπαινόβγαινε μὲ γογγυτὰ καὶ θρήνους ἀπὸ τὸ φεγγίτη τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ τὶς σχισμάδες τῶν παραθύρων. Τὰ καντήλια ἔσβυσαν κι’ ὁ Τζιρίτης ἔμεινε στὰ θεοσκότεινα.

Τὴν ὥρα ἐκείνη ἐρχότανε ἀπὸ τὸ δρόμο τοῦ Μεραμπέλλου ἕνας γεροντάκος, καμπουριασμένος πάνω στὸ ραβδί του. Σὲ κάθε δυνατὸ φύσημα ἐστεκότανε κι’ ἀντιστηρίζετο μὲ τὸ ραβδί, γιὰ νὰ μὴν πέσῃ. Ὁ ἄνεμος ἦτο κρύος καὶ τοὔπιανε τὴν ἀναπνοή. Ἀλλ’ ἐπροχωροῦσε σιγὰ σιγά. Ὅταν ὅμως ἔφθασε μπροστὰ στὸ νεκροταφεῖο, δὲν εἶχε πιὰ δύναμι. Ἀδύνατον νὰ φθάσῃ στὸ χωριό. Ἀλλὰ κι’ ἂν πήγαινε στὸ χωριό, σὲ ποιὰ πόρτα νὰ κτυπήσῃ; Θὰ τὸν ἔβαζε κανεὶς στὸ σπίτι του τέτοια ὥρα ἕνα διακονιάρη; Καλλίτερα νὰ μὴν ἐνοχλήσῃ κανένα, ἀλλὰ νὰ πάῃ στὸ ἐκκλησάκι τοῦ νεκροταφείου, ὅπου καὶ ἄλλη φορὰ εἶχε ξωμείνει.

Ἐπῆγε κ’ ἔσπρωξε τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησίας. Δὲν ἦτο κλειδωμένη· καὶ δὲν εἶχεν ἴσως καὶ κλειδωνιάν. Καὶ ἀπὸ τὸ βαρὺ τρίξιμο ποῦ ἔκαμε γιὰ ν’ ἀνοίξῃ ἀντιλάλησε ὁ θόλος.

— Εὐχαριστῶ σε, Θέ μου, εἶπεν ὁ γέρος, ποῦ δὲ διώχνεις κανένα ἀπὸ τὸ σπίτι σου.

Ἔκαμε τὸ σταυρό του στὰ σκοτεινὰ καὶ ἀφοῦ ἔκλεισε πάλι τὴν πόρτα ἐπῆγε κ’ ἐζάρωσε σὲ μιὰ γωνιά.

Τὸ πρωὶ ἐξημέρωνε καθημερινὴ καὶ ὁ παπᾶς ἐβιάστηκε νὰ θάψῃ τὸ γέρο Τζιρίτη καὶ νὰ πάῃ ἔπειτα καὶ στὴ δουλειά του. Ἐπέρασε καὶ εἰδοποίησε μερικοὺς χωριανοὺς νὰ πᾶνε κἐτράβηξε μόνος στὸ νεκροταφεῖο. Δὲν εἶχε φωτίσει καλὰ ἀκόμη, γιατ’ ἤτονε καὶ συννεφιά.

Ὁ παπᾶς ἔσπρωξε τὴν πόρτα τῆς ἐκκλησιᾶς καὶ εἶπε, ὡς νὰ μιλοῦσε τάχα τοῦ πεθαμένου:

— Πῶς νὰ τὰ πέρασες ἀπόψε, εὐλογημένε, μὲ τόση ἀνεμικὴ καὶ κρυγιάδα!

Κ’ ἐκεῖ ποὔκανε νἄμπῃ στὴν ἐκκλησία ἀκούει μιὰ τρεμουλιαστὴ φωνὴ νὰ τοῦ ἀποκρίνεται ἀπὸ μέσα:

— Ὁ Θεὸς κ’ ἐγὼ κατέχω πῶς ἐπέρασα!

Ὁ παπᾶς ἐμαρμάρωσε στὴν πόρτα. Τὸ πρόσωπό του κέρωσε καὶ τὰ γένεια του τρέμανε σὰν τὴν οὐρὰ τῆς σουσουράδας. Μποροῦσε νὰ μὴ τοῦ περάσῃ ἡ ἰδέα πῶς ὁ Τζιρίτης ἐβρυκολάκιασε; Ὅταν μάλιστα εἶδε νὰ προβάλῃ ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς ἐκκλησιᾶς μιὰ γεροντικὴ κεφαλή, δὲν τοὔμεινε ἀμφιβολία καὶ τὤβαλε στὰ πόδια.

Ὅταν ἔφθασε στὸ σπίτι του ἔπεσε μὲ πυρετὸ καὶ στὰ παραμιλητά του ἔλεγε πῶς εἶδε τὸν Τζιρίτη κακαθρωπισμένον. Καὶ οἱ χωριανοὶ τὸ περίμεναν καὶ δὲν ἐδυσκολεύθηκαν νὰ τὸ πιστεύσουν. Ἔφεραν παπᾶ ἀπὸ ἄλλο χωριὸ κ’ ἔθαψαν τὸν Τζιρίτη μὲ τὴν ἰδιαίτερη ταφὴ ποὔκαναν τότε στοὺς βρυκολακιασμένους, γιὰ νὰ μὴ ξανασηκωθοῦν.