Ο Πύργος του Ακροπόταμου/Γ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ο Πύργος του Ακροπόταμου
Συγγραφέας: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος
Γ


Και περνούν τα χρόνια· μονότονα κι ειρηνικά, όσο δεν ξαναφαίνεται άλλος βαλτινός λοχίας. Και το διάβα τους έδειξε άλλη μια φορά στην πόλη κοντά στον ποταμό πως η γενιά δεν είναι άδειος λόγος.

- Ο Θεός δεν πήρε ολότελα το χέρι του απ’ το σπίτι του Θώμου Κρανιά!

Μ’ αυτά τα λόγια δέχεται η Φρόσω το μήνυμα πως ο Γεσίλας μπήκε στη σκολή. Μετά τόσα βάσανα!

Η ράχη της Φρόσως πολεμά να μη σκύβει πια, η ματιά της να μη βλέπει πως η κούλια όλο και ρέβει, οι τοίχοι της αποραγίζονται, τα παραθυρόφυλλα δε φράζουν τον άνεμο της ποτα­μιάς, η σκεπή της δε βαστά τις μπόρες του χινόπωρου. Και μέσ’ από τους τοίχους το ίδιο, ξεχαρβαλώθηκαν όλα· τα στρωσίδια, τα σκεπάσματα δεν παίρνουν άλλο μπάλωμα, για το γιορτάσι του αδερφού δε φτάνει τώρα να βοηθά η γειτονιά μόνο με το εξήντα νούμερο σεντόνι.

Μα όλ’ αυτά θα τα ξεκαινουργώσει το μακρύ σπαθί που έρχεται. Η Φρόσω τ’ ακούει κιόλας που βροντά. Ήταν έτοιμη να βγάλει τώρα και τα μαύρα, αν δεν πέθαινε ξαφνικά στο χωριό ένας μπάρμπας, συγγενής καλός, που θυμότανε κάθε χινόπωρο τις ανιψιές μ’ ένα σακούλι τραχανά και φασόλια και καρύδια και πού και πού και με κανένα δεκάρικο.

Πάει τώρα, στέρεψε κι αυτή η πηγή· αφού στέρεψε πρωτύτερα κι η άλλη του Γεσίλα, που δεν είναι πια σιτιστής στο λόχο, μα χρειάζεται κι ο ίδιος τώρα να του στέλνουνε χαρτζιλίκι οι αδερφές στο σκολειό που κλείστηκε.

Έπρεπε λοιπόν η Παναγιούλα να συχνώσει τους βραδινούς δρόμους της στους φίλους και στους δικούς μέσα στην πόλη.

Κι όσο να γυρίσει αυτή, η Μαριώ είτε η Κούλα, μια από τις δυο έπρεπε να λείψει από τον περίπατο στην ακροποταμιά. Ο νέος δήμαρχος είχε οικόπεδα εκεί κοντά και την έκαμε πλα­τεία κι έτσι δεν μπορούσαν πια να βγαίνουνε με τις παντόφλες, όπως πρωτύτερα. Παπούτσια περιττά δε βρισκόντανε στην κούλια και τα στιβάλια της Φρόσως δε χωρούσαν πια την Πα­ναγιούλα.

Αλίμονό της λοιπόν όταν αργούσε να γυρίσει αν ήτανε μάλιστα η Μαριώ που την περίμενε κι αν κιόλας γύριζε με άδεια χέρια, όπως δεν ήταν σπάνιο. Γιατί οι δικοί και φίλοι του πατέρα πήρανε και στερευόντανε και κοντά σ’ αυτούς κι οι υπαξιωματικοί του κάστρου δε δείχνουνται πια τόσο πρόθυμοι σε κάθε απαίτηση των αδερφάδων.

Και της Μαριώς λιγότερο.

Κι έτσι η Μαριώ άρχισε να γίνεται πιο νευρική και πιο πα­ράξενη.

Πρώτη το αισθάνθηκε η ράχη της ορφανής της πλύστρας του πατέρα. Σιγά σιγά το είδε κι η ίδια η Μαριώ πως άλλαξε, πως παραξένεψε, ήξερε μάλιστα και το λόγο της παραξενιάς της, μόνο το λόγο αυτό δεν μπορούσε να τον εξηγήσει ακόμα.

Τον επιλοχία Καραφωτιά κοντεύει πια να τον ξεχάσει. Πάνε δυο χρόνια που άφησε το κάστρο και πάει να ξανακυνηγήσει στα βουνά φυγόδικους. Από τότε άλλαξε η Μαριώ δυο τρεις, μα όλοι τους κόψανε άξαφνα μαζί της άπονα και κρύα, σα να μη βρήκανε σ’ αυτή εκείνο που ζητούσανε. Κι αυτή έχει συνη­θίσει στην αγάπη και στις ταραχές της. Δίχως αυτές προς τι η ζωή; Για να σκύβει ολημερίς στα πλεξίματα και στα ρα­ψίματα, που τις αποκάνουνε τα χέρια, της θαμπώνουν τα μά­τια, κι όταν έρχεται ο ύπνος να τα ξεκουράσει, να μην έρχεται πια με πλάνες φαντασίες;

Δίχως αυτές, της Μαριώς της είναι αδύνατο να ζήσει· το ξέκοψε στον εαυτό της. Δε φταίει αυτή, φταίνε τα μάτια από το δρόμο κι από το βελούχι, που τη συνηθίσανε από μια φορά να πέφτουν όλα απάνω της, να την κυνηγούν αδιάκριτα, σα να θέλουνε να τη φάνε ζωντανή.

Και τώρα αυτά τα μάτια αρχίσανε να την αφήνουν ήσυχη. Μα ίσια ίσια την ησυχία μισά η Μαριώ, η ησυχία την κάνει τώρα πάντα πιο παράξενη και νευρική·

Και λίγο λίγο αρχίζει να ξηγά την αφορμή. Όσο κι αν ακόμα της γελά ο καθρέφτης τα δικά της μάτια, οι ζαρωματιές παραπληθύνανε στο πρόσωπο της και δεν μπορούνε να κρυφτούν όλες από τα ξένα μάτια με το κοκκινάδι. Τι να πρωτοκάμει κι αυτό το δόλιο! Στο κοντινό χαλά τα δόντια μοναχά.

Και της Μαριώς πήγε και διάλεξε να κουφαλιάσει τα δυο μπροστινά. Στη συμφορά μπορούσε να βοηθήσει μόνο ο δοντογιατρός. Δοντογιατροί έχουνε συχνό πέρασμα την πόλη κοντά στον ποταμό, μα παραπαίρνουν ακριβά, άκουσε η Μαριώ. Δε­κάρικα και παραπάνω. Κι αυτή μόλις οικονομά τις δεκάρες για την οκνά που θέλουν τα μαλλιά, που αρχίσανε κι αυτά να πέφτουνε λόιδα με το χτένισμα. Να ’χουνε κάνε χρώμα. Και να είναι η Μαριώ δικασμένη να βλέπει ολημερίς μπροστά της τα μαλλιά της Κούλας.

Απελπισιά, απελπισιά.

Τόσο ήτανε λοιπόν τ’ όνειρο, τόσο ήταν όλο το παιγνίδι; Το μακρύ, το αδιάκοπο, το απελπισμένο κυνήγημα μιας τύχης καλύ­τερης, μιας γωνιάς ζεστής και χορτασμένης ήτανε γραφτό να έχει αυτό το τέλος; Η δυστυχία η αβάσταχτη κι η υπομονή της δεν απλώνουνται λοιπόν μονάχα πίσω, δε χάνουνται στο περασμένο και δε σβήνουνε στη λησμονιά, μα ανοίγουνται πλα­τιά, το ίδιο αχνά και μαραζιάρικα, το ίδιο κουρελιάρικα και πεινασμένα και τουρτουριασμένα τραβούν το δρόμο τους και μπρος, ένα μακρινό, ατέλειωτο, έρημο δρόμο;

Απελπισιά, απελπισιά.

Μα πάλι μην είναι όλα φαντασιά και παραξενιά δική της; Μην τάχα την αναγελά ο καθρέφτης έτσι άνοστα και της χωρα­τεύει τόσο σκληρά, για να παίξει μαζί της;

Η Μαριώ τον έσπασε.

Μα ένας έφεδρος ανθυπολοχαγός, που είχε δολώσει την Κούλα εκείνον τον καιρό με τα ψεύτικα λιλιά του, όπως τα περιγε­λούσε η Μαριώ, αγόρασε καινούργιον της Κούλας, μεγαλύτερον και καθαρότερο και το χωρατό ξακολούθησε πιο σκληρό.

Απελπισιά, απελπισιά.

Δίπλα στο πηγάδι της κούλιας είχε σπείρει η Μαριώ την άνοιξη ανάμεσα στις φασουλιές και μια καλαμποκιά και την πότιζε καθημερινά και τη σκάλιζε όλο το καλοκαίρι. Μα ήρθε ο χινόπωρος και κείνη πέταξε μόνο στάχια, δίχως να ψομώσει τον καρπό.

Εκεί που την είδε να την ποτίζει ακόμα, η Κούλα της είπε:

- Τι παιδεύεσαι μ’ αυτή, άκαρπη θα ξεσταχιάσει η καψερή.

Η Μαριώ δεν της λησμονά το λόγο. Την άγγιξε στην καρδιά, της καίει το αίμα, της τρυπά το κορμί, της κεντά τα σπλάχνα. Η καλαμποκιά μαράθηκε· έπεσε και σάπισε. Μα η Μαριώ την έχει μπροστά της πάντα και βάζει όλα της τα δυνατά να μπει παντού εμπρός από την Κούλα, να την παραμερίσει ή τουλάχι­στο να την αλικοτήσει. Ξικεύει το προσφάγι για καινούργιο βελουδάκι στα μαλλιά, τον ύπνο για τον άλικο το φιόγκο μπρο­στά στο στήθος. Μα τα μάτια αντίκρυ στο βελούχι δε σέρνουνται απ’ αυτά. Το ξέκοψε πως αποδώ και πέρα δεν ξαναδίνει της Παναγιούλας τα σκαρπίνια της. Κι όμως άμα γυρίζει από τον περίπατο, εκείνον που πήγε να κυνηγήσει εκεί τόνε βρίσκει να κάθεται στο βελούχι και να κοιτάζει την Κούλα στο παράθυρο. Και χυμά στην αδερφή:

- Χασκομπουρίστρα, αδιάντροπη!

Μα όσα μαλλιά κι αν της μαδά, την άλλη αυγή τα βρίσκει πάλι φουντωτά, πάλι σγουρωμένα και το στήθος φουσκωμένο κύμα.

Η Μαριώ φρενιάζει. Αν δεν ήτανε στη μέση αυτή η άπονη αδερφή, να της βγαίνει παντού μπροστά με τα στολίδια της! Σηκώνεται σιγαλά τη νύχτα, στα δάχτυλα, γλιστρά πίσω από την πόρτα, όπου είναι κρεμασμένο το φόρεμα της Κούλας, και το ξεσκίζει με τα δόντια της, ανοίγει τον κομό σιγά και κλέβει τις κορδέλες της για να τις κάψει την αυγή θαμπά, βρίσκει στο σκοτάδι τον κλώστη και της τρυπά τα γοβάκια.

- Ας μου βγει πια περίπατο η ξετσίπωτη! γυρίζει εκδικη­μένη στο στρώμα της.

Μα το μπαλκόνι δεν μπορεί να το γκρεμίσει, τα παράθυρα να τα φράξει.

Το άλλο βράδυ άδικα ξανατρέχει να βρει το λοχία στην ακρο­ποταμιά. Γυρίζοντας βλέπει τον ίσκιο του να γοργοχάνεται από την αυλόπορτα της κούλιας και την άλλη Κυριακή καινούρ­γιες πιο όμορφες κορδέλες κρέμουνται στο στήθος της αδερφής και στα πόδια της φορεί νέα ποδήματα.

Όλα λοιπόν του κάκου! Νοιώθει μια δύναμη άφαντη κι ανί­κητη να τη σέρνει προς τη Φρόσω.


Κι όμως το λοχία αυτόν δεν έπρεπε να της τον πάρει η Κούλα. Δεν ήταν όμορφος, δεν είχε απάνω του αέρα πολύ και νταηλίκι, μα η ώρα δεν ήταν πια για τέτοια. Της έφτανε έτσι όπως ήταν ήσυχος και σιγαλός· έτσι κιόλας τον ήθελε. Άκουσε πως δεν είχε απαντοχές πέρ’ από την σύνταξη του ανθυπασπιστή, μα συμβιβάστηκε και μ’ αυτό. Της αρκούσε το σπίτι που είχε στο χωριό, δεχόταν ακόμα και τη γριά μάνα του να καθίσει μαζί στο σπίτι. Κορακοζώητη δε θα γινότανε.

Η Μαριώ θαρρούσε πως ξεχώριζε το σπίτι στο χωριό, στο χωριό που άσπριζε αντίκρυ, μακριά στη ρίζα του βουνού μέσα στις καστανιές, που κοκκινίζανε στο χινοπωριάτικο ήλιο σα χάλκωμα λιωτό. Ναι, έβλεπε το σπίτι κι έβλεπε και κείνον απόστρατο κοντά της. Ας είναι μόνο με το χρυσό γαλόνι στο κεφάλι κι η άλλη φορεσιά του ντρίλινη. Ήταν ευχαριστημένη κι έτσι.

Και θα τον είχε δίχως άλλο. Εκείνος αυτή πρωτοκοίταξε. Ήτανε θαρρείς, επίτηδες σταλμένος γι’ αυτή, μα, καθώς πάντα, βγήκε η αδερφή μπροστά. Πολλές στιγμές της έρχεται να πάει να πέσει στα πόδια της, να την παρακαλέσει ν’ αφήσει το λοχία ήσυχο, να τραβήξει από κείνον χέρι. Δεν είναι τώρα σα μια φορά με τον Καραφωτιά, καιρός δεν είναι τώρα για παιγνίδια. Σα θέλει αυτή παιγνίδια, εδώ είναι οι άλλοι· όλοι χάρισμά της, ας πάει να βγάλει μ’ αυτούς τα μάτια της.

Το αποφασίζει και τραβά να το κάμει, όμως αντικρίζει την Κούλα γελαστή και θροφανή, με τα μάγουλα κοκκινισμένα, με τα μάτια φωτερά σαν αναγελαστικά, κι η περηφάνια της δεν την αφήνει και προτιμά καλύτερα να της χυθεί σαν άγρια γάτα, να της ξεσκίσει τα μάγουλα και να της ξεριζώσει τα μάτια από τις κούπες τους.

Και της έγινε τώρα περήφανη και κείνη, δεν παίρνει λόγο να της πει, κοντεύουνε να γίνουν ίσες.

Η Μαριώ τραβά στη Φρόσω και φορτώνεται αυτή, που δεν τη μαζεύει σα μεγαλύτερη, που δε βλέπει πως έκαμε την κού­λια θέατρο, έτσι παραμαντόνα που κατήντησε:

- Ναι, παραμαντόνα! Έβγα να ’νε ιδείς· σήκουσι στου μπαλκόνι παντιέρα. Δε φτάνει π’ νε κουλούσερνει ούλου του τάγμα στου χαλιά, τώρα τουν κινούριουνε πο’ ’πιασι τουνέ φέρνει κι στου κατώι τ’ νύχτα.

Η Φρόσω πολεμά να τη σωπάσει.

- Σαν είναι κι σ’ αρέσε’, κατέβινε κι συ στ’ν πόρτα κι μάζουνε δικάρις, της φωνάζει δυνατά η Μαριώ.

Η Φρόσω βούλωνε τ’ αυτιά να μην ακούει. Μα η Μαριώ φωνάζει δυνατότερα και στο τέλος φοβερίζει πως θα τα γράψει όλα του Γεσίλα.

- Ναι, τ’ Γεσίλα! ναν τς στείλει ένα ντέλφ’, να βγει να χουρεύ’ καρσί στου βιλούχι.

Για να την ησυχάσει η Φρόσω αποφασίζει και της λέει μια μέρα το μυστικό: ο λοχίας, που έρχεται κάποτε ως την πόρτα κι όχι ως μέσα στο κατώγι, αρρεβώνιασε κρυφά την Κούλα και σ’ αυτό έστρεξε κι η μάνα του. Σ’ ένα δυο μήνες θα το βγάλουνε κιόλα στο φόρο.

Η Φρόσω δεν είδε τη Μαριώ ποτέ τόσο όξω από τα λογικά.

Πριν αποσώσει η Φρόσω το λόγο της, η Μαριώ την άδραξε από την τραχηλιά, την έσεισε με όση είχε δύναμη και της φώ­ναξε τινάζοντας απάνω της τα ξεπεταγμένα μάτια της:

Κι συ μαζί μ’ αυτήν! Μα άικ’ σι π’ σ’ του λέου: δε θαν τουν πάρ’, δε θα προυφτάσ’ ναν τουν πάρ’!

Και γύρισε κι έγινε άφαντη στην πόρτα.

Δε φάνηκε στον πύργο κι όλο το δειλινό. Η Κούλα, που είχε βγει το σούρουπο περίπατο με το λοχία, ένιωσε, μια στιγμή από πίσω τους τον ίσκιο της. Έπειτα τον έχασε. Άμα γύρισε στο σπίτι, η Μαριώ ήταν εκεί μα δεν κάθισε να φάνε όλες μαζί. Μια όμως και το έκανε συχνά, η Κούλα δεν έδωσε προσοχή σ’ αυτό, ούτε ρώτησε τι έχει η αδερφή της.

Όταν η Φρόσω πήγε μέσα να κοιμηθεί βρήκε τη Μαριώ πεσμένη, μα τη φοβίσανε τα μάτια της, που φέγγανε σαν αναμμένα κάρβουνα εκεί στην άκρη.

Η Φρόσω δεν απορούσε να τα βλέπει και γύρισε από το πλευρό.

Μα τα μάτια της Μαριώς μέναν ασάλευτα. Δεν τα κολλούσε ο ύπνος. Έλαμπε κει μπροστά τους ο αρρεβώνας της αδερφής, σαν κάτι τρομερό. Τον έβλεπε να γίνεται μεγάλος πύρινος γύρος και να την περικλείνει σκορπώντας φωτιές, που κάνανε να καίνε όλα τα μέλη της και που περνούσαν ίσια με βαθιά της και τη φλογίζανε και κει. Θαρρούσε πως έπλεγε σε αναμμένη θά­λασσα. Έπειτα ο γύρος στένευε σιγά σιγά και την έζωνε όλο και σφιχτότερα, όλο και πυρότερα· και μίκραινε, μίκραινε πάντα καυτερός και γινότανε θηλιά κι ερχότανε να σφιχτεί γύρω στο λαιμό της. Τα μάτια της κάμανε μια στιγμή να κλεί­σουνε, μα απάνω εκεί της έσφιξε η θηλιά πιο δυνατά το λά­ρυγγα κι η Μαριώ τινάχτηκε:

- Όχι στο δικό μου, όχι εδώ, έβγαλε σχεδόν κραυγή κι ανασηκώθηκε και τέντωσε το αυτί, μην έτυχε και την άκουσε η Φρόσω. Μα την είδε γυρισμένη προς τον τοίχο, νόμισε κιό­λας πως άκουσε τον υπνωμένο ανασασμό της.

Και πετάχτηκε. Πρώτ’ ανακαθιστή, έπειτα ολόρθη αφικράστηκε ξανά: Η Φρόσω κοιμότανε. Μέσα κι όξω σιγαλιά, μήτε σκύλου βάβισμα.

Η πόρτα προς την άλλη κάμαρα ήτανε μόνο γυρτή, χωρίς το τσεμπερέκι. Καθώς την έσπρωξε, δε βρόντησε μήτε σαν τρίχα που πέφτει χάμω.

Δυο βήματα κι η Μαριώ βρέθηκε σκυφτή μπροστά στο χαμηλό σοφά, όπου κοιμόταν η Κούλα γερμένη στο πλευρό. Τα παραθυρόφυλλα ήταν κλειστά και θαμπόφεγγε μόνο το καντήλι μπρος στο κόνισμα. Στο φως του η Μαριώ ξεχώρισε που ασπρίζανε στο μέτωπο της Κούλας τα χαρτάκια, που τυλίγαν τα σγουρά της.

Η Κούλα ανάσαινε ήσυχα κι είχε κλειστά τα μάτια - η Μα­ριώ νόμισε πως βλέπει, τ’ όνειρό της. Το στόμα της μισοανοιχτό λες την αναγελούσε και στον ύπνο.

Η απαλάμη της Μαριώς χύμηξε ίσια και το ’κλεισε, ενώ τα δάχτυλα του άλλου χεριού θηλυκώναν το λαιμό της κοιμισμένης.

Μα πριν προφτάσουνε να σφίξουνε καλά, δυο άλλα χέρια της αρπάξανε τα δικά της και μια κραυγή από πίσω της έσμιξε με τον πνιγμένο βόγκο, που έβγαινε από το στήθος της Κούλας.

Ήταν η Φρόσω, που δεν κοιμόταν όπως νόμισε η Μαριώ, μα φοβισμένη από το αγρίεμα της αδερφής, υποψιάστηκε κάτι κακό και την παραφύλαγε κάνοντας τον κοιμισμένο. Και μόλις είδε τον ίσκιο της, που πέρασε την πόρτα, χύμηξε κατόπι.

Μωρή στρίγλα, μωρή κάησσα! έβγαλε φωνή ξυπνώντας μαζί με την Κούλα και την Παναγιούλα, που κοιμότανε σε μιαν άκρη στην ίδια κάμαρα.

Μα όλες πνίξανε κει μέσα τις φωνές και μόνο η Μαριώ κι η Κούλα μείναν ορθές με ανάερα τα χέρια, σαν πετρωμένες η μια αντίκρυ στην άλλη.


Η Κούλα ξέκοψε με το λοχία κι η Μαριώ σιγά σιγά ησύχασε. Ήταν το στερνό της ξέσπασμα.

- Όλα περνούν και ξεθυμαίνουν, όλα χάνουνται και σβήνουν. Και το σαράκι, που τρώει το ξύλο, ψοφά κι αυτό άμα φάει το ξύλο, στοχάζεται ύστερα εκεί που ράβει, και βλέπει πως τα ξέχασε κι αυτή όλα κι άφησε σχεδόν αδιάφορη να κυλά τον κατή­φορο, που φέρνει προς τη Φρόσω, προς τη χαρά από τη χαρά μόνο των άλλων, την παρηγοριά από το σόι μόνο, την ελπίδα λυτρωμού μόνο από τον αδερφό.

Ο δρόμος, η ακροποταμιά και το μπαλκόνι μένουνε πια μόνο για την Κούλα, η Μαριώ μοιράζεται τώρα περσότερο την έννοια με τη Φρόσω, ψάχνει κι αυτή να βρούνε ποια νύφη μες την πόλη ταιριάζει καλύτερα του αξιωματικού που περιμένουνε.

Στη νύφη δεν ξετάζεται βέβαια τόσο η γενιά, όσο η προίκα. Λογαριάζουνται τα μετρητά της μιας, τα χωράφια της άλλης. Χρυσαφικά, χαλιά και ρουχισμό έχουν όλες. Αυτά τα ξέρουνε στην κούλια καλύτερα παρά καθένας άλλος, γιατί τα περσότερα υφαθήκανε και ραφτήκανε από τις αδερφές, όχι χωρίς ελπίδα πως θα ξαναγυρίζανε σ’ αυτή μια μέρα.

- Θα το δείτε, θα το δείτε, λέει με τον εαυτό της η Μαριώ, σα ν’ απαντά σε κάποιο δισταγμό, που βλέπει στο χαμόγελο της γειτονιάς· και σκύβει τώρα πιο βιαστική στο ράψιμο.

Κι η Φρόσω εκεί που, όπως ξεχνιέται στους συλλογισμούς της, μπερδεύεται το διάσμα της στον αργαλειό, προσέχει να μην τ’ οργιστεί.

- Και συ βλουημένου, μουρμουρίζει μοναχά.

Μπορεί να βγάλει κακό λόγο για κάτι, που το περιμένει να της φέρει την ευτυχία;

Κι η ευτυχία έχει ανοίξει κιόλας τα φτερά και πετά προς την κούλια. Οι αδερφές τη βλέπουν όλο και πιο κοντά: Όλα τα πλουσιοκόριτσα της πόλης κοντά στον ποταμό περιμένουν τον αξιωματικό. Η δημαρχοπούλα με τα πολλά τα χτήματα, που τους έκανε το μεγάλο ως τώρα, τις προάλλες, που είδε την Κούλα στην αυλόπορτα σταμάτησε και τη γλυκοχαιρέτησε. Η Χριστίνα του Καταπόδη κίνησε κι ήρθε μοναχή της να δει τάχα αν έριξε η Φρόσω στον αργαλειό τις μπατανίες της. Μια τρίτη ρώτησε τη Μαριώ, που την απάντησε στο δρόμο, τι μαθαί­νουν από τον αδερφό, η μάνα της αλληνής, εκεί που γύριζε με τη Φρόσω από το λείψανο, ξέταζε να μάθει πότε βγαίνει ο Γεσίλας από το σκολειό κι η μεγάλη η Ζωριοπούλα ρώτησε κιόλα τη Μαριώ προχτές σε ποιο σώμα θα βγει.

Κι άμα άκουσε στο πεζικό, αστράψανε τα μάτια της.

- Αν ήθελε στο οικονομικό, θα ’τανε τώρα από δυο χρόνια αξιωματικός, της απάντησε η Μαριώ. Μα ο γιος του Κρανιά δεν πήγε στο στρατό για το ψωμί, ούτε το θέλει το σπαθί μόνο για φιγούρα.

Η κόρη διπλοευχαριστήθηκε κι η Μαριώ το λέει και το ξαναλέει στις αδερφές:

- Θα το δείτε, θα το δείτε· όλες θα τσακιστούνε ποια να τον πρωτοπάρει.

Και τα γράφουν το Γεσίλα και τον περιμένουν.

Μα όταν πήρε και σίμωσε ο καιρός να ’ρθει, τους έγραψε και κείνος να φροντίσουνε να του στείλουν τα παρτικά για τα χρυσάφια και τα σιδερικά, που θα του χρειαστούνε όταν κολ­λήσει το γαλόνι.

Η Φρόσω το λογάριαζε από μιας αρχής και φρόντιζε να κρύβει στο κατώγι κάτω από μια πέτρα ό,τι περίσσευε αποδώ αποκεί. Όμως άλλες ανάγκες την κάνανε και τα ξανάβγαζε. Κι έλπιζε πάντα στο θεό και στα βραδινά τρεξίματα στους φίλους.

Θα ’μενε με την ελπίδα, αν δε βοηθούσε το αναπάντεχο. Σει­σμός γερός τράνταξε ξαφνικά την πόλη κοντά στον ποταμό. Μαζί με τ’ άλλα σαράβαλα του τουρκομαχαλά μισοσωριάστηκε κι η κούλια του Σουλιώτη καπετάνιου. Οι τοίχοι της, κατά τη γνώμη του μηχανικού της επαρχίας, γίνανε κίντυνος για το γέ­νος του Κρανιά και τ’ όνομα των ορφανών του γράφηκε από τα πρώτα στον κατάλογο των σεισμοπαθημένων.

Μα πάλι το βοήθημα, που ήρθε από το κράτος, ήτανε κρίμα να ξοδευτεί στους τσούσηδες και στους μαραγκούς. Βιάζαν άλλες πιο απόλυτες ανάγκες. Χωριστά από σπαθιά, καπέλα και σιρίτια, χρειαζότανε και μια καρέκλα να καθίσει ένας μουσαφίρης, ένα φλιτζάνι για να πιει καφέ, περούνια, πιάτα, το ’να τ’ άλλο, τέλος ένα τραπέζι με γερά ποδαρικά. Ο αξιωματικός της κούλιας δεν μπορεί να τρώει σταυροπόδι στο σοφρά, σα μια φορά ο πατέρας. Όσο για τους τοίχους, θα προφτάσει εκεί­νος να τους ξεκαινουργώσει από τα θέμελα, πριν ξανασειστεί η γης. Για την ώρα φτάνει να μπαλωθούν οι σκισματιές με τον ασβέστη, ίσια ίσια να μην φαίνουνται και να τρομάζουνε, φτάνει ν’ ασπριστεί απόξω κι από μέσα η κούλια για το καλό δέξιμο του καπιτάνιου.

Όλα ήρθανε δεξιά κι ο Γεσίλας πήδησε από το αμάξι στην αυλόπορτα της κούλιας κατακαίνουργος κι αρματωμένος. Η γειτονιά, που ως τα σήμερα τέντωνε τ’ αυτιά ν’ αφικραστεί μην μπερδευτεί στον πίσω φράχτη καμιά σπαθολόγχη, που τον πη­δούσε βιαστικά το σούρουπο, βγήκε τώρα κι ακούει το βρόντο του αστραφτερού μακριού σπαθιού, που ανεβαίνει ξαμολυτό την πέτρινη σκάλα της κούλιας.

Οι αδερφές λαμποκοπούν από χαρά και δε χορταίνουν το λυγερόκορμο αξιωματικό: Είν’ ο Γεσίλας αυτός με το μακρύ σπαθί, με τ’ αργυρόλαμπα αστεράκια στο λαιμό, με τις ολάστραφτες λουστρινένιες μπότες;

Η Μαριώ τις ξεσκονίζει απαλά απαλά με την ποδιά της, αφού η Φρόσω έκαμε πρωτύτερα τον αδερφό να τρομάξει με τη φαγωμένη παλιόβουρτσα της κούλιας, που πήγε κι έφερε.

- Φεύγ' αποκεί, μουρή· θα μ’ τς χαρακιάεις μι του μιστρί σ’, της φώναξε.

Κι οι τρεις τον αγκαλιάζουν και τον ξαναγκαλιάζουνε μην ξέροντας τι να πρωτοχαρούν τον αδερφό ή τα στολίδια του.

- Γιατί έβαλες τόσου στινό γαλόνι στου καπέλου; ρωτά η Κούλα, κι ας είχε βάλει ο Γεσίλας το πλατύτερο που βρήκε.

- Τι όμορφ' που ’ναι! ξεφώνησε η Μαριώ, σαν πήρε η ματιά της τη νικέλινη αλυσίδα, που είχε ο ζωστήρας του σπαθιού του αντίς για κοντό λουρί:

- Είναι τς μόδας ή νέους κανουνισμός;

- Μαντύου έφκιασες ή αδιάβροχου; ρώτησε κι η Φρόσω, που ακολουθούσε και κείνη από το κατώγι της τη στρατιωτική πρόοδο του τόπου.

- Σ’ πααίν’νε καλά κι τα μακριά τα πιντιλόνια; ξαναρώτησε ύστερα.

Η Κούλα θυμήθηκε και την άσπρη μπλούζα κι η Μαριώ θέ­λει να τόνε δει ίσια κι όλα με τη μεγάλη στολή.

Μα για να τη ντυθεί ο Γεσίλας, ανοίχτηκε το φορτσέρι του κι απάνω απάνω προβάλανε δυο καπελίνα.

Ήτανε τα χαρίσματα, που έφερνε της Μαριώς και της Κούλας.

Ο Γεσίλας φόρεσε τη στολή, μα η Μαριώ, που το γύρεψε, τώρα δεν τον προσέχει.

Μόνο η Φρόσω καμαρώνει τις χρυσές σπαλέτες, σιάζει τη ζώνη στη μέση του, ρωτά πόσο αγόρασε την τσόχα, πόσα έδωσε για ραφτικά, βρίσκει πού φουσκώνει και πού μαζώνει.

Καπελίνα με φτερά. Ως την ώρα λούσο άγνωστο στην κούλια. Η Κούλα τα βλέπει σα χελιδόνια νέας ζωής και κόλλησε μπρος στον καθρέφτη, το θυμητικό του εφέδρου. Τώρα τον ήθελε να την έβλεπε με το καπέλο!

Η Μαριώ σα να φοβάται ωστόσο να σιμώσει στον καθρέφτη. Μια ματιά, που έριξε κει από μακριά, της έδειξε στο πρώτο χαμογέλασμα κάτω από τα φτερά του καπελίνου αποφαγωμένα ολότελα τα δυο μπροστινά της δόντια. Κι έμεινε κει σα μαρμαρωμένη.

- Ε, Μαριώ, με πιάνει το μάτ’ σ’; σ’ αρέσου; ρώτησε ο αδερφός κορδωμένος και γελούμενος.

Η Μαριώ κούνησε το κεφάλι, σα να μην άκουσε καλά. Περ­σότερο προσέχει την Κούλα, που όλο και σιάζει τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη και ρωτά και ξαναρωτά κι αυτή πώς της στέκει το καπέλο.

- Μας σκότ’σις μι δαύτο, ξέσπασε τέλος η Μαριώ.

- Σαν κι θα σι γνοιάσ’, αν πιάσ’ μέσα του φαί.

Της έριξε άλλη μια άγρια ματιά και πάει μέσα στην άλλη κάμαρα.

Η Κούλα αποπαρμένη έβγαλε και κείνη το καπέλο κι έπιασε να στρώσει το τραπέζι με την Παναγιούλα, που σ’ όλο το ανα­μεταξύ έστεκε στην πόρτα αμίλητη, μα χτενισμένη σήμερα και με πλυμένα πόδια.

Η Φρόσω άφησε τον αδερφό να κοιτάζεται μόνος στον καθρέφτη και πάει να βοηθήσει και κείνη στο φαγί, που μαγερεύεται στη γωνιά του χειμωνιάτικου. Ο πύργος δεν είχε ξεχωριστή κουζίνα.

Βρήκε τη Μαριώ, που ετοίμαζε ν’ αυγοκόψει τη σούπα, με λεμόνι σήμερα χάρη του Γεσίλα. οι αγουρίδες της κληματαριάς είχανε παραγλυκάνει.

Έλα, καημένη, κάνε λίγου γλήγουρα κι του Γισίλα τουν πείνασι, της είπε χαμογελαστά.

- Σαν κι είμι γω φουτιά, απάντησε απότομα η Μαριώ χωρίς να την κοιτάξει.

Η Φρόσω δεν ξαναμίλησε· φύσηξε μόνο τη φωτιά.

Στον πύργο μαγερεύανε με φρύγανα και τσάκνα, που μάζευε και κουβαλούσε στην πλάτη της ή στο κεφάλι η Παναγιούλα από τις γύρω ράχες.

Και καθώς η Φρόσω σύμπησε με την ποδιά της, τούφα καπνός πετάχτηκε μαζί με στάχτη προς τη Μαριώ.

- Στραβέλου! Μο’ ’βγαλες τα μάτια, φώναξε τούτη με θυμό, σκεπάζοντας με τα χέρια το πρόσωπο: Στουν άνεμου δω πούρθις· σ’ ούλα μπιρδεύισι!

Η Φρόσω σώπασε ξανά.

Τέλος έγινε η σούπα. Επειδή έλειπε σουπιέρα από την κού­λια η Μαριώ την κένωσε ίσια στα πιάτα κι η Κούλα τα ’φερνε στο τραπέζι ένα ένα.

Η Παναγιούλα είχε πάει για κρύο νερό.

- Για ποιον αυτό; ρώτησε η Μαριώ και κοίταξε την Κούλα, όταν της άπλωσε και πέμπτο πιάτο.

- Για την Παναγιούλα.

- Αυτή τρώει κι απ’ τον τέτζερ', είπε η Μαριώ κι ακούμπη­σε στο γωνολίθι την ξύλινη κουτάλα.

Η Φρόσω την κοίταξε.

- Τι, δε θα κάτσ’ η Παναγιούλα στου τραπέζ’; είπε η Κούλα ξαφνισμένη.

- Άλλου δε μας έλιπι απάντησε η Μαριώ και σηκώθηκε από τη γωνιά, όπου ήτανε σκυμμένη.

- Ψήλουσ' η μύτ’μας, μουρμούρησε η Κούλα, μα η Φρόσω την έσπρωξε στην άλλη κάμαρα.

- Μη θέλεις ναν τς βάλουμι καπέλου κιόλας; Δεν τς δίνεις του θ’κό σ’; της φώναξε η Μαριώ κατόπι.

- Καλουπιάσματα, για να μας πααίνει καλύτιρα τα ραβασά­κια, ξακολούθησε της Φρόσως, που γύρεψε να την ησυχάσει μην ακούσει κι ο Γεσίλας.

- Ακούς ικεί! θα φάμι κι μι πλυστρουπούλες.

- Δεν τρώμι τόσα χρόνια τώρα; Η Φρόσω θέλησε να τη φέρει στη λογική με το καλό.

Μα η Μαριώ έμεινε αμετάπειστη κι η Φρόσω έδωσε τόπο της οργής.

Κι έτσι σε λίγο μόνο τα τέσσερα αφιλονείκητα παιδιά του Θώμου Κρανιά καθίσανε στο πρώτο ευτυχισμένο γιόμα, που έβλεπε η σκεπή της κούλιας από τον παλιόν καλό καιρό της.


Ο Γεσίλας έτρωγε μ’ όρεξη κι αυτό μόνο χόρταινε τη Φρόσω.

Η Κούλα ξέχασε και το μάλλωμα με την αδερφή και το πώς δεν έγινε το θέλημά της να καθίσει η Παναγιούλα στο τραπέζι. Άστραφτε ολόβολη, όσο έβλεπε το καπελίνο αντίκρυ στον κομό. Πότε να τελειώσει μόνο το φαΐ, για να το ξαναδοκιμάσει. Αν και στέκει ορθή στην πόρτα η Παναγιούλα για ό,τι χρειάζεται, η Κούλα βρίσκει πάντα κάποια αφορμή να σηκωθεί να το κοιτάξει κι από το πλευρό.

- Γισίλα, καλώς ήρθις! Πάντα μ’ υγειά κι ό,τι πιθ’μάει η καρδιά σ’, άρχισε πρώτη η Φρόσω τις ευχές.

Ο Γεσίλας άδειασε το ποτήρι του κι αφού ξανάδειασε σε λίγο και το πιάτο, σήκωσε το ποτήρι κι αυτός

- Ότ’ πιθ’μάει κι σένανε η καρδιά σ’, Φρόσω!

Τα μάτια της Φρόσως θολώσανε:

- Νάτανε κι ου κακουμοίρ’ς ου πατέρας!

Και με το λόγο ανατρίχιασε. Σα να πετούσε αληθινά τρι­γύρω εκεί το πνεύμα του Θώμου Κρανιά και την άγγιξε.

Ο Γεσίλας είχε σκύψει στο πιάτο του με το χαλβά, που του είχε σερβίρει πριν η Φρόσω.

- Πουτέ μ’ δεν έφαγα τέτοιου σαπουνγέ. Ποια απ’ ούλες σας τουν έφκιασι;

- Μάντιψι!

- Ποια άλλη απ’ τ’ Μαριώ. - Έλα στην υγειά σ’, Μαριώ! Κι ο Γεσίλας τσίγγρισε μαζί της.

Μα η Μαριώ είχε χάσει την όρεξη.

- Με σύγχυσε αυτή η βρόμα· ακούς εκεί να θέλει να τη βά­λει στο τραπέζι! γυρεύει να δικαιολογήσει μέσα της την ανορεξιά.

Μα όσο και να ζητά να το κρύψει από τον εαυτό της, το αιστάνεται πως δεν είναι αυτός ο λόγος. Μια θλίψη αόριστη καθίζει μέσα της και δεν την αφήνει να χαρεί κι αυτή μαζί με τις άλλες τον αδερφό, που αστράφτει αντίκρυ της - ο Γεσίλας κάθισε στο τραπέζι όπως βρέθηκε με τη μεγάλη στολή. Στιγμές νικά τη θλιβερή διάθεση και γελά και παίρνει μέρος στην ομιλία, μα η ματιά της πέφτει πάλι στο καπελίνο, που την κοιτάζει από τον καναπέ, όπου το έριξε πρωτύτερα, και το σύννεφο της θλίψης ξαναπλώνεται βαθιά της. Κάτι παλιό, σβησμένο αναταράζεται κει, σα μέσ' από τη στάχτη του. Πο­λεμά να το σιγάσει, μα δεν μπορεί· δεν αφήνει το καπελίνο από τον καναπέ. Η Κούλα λαχταρά πότε να ξαναπιάσει στα χέρια το δικό της κι η Μαριώ μόλις βαστιέται και δεν τ’ αρπάζει και τα δυο να τα πετάξει από το παράθυρο. Δεν τα υποφέρει να τα βλέπει εκεί. Το δικό της ήτανε στολισμένο μ’ ένα πράσινο πουλί κι η γυάλινη ματιά του της φαίνεται πως την κοιτάζει αναγελαστικά, η κόκκινη μυτίτσα του σα ν’ ανοιγοκλείνει και να της σφυρίζει μελαγχολικά, θλιμμένα:

- Τι να με κάμεις τώρα πο’ ’ρθα!

Ο Γεσίλας ξανασηκώνει το ποτήρι με ξαναμμένο πρόσωπο από το φαγί κι από το σφίξιμο της μεγάλης στολής:

- Βίβα, κορίτσια, στην υγειά μας!

Η Μαριώ πίνει και κείνη με βιασμένο χαμόγελο τη λησμο­νιά του περασμένου.

Γιατί το περασμένο θέλει σήμερα ν’ αναστηθεί ολόβολο, κάποια όνειρα, που τα θαρρούσε πεθαμένα για πάντα, ξυπνούν την ώρ’ αυτή και κλαίνε γύρω της και την ξεσκίζουνε μέσα της με τα πετρωμένα τους φτερά. Ο ολάστραφτος κι ολόχαρος αξιωματικός, που έχει αντίκρυ, της φέρνει επίμονα στη θύμηση μιαν άλλη όψη, που την ονειρεύτηκε μια μέρα στο πλευρό της έτσι χαρούμενη και χρυσοστόλιστη και για να λέει την αλήθεια με πόθο θερμότερο παρότι ονειρεύτηκε τον αδερφό. Η όψη αυτή, που τα μοιασίδια της είχανε ξεθωριάσει πια στη θύμηση με τον καιρό, ξαναστέκει τώρα μεμιάς ολοζώντανη μπροστά της. Τη βλέπει αχνή και μελαγχολική σε μιαν άκρη κι η Μαριώ δεν ξέρει μη δε βαρυθυμά περσότερο για κείνη παρά για τον εαυτό της.

Γιατί, ας λέγαν ό,τι θέλανε οι κακές γλώσσες, η Μαριώ αγάπησε μ’ όλη την καρδιά τον πιλοχία της, τον ξάδερφο με το ξανθό μουστάκι, που, ποιος το ξέρει πού μαραζώνει και κείνος, επιλοχίας ακόμα· ναι, τον αγάπησε κι έπλεξε με το νου της κάποια ευτυχία μαζί του μακρύτερη από την ευτυχία της στιγμής. Η χαμένη αυτή ευτυχία ταράζεται τώρα, σα βουρκόλακας στο σάβανό του, κι η Μαριώ δεν μπορεί να κρατήσει τα δάκρυα.

Η Φρόσω τα νομίζει δάκρυα χαράς και κλαίει και κείνη στο πλευρό της αγκαλιάζοντας τον αδερφό. Είτε τα δάκρυα των αδερφάδων είτε τα ποτήρια το κρασί ανταρέψανε την καρδιά και του αδερφού και τα μάτια του θολώσανε. Η Κούλα για να μην κλάψει κι αυτή, σηκώθηκε και βγήκε στο μπαλκόνι.

Μα η λαύρα του μεσημεριού άπλωνε την πνιγερή σιγαλιά στο βελούχι αντίκρυ.

Ξαναγύρισε μέσα και πήρε να σηκώνει το τραπέζι με την Παναγιούλα.

Ο Γεσίλας, κουρασμένος από το ταξίδι κι από το φαγί, έπεσε να ησυχάσει στη μέση της σάλας, όπου του στρώσανε για τη δροσιά. Η Φρόσω ξάπλωσε κι αυτή, η Κούλα πήρε το καπέλο της και πήγε μέσα κι η Μαριώ κάθισε μόνη στο παράθυρο.

Δοκίμασε πρωτύτερα να πλαγιάσει και δεν μπόρεσε. Ο νους της ζητούσε αέρα. Μα πού αέρας στη φλόγα του μεσημεριού! Σε λίγο βαθιά σιωπή απλώθηκε γύρω της. Δεν άκουγε άλλο από το ρουχαλητό του Γεσίλα και της Φρόσως κι από τους τζίτζικες, που φλυαρούσαν όξω στη μελικοκκιά. Ο δρόμος ήταν έρημος και βλογισμένος.

Η Μαριώ έπεσε πάλι σε θλιμμένους στοχασμούς ρίχνοντας το βλέμμα χαμένο στα βουνά, που τυλιγμένα τη μεσημεριάτικη άχνα πυρωνόντανε μακριά στο βάθος στον ήλιο του Αλωνάρη.

Όσο που αποκοιμήθηκε κι αυτή σκυμμένη στο περβάζι του παραθυριού.

Όταν ξανάνοιξε ύστερα τα μάτια, η άχνα είχε σκορπίσει κι από τα βουνά κι από βαθιά της. Ένα βάρος της έσφιγγε μονάχα το κεφάλι, το ίδιο βάρος, που παραπονεθήκανε πως είχαν κι η Φρόσω κι ο Γεσίλας, όταν ξύπνησαν έπειτα κι αυτοί.

- Μην ξαναπάρτε κρασί απ’ τουν ίδιον τ’ βάνει σπίρτο ου κερατάς, είπε ο αδερφός καθώς σηκώθηκε από το στρώμα του και πήγε και κάθισε στον καναπέ.

Η Παναγιούλα ήρθε μέσα να σηκώσει τα ρούχα από χάμω.

- Άσ’ τα σκι’τιά κι σύρι βγάλε πρώτα ένα σατίλι κρύου νερό, είπε ο Γεσίλας.

Και τεντώθηκε και χασμουρήθηκε.

- Άιντε γλήουρα, τα σ’κώνου γω τα σκι’τιά, πετάχτηκε η Φρόσω και τεντώθηκε και χασμουρήθηκε κι αυτή.

- Άιντε γλήουρα, τσακίσ’, φώναξε κι η Μαριώ, που γέμιζε το μπρίκι, να ψήσει τον καφέ.

Η Κούλα έλειπε· είχε πάρει το καπέλο και πήγε να το δείξει στη γειτονιά.

Ο Γεσίλας είχε ξαναμισοαποκοιμηθεί, όταν η Φρόσω τόνε σκούντησε να του πει πως ήρθε το νερό.

- Α μπράβο, πού ’ναι το; μουρμούρισε.

- Όξου στου νεροχύτ’.

Ο Γεσίλας βγήκε κει, στην κορφή της σκάλας, αντίκρυ στην πόρτα του οντά, όπου ήταν ο νεροχύτης.

- Έλα, άδειασε μ’ του ίσα στου κιφάλι· μα του νου σ’, μη μι κάμ’ς λούτσα, είπε της Παναγιούλας, που περίμενε ορθή με το νερό. Κι έσκυψε το κεφάλι.

Η Παναγιούλα τον κοίταξε λίγο δισταχτικά, μα ύστερα υπά­κουσε.

Δεν είχε αδειάσει όμως όλο το νερό, όταν άξαφνα κάτω από την αυλή ακούστηκε βρόντος σπαθιών.

- Στρατάρχα, τώρα μ’ ξυπνάς; φώναξε κιόλα μια λαλιά μπροστά στη σκάλα.

Ο Γεσίλας τη γνώρισε:

- Καλώς του Νάκα· έλα, έλ’ απάν’. Τα νερά τρέχανε στα μάτια του και δεν μπορούσε να τ’ ανοίξει.

Τα βήματα ανεβαίνανε τη σκάλα.

- Ποιος άλλος είναι; ρώτησε ο Γεσίλας, ακούοντας πως τα σπαθιά ήτανε δυο.

- Μάντεψε τον! απάντησε μια δεύτερη φωνή.

- Μωρέ, ου Κουλουμπέρδας! — Νο μ’ ιδώ τ’ν μπόλια.

Η Παναγιούλα του την έδωσε κι ο Γεσίλας σφόγγισε το πρόσωπο:

- Πως βρέθ’κις εδώ, βρε Τιμολέο; Δεν είσ’ να σ’ν Κέρκυ­ρα; είπε ανοίγοντας τα μάτια.

- Είμαστε μεις για μακαρούνια κι πουλπέτις; Πήγα να σκάσου για παγίδ’, απάντησε ο Τιμολέος.

- Κι για τζουρνά, πρόστεσε ο άλλος αξιωματικός.

- Ελάτε, μπάτε μέσα· έμαθα είναι δω κι ου Σκλέπας. Ούλοι εδώ. Τι έχει να γένει!

- Θα τουν κάψουμι τον τόπου, είπε ο Κουλουμπέρδας.

Ο Γεσίλας αποσκουπίστηκε κι αγκαλιάστηκε και φιλήθηκε με τους φίλους του. Ήτανε συμμαθητές του βγαλμένοι τον περασμένο χρόνο από το σκολειό.

Η Φρόσω μόλις άκουσε όξω τις φωνές, πρόφτασε και σή­κωσε από χάμω από τον οντά τα ρούχα· και πέρασε στην άλλη κάμαρα να βάλει τις παντόφλες της και να σιάξει λίγο τα μαλλιά.

Ο Γεσίλας με τους φίλους του μπήκανε στον οντά.

— Μι τ’ μιγάλι στουλή σ’ ηύραμε, είπε ο ένας απ’ αυτούς χτυπώντας με την άκρη του σπαθιού του τα λουριά, που κρεμόντανε λυτά κάτω από την πουκαμίσα του Γεσίλα.

- Σ’ πάνε καλά, μωρέ; Έλα, ντύσ’ να σι ιδούμι. Γι’ αυτό ήρθαμε, πρόστεσε ο άλλος.

- Τώρ’ αμέσους· σταθήτι νια στιγμή.

Κι ο Γεσίλας φώναξε τη Μαριώ.

Αντίς αυτή, παρουσιάστηκε η Φρόσω και χαιρέτισε τους αξιωματικούς.

- Τα σκ’τιά μ’, να ντ’θού. Τ’ν γκιλότα μ’ κι τη λ’νη τ’ μπλούζα, της ζήτησε ο Γεσίλας.

Η Φρόσω σταμάτησε:

- Ποια γκελότα; - πώς τ’ν είπις;

- Του κουντό μ’ του βρακί, μουρή! Πες τς Μαριώς, ικείνη ξέρ’, φώναξε ο Γεσίλας ανυπόμονα.

Η Φρόσω πήγε και τα ’φερε από την άλλη κάμαρα.

- Μα γιατί δε φουρείς το λινό του πιντιλόνι; είπε κει που του τα ’δινε.

- Τι κάτασπρους θέλεις να βγου; Σα μυλουνάς, απάντησε ο Γεσίλας γελώντας.

- Δε συνηθείται πλια, είπε ο Κουλουμπέρδας.

- Φόρισι κάνε του μακρύ σ’ του τσόχινου, επίμενε η Φρόσω, που βιαζότανε να τόνε δει και μ’ αυτό. Καψόπιδο, θα σκάεις μι τς μπότες. Να πάου ναν του φέρου;

- Όχι· θέλει πρώτα λίγου σιδέρουμα.

- Να βάλουμε το σίδηρο.

Το γέλιο του Γεσίλα την έκοψε:

- Θ’μάτι π’ σιδέρουνε τ’ φ’ στανέλα τ’ πατέρα, είπε ο Γεσί­λας και κοίταξε τους συναδέρφους του.

Η Φρόσω χαμογέλασε βιασμένα. Δε της άρεσε ο λόγος. Μα «έτσ’ είν’ τα παιδιά», είπε μέσα της και του το συχώρεσε.

- Έλα, έλα, ντύσ’ τώρα, φώναξε του Γεσίλα ο Νάκας Κλωστογιωργόπουλος, όπως λεγόταν ο άλλος αξιωματικός· δεν είμαστι να κάτσουμι πουλύ.

- Έχετε υπηρεσία; έχετε πουλλή δ’λειά στου τάγμα; ρώτη­σε ο Γεσίλας πιάνοντας να ντυθεί.

- Κόπ’καμε. Ούλη μέρα πρέφα κι τριόνφο, είπε ο Κουλου­μπέρδας.

- Ζουή κι κότα το λοιπόν, γέλασε ο Γεσίλας. Μα καθώς έκαμε να δέσει το παντσάκι, του έμεινε στα χέρια.

Φουρκίστηκε:

- Να πάρ’ ου διάουλους· ηύρις ’ν ώρα να κουπείς!

- Στέκα να σ’ του ράψου νια στιγμούλα, πετάχτηκε η Φρό­σω και κίνησε να πάει να φέρει τη βελόνα.

- Άσε· του δένου, καλύτερα, είπε ο Γεσίλας.

Η Φρόσω έσκυψε να τόνε βοηθήσει, μα δε δενότανε· είχε πολλούς κόμπους από πριν.

- Πατσαλή είσι, καψαρή· άσ’ του, δε δένετι. Σύρι βγάλε μ’ άλλου απ’ του σιπέτ’. Τούτο είναι βρόμιο κιόλας απ’ του δρόμου, σκούντησε ο Γεσίλας την αδερφή.

Η Φρόσω πήγε και το έφερε κι ο Γεσίλας πήρε να το φορέσει. Μόλις όμως ξαναβγήκε η Φρόσω, οι φίλοι σηκώθηκαν και δεν τον αφήνανε να ντυθεί.

- Θα μι τσικλίστι! αφήστι μι! εσείς είσαστι π’ διάζουστανε; τους έσπρωχνε γελώντας ο Γεσίλας.

Μα οι συνάδερφοι του θυμηθήκανε τα χωρατά τους μια φορά μέσα στους θαλάμους του σκολειού.

Κι η Κούλα, που γυρίζοντας από τη γειτονιά με το καπέλο της στο χέρι μπήκε άξαφνα στην πόρτα, βρήκε άξαφνα τον Κουλουμπέρδα να κρατά το ένα μπουζουνάρι, ενώ ο αδερφός της πολεμούσε να φορέσει το άλλο.

Ο Γεσίλας μπόρεσε τέλος να τα φορέσει και τα δυο και να γυρίσει να συστήσει την αδερφή στους φίλους του.

Η Κούλα γνώριζε μόνο τον έναν, τον Κλωστογιωργόπουλο, από τον καιρό που ήταν υπαξιωματικός στο κάστρο. Τον Κουλουμπέρδα τον έβλεπε πρώτη φορά.

- Τα παιδία παίζει, είπε τούτος κατακόκκινος και ξανακάθισε στον καναπέ, αφού χαιρέτισε με βαθύ σκύψιμο.

Η Κούλα δεν κατάλαβε καλά το αστείο, μα γέλασε. Τα δόντια της δεν ήταν τόσο φαγωμένα ακόμα, ώστε να φοβάται να τα δείξει.

- Σας συγχαίρου διά τον αδερφόν σας, πρόστεσε ο Κουλου­μπέρδας κι η Κούλα τον ευχαρίστησε ξαναδείχνοντας με χαμό­γελο τα δόντια της.

Ο Γεσίλας παραπέρα ντυνότανε.

- Κούλα, έλα ίσιαξι απού πίσου τς σούφρις, φώναξε της αδερφής, όταν είχε φορέσει και την μπλούζα του.

Η Κούλα πήγε και τόνε βοήθησε, ενώ εκείνος χτένιζε τα μαλλιά και το μουστάκι στον καθρέφτη εμπρός.

- Έτοιμος; ρώτησε ο Κλωστογιωργόπουλος από την κα­σέλα, όπου ήταν καθισμένος.

Ο Γεσίλας προχώρησε μπροστά τους παίρνοντας στάση προ­σοχής:

- Διατάξατε, κύριοι ανθυπολουχαοί!

Η Φρόσω, που ξαναμπήκε, τόνε χάδεψε στον ώμο.

- Ωραία σ’ πααίν’νε, είπε ο Κουλουμπέρδας.

- Του καπέλου δε μ’ παραρέσ’ μοναχά, είναι πουλύ σ’ κουτό απού πίσου, παρατήρησε ο Κλωστογιωργόπουλος.

Ο Γεσίλας είπε πως είναι το νέο σχέδιο κι ο Κλωστογιωργόπουλος βεβαίωσε πως το είδε κι αυτός σ’ έναν του πυροβολικού.

- Κι μένα ψ’λό μ’ φαίνετι, έκαμε να πει κι η Φρόσω. Μα ο αδερφός την έκοψε απότομα:

- Που ξέρ’ς ισύ απ’ αυτά! Σύρι μέσα κι φκιάσι τον καφέ.

- Τουνέ φκιάνει η Μαριώ, μουρμούρισε η Φρόσω σα βρεμένη γάτα.

- Κι σεις ποίαν γνώμην έχιτι, δισποινίς; ρώτησε την Κούλα ο Τιμολέων Κουλουμπέρδας.

Η Κούλα πρώτη φορά άκουε τη λέξη και της άρεσε:

- Αφού είναι του περιβολικού, είναι καλύτιρου, απάντησε χαμογελώντας.

- Ώστ’ εκτιμείτε καλύτερα το πυρουβουλικόν; της χαμογέ­λασε κι ο αξιωματικός.

Η Κούλα συμπλήρωσε το κοπλιμέντο της:

- Όχι ιγώ μαναχά, η κοινουνία ούλι.

- Όπους κι να ’ναι, του περιβουλικού έχει άλλη χάρ’, είπε από την άκρη κι η Φρόσω κι έξυνε το πόδι της κάτω από το γόνα.

- Τ’ν κακή ψυχρή κι τ’ δυανώ σας· ό,τ’ ακούτι τσαμπ’νάτι. Του πυρουβουλικό πάει, ξέπισι, του μέλλον είναι στου πεζικόν.

- Άντι, μουρή Κούλα, φέρι τουν καφέ, έκοψε τη συζήτηση ο Γεσίλας.

Η Κούλα έφυγε και πάει στην άλλη κάμαρα.

Η Μαριώ την περίμενε στην πόρτα:

- Ε, πού ’ναι τα;

- Τι να σ’ κάμου, δε σ’κώνεται, απάντησε η Κούλα βιαστικά.

- Πού σ’ αφήν’νε οι γλυκουκ’βέντις με τουν άλλονε, είπε θυμωμένα η Μαριώ.

- Δεν ήρθα για καυγάδις· ου Γεσίλας μ’ έστ’λε για τς καφέδις. Τς έφκιασις;

- Άλλη όρεξ’ δεν έχου, να σας φκιάσου κι καφέδις. Κι η Μαριώ κάθισε φουρκισμένη στην άκρη.

Ο λόγος ήτανε σοβαρός. Όταν ακούστηκαν πρωτύτερα στη σκάλα οι φωνές των αξιωματικών, η Μαριώ έτρεξε στον οντά να πάρει από την κασέλα τα γοβάκια της, που τα είχε κλειδω­μένα εκεί από το φόβο μην τα πάρει η Παναγιούλα, μα δεν πρό­λαβε. Ο ευλογημένος ο Γεσίλας είχε σωριάσει τα ρούχα του απάνω στην κασέλα κι όσο να τα σηκώσει αυτά η Μαριώ, οι ξένοι μπήκανε μέσα. Και σα να μην έφτανε αυτό, έβαλε ο διάβο­λος τον έναν τους και κάθισε απάνω στην κασέλα και μήτε η Φρόσω μήτε η Κούλα θέλουνε να του ζητήσουνε συμπάθιο και να τόνε σηκώσουνε μια στιγμή.

Κι έτσι, ενώ οι άλλοι γελούν και χωρατεύουνε μες τον οντά, η Μαριώ κλείστηκε στο χειμωνιάτικο. Πώς να ’βγαινε στους ξέ­νους με τα πατίκια, που είχε μοναχά στα πόδια; Δοκίμασε τα λαστιχένια της παλιοστίβαλα, που βρισκόντανε σε μιαν άκρη του κατωγιού, μα βγαίναν απ’ αυτά όξω τα δάχτυλα, φόρεσε πάλι τα πατίκια και κατέβασε μακρύτερα το φόρεμα, μα φαίνε­ται μια σιχασιά το φόρεμα.

- Τι ντρέπισι, μουρή; Σαν κι θα σι τ’ράξ’νε στα πουδάρια; Δε γλέπ’ς ιγώ — της είπε η Φρόσω και της έδειξε πως ήταν και ξεκάλτσωτη.

Κι αυτό την έσκασε περσότερο. Η Μαριώ, όσο κι αν το ένιωθε πια πως πέρασε τη νιότη και σίμωσε τη Φρόσω στις φροντίδες, όμως δε χωρίστηκε κι ολότελας από τη ζωή του κό­σμου. Δεν έφτασε ακόμα στη σειρά της Φρόσως. Αν είχε φτά­σει, δε θα της έφερνε ο Γεσίλας, καπελίνο, μα σκέπη μαύρη, καθώς έφερε κεινής. Πώς περνά λοιπόν στο νου της Φρόσως πως μπορεί να βγαίνει στον καθένα όπως φτάσει, σαν και δαύτη;

Η Κούλα έψησε μόνη τους καφέδες, τους έβαλε στο δίσκο και ξαναπάει μ’ αυτούς στη σάλα.

Η Μαριώ έμεινε πάλι μόνη με τη σκάση της. Από τη χαρα­μάδα της πόρτας κοιτάζει να δει τι γίνεται στη σάλα, μα βλέπει μονάχα τη ράχη της Φρόσως, που κάθεται κοντά κοντά στην πόρτα. Την Κούλα δεν μπορεί να τη δει, πού είναι καθισμένη, μόνο το γέλιο της ακούει. Να, ο αξιωματικός της ξαναλέει κάτι.

Μα ο Γεσίλας γύρεψε τώρα τη μεγάλη του στολή κι η Φρόσω ήρθε στο χειμωνιάτικο για να την πάρει. Η Μαριώ χύμησε απάνω της:

- Κουταημάνα, δεν μπορείς να τόνε σ’κώσεις!

- Πώς να κάμου; Τώρα έβαλε κι τουν καφέ μπροστά τ’ στ’ν καθήκλα. Ντρέπουμι, μουρή, της απάντησε βιαστικά η Φρόσω κι έφυγε με τη στολή.

Η Μαριώ δε βαστά πια. Μέσα ξαναφόρεσε ο Γεσίλας τη μεγάλη στολή και κρέμασε και το σπαθί. Κάποιος από τους αξιωματικούς είπε κάτι για την αλυσίδα του ζωστήρα. Τα μούτρα του, δεν του άρεσε! Την είπε αντικανονική. Από τη ζήλεια του, γιατί ο δικός του θα ’χει λουρί. Έπρεπε να είναι μέσα αυτή να του δώσει την απάντηση. Τώρα είναι κει η Φρόσω, το κούτσουρο, κι η Κούλα, το χαϊβάνι, που ξέρει μόνο να γελά. Τι να της κάμει όμως τουτηνής, που πρόφτασε και συγυρίστηκε πρι να ’ρθουν οι ξένοι. Την ήθελε να τη βρουν, όπως βρήκαν αυτή, και τότε της έλεγε πως γελούνε και χαχανίζουν. Άκου την, άκου την ξαδιάντροπη! Όλο το δικό της γέλιο κι όλο η φωνή του ξένου αξιωματικού ακούεται. Δίχως άλλο κοιτάζει να τον μπλέξει. Κι ο άλλος αγαπητικός, ο ψάλτης, κάθεται στο βελούχι.

Η Μαριώ τόνε βλέπει από το παράθυρο να κοιτάζει στο μπαλκόνι, μα από τη χαραμάδα δεν μπορεί να δει πού κάθεται κι η Κούλα μέσα στον οντά. Δίχως άλλο εκείνος θα τη βλέπει και τούτη θα του ρίχνει κι αυτουνού καμιά ματιά. Παιζογελά και με τους δυο. Γι’ αυτό δεν τη θέλει τη Μαριώ να ’ρθει στη σάλα, γι’ αυτό δε βρίσκει μιαν αφορμή να σηκώσει τον Κλωστογιωργόπουλο από την κασέλα. Μούτρα που ντρέπεται! Σα να τόνε βλέπει στα μάτια της πρώτη φορά. Ποιος ξέρει πόσες φορές τη στρίμωξε στ’ αγκωνάρια της κούλιας τον καιρό που ήτανε λοχίας στο κάστρο. Καλά, έτσι φέρνεται, κι έχει ράμματα κι αυτή· να μην τη λένε Μαριώ, αν δεν τα πει όλα του Γεσίλα.

Η Φρόσω ήρθε μέσα για να ξαναπάρει κάτι άλλο· οι φίλοι πρέπει να τα δούνε όλα.

- Κουταημάνα, κουταημάνα! ξαναχύμησε απάνω της η Μα­ριώ σφίγγοντας τη γροθιά μπροστά στο πρόσωπο της.

- Μπα, σι καλό σ’! μουρλάθ’κις, μουρή; τι σου ’ρθι; Ποιος σο ’φτιξι κι κάνεις έτσ’;

- Ισύ, ισύ ήσ’να κουντά στ’ν πόρτα κι δεν τ’ν έκλεισις, άμα τς άικ’σις που ’ρχόντανε.

Η Φρόσω σταυροκοπήθηκε και ξαναπάει στη σάλα. Εκεί άναψε τώρα ζωηρή συζήτηση. Μα η Μαριώ από την ταραχή της με τη Φρόσω δεν μπορούσε να την ακολουθήσει. Άκουσε μόνο την Κούλα, που είπε κάτι κι οι άλλοι γελάσανε.

- Η κυρία Κούλα έχει δίκιο, είμαι με το μέρος της, έφτασε φωνή του Κουλουμπέρδα ως τ’ αυτιά της Μαριώς.

- Να τ’ νε κιόλα, τόνε μάγεψε, τόνε μπέρδεψε!

- Κυρία Κούλα, μη φεύγετε, μη μ’ εγκαταλείπετε μαναχόν να τα βγάλω πέρα, ακούστηκε πάλι από μέσα η ίδια φωνή.

- Αφού δόλωσε μέσα τον έναν, πάει τώρα όξω και στον άλλον, ξανασυλλογίστηκε η Μαριώ κι έτρεξε στο παράθυρο:

- Νάτα· νάτα· ο ψάλτης δεν είναι πια καρσί· θα πήγε από το πίσω μέρος. Η βρόμα ηύρε καιρό και του το ’καμε το νόημα. Πάει να τον σμίξει. Δεν την ξέρω, δεν την ξέρω!

Κι η Μαριώ γυρίζει να κοιτάξει από το πίσω παράθυρο. Μα την ίδια στιγμή παρουσιάζεται στην πόρτα η Κούλα κρατώντας στο χέρι τα γοβάκια:

- Να, πάρ’ τα· τόνε σήκουσα. Μα πήγις κι τα τρύπουσις κι συ στουν πάτου. Τρόμαξα να τα βρου.

Η Μαριώ μαρμάρωσε.

Η Κούλα ξαναέφυγε βιαστική κι άμα γύρισε στη σάλα, ξαναζωήρεψε η κουβέντα.

Η Μαριώ ύστερ’ από τόσο σούσουρο, έχασε πια την όρεξη να πάει μέσα. Μα σαν ξανάκουσε τα γέλια της Κούλας, δεν μπόρεσε να κρατηθεί. Φόρεσε τα γοβάκια της, πέρασε το καλό φουστάνι κι άνοιξε την πόρτα.

Το ζήτημα της ντυμασιάς είχε πια ξετελειωθεί κι οι αξιω­ματικοί μιλούσαν τώρα για πρόσωπα και πράματα, που ως την ώρα δεν τάραξαν τους αχούς της κούλιας.

Τη Μαριώ, που μπήκε, κανένας δεν την πρόσεξε ξεχωριστά· κι αυτός ακόμα ο παλιός της γνώριμος Κλωστογιωργόπουλος δεν πολυταράχτηκε. Μόνο «τι κάνετε»; και ξακολούθησε να διηγιέται για μια μονομαχία, που κόντεψε να κάμει το χειμώνα για ένα μπάτσο, που έδωσ’ ενός φίλου του πολίτη. Τόνε θύμωσε με κάποιο λόγο του, που πρόσβαλε το στράτευμα.

- Καλά το ’καμις τ’ παλιανθρώπ’, είπε ο Γεσίλας και διηγή­θηκε κι αυτός ένα επεισόδιο, που του συνέβηκε στο σιδερόδρομο τώρα που ερχότανε και που λίγο έλειψε να καταχειρίσει κι αυτός κάποιον:

- Οι πουλίτις θέλ’ νε ξύλου κι..., πρόφερε το λόγο πλέριον και με τόνο.

Ο Κλωστογιωργόπουλος κι ο Κουλουμπέρδας συμφωνήσανε με κούνημα του κεφαλιού. Η Κούλα δε χαμογέλασε τη φορά αυτή, η Φρόσω δεν παραπρόσεχε στην ομιλία κι η Μαριώ είχε ξαναπέσει στη μελαγχολία της.

- Αυτοί οι άντρες, σα σμίγουνε δυο τρεις μαζί, είναι βαρε­τοί άνθρωποι, έλεγε μόνη της και χασμουριότανε μ’ όλο το φύλαγμα, που έκανε να μη δείξει τα σάπια δόντια της.

Η Κούλα δεν είχε τέτοιο φόβο κι έτσι δε θυμόταν αυτή να βάλει την απαλάμη μπροστά στο στόμα, όταν το άνοιγε πλατύ πλατύ από την ίδια πλήξη. Η ομιλία είχε γυρίσει τώρα στον πό­λεμο. Ο Κουλουμπέρδας άκουε τον Κλωστογιωργόπουλο, που διηγόταν πως αντραγάθησε στο Δομοκό κι ωστόσο έπρεπε να τυραννηθεί τρία χρόνια στο σκολειό για το ψωρογαλόνι.

Η Κούλα απελπίστηκε πως η ομιλία μπορούσε να γυρίσει σε θέμα πιο ευχάριστο για όλους. Βρήκε αφορμή πως θα σηκώσει τα φλιτζάνια, τα μάζεψε και πάει στην άλλη κάμαρα.

- Πάει στον άλλο τώρα, στοχάστηκε η Μαριώ, σαν είδε πως η Κούλα δε γύρισε. Και βαρυθύμησε περσότερο:

Για να κάθεται λοιπόν εδώ σαν ξόανο και να χασμουριέται, χάλασε πρωτύτερα τον κόσμο και το συκώτι της; Δεν θα ’κανε καλύτερα να πήγαινε κι αυτή στη γειτονιά να δείξει το καπελίνο, σαν την Κούλα, να λέει και να διηγιέται για τα ρούχα και τα χρυσά στολίδια του αδερφού και να την ακούν οι γειτόνισσες με το στόμα ανοιχτό; Τι έβγαλε δω με τους αξιωματικούς; Να τους ακούει να κόβουν τις σφηνάρες τους και ν’ αγναντεύει το ψωροκαμάρωμά τους;

Ήθελε να ’ξερε σαν τι τους φαίνεται πως είναι; Τον έναν δα, τον Κλωστογιωργόπουλο, τον ξέρουμε: Παιδί παπά. Κι ο άλλος ο άγνωστος - ποιος ξέρει πούθε κρατά η σκούφια του; Δίχως άλλο από τα Κράβαρα ή από το Λιδορίκι, καταπώς φαίνεται από την κουβέντα του, όσο κι αν θέλει να τα κόβει σα γραμματισμένος. Τρομάρα του, τήρα πως γουρλώνει τα μάτια σαν μπούρμπουλας κι έχει τα μουστάκια του άγρια κι ανασηκω­μένα, σαν τ’ αγκάθια του σκατζόχερα. Νέα μόδα κι αυτή. Μια σιχασιά είναι. Και του Γεσίλα θα του πει κοφτά, δεν της αρέσει αυτό το σκέδιο, σα βούρτσα. Μπορεί να βγάλουνε τα μάτια της δόλιας της γυναίκας, που θα κάμουνε να σκύψουνε στο πρό­σωπό της.

Μια σάλπιγγα σήμανε στο κάστρο κι οι αξιωματικοί σηκωθήκανε.

- Αχά, κάτ’ ουρθοί κιόλας; ρώτησε ο Γεσίλας.

- Δεν ακούς; βαρεί συσσιτίου, είμαστι κι οι δυο τς υπερεσίας, είπε ο Κλωστογιωργόπουλος και πήρε το καπέλο του.

- Κάνε δε θα ’ναι η Κούλα δω να πάρει το στερνό χαμόγελο του Κουλουμπέρδα, παρηγορήθηκε μέσα της η Μαριώ.

Μα εκεί που βγαίναν οι αξιωματικοί, η Κούλα πρόβαλε στη σκάλα με δύο γαρίφαλα στο χέρι, το ένα για τον Κλωστογιωργό­πουλο, το άλλο για τον Κουλουμπέρδα.

Ο πρώτος έφυγε κρατώντας το στο χέρι, ο δεύτερος αφού πρώτα το μύρισε και το έμπηξε στο στήθος ευχαριστώντας άλλη μια φορά.

- Τίποτες, τίποτες, μουρμούρισε η Κούλα, χαμογελώντας και κοκκινίζοντας όσο μπορεί να κοκκινίσει φτιασιδωμένο πρόσωπο.

Η Μαριώ έπεσε πάλι στην ανορεξία της και το βάρος, που είχε νιώσει στο κεφάλι, όταν ξύπνησε το απομεσήμερο, έγινε τώρα πονοκέφαλος σωστός. Από την ταραχή της ξέχασε πρωτύτερα να πιει καφέ, μήπως και της περνούσε. Το έκαμε τώρα, μα δε βοήθησε πολύ.

Μόνο αργότερα, άμα με το πέσιμο του ήλιου ο Γεσίλας, αφού ξαναθύμισε της Φρόσως να μην πάρουνε κρασί για το βράδυ από τον ίδιον, την πήρε μαζί με την Κούλα και βγήκανε περί­πατο στην πόλη, τότε άρχισε να της περνά. Όπως αντίκριζε τον κόσμο, που κοίταζε περίεργα τον αδερφό και χαιρετούσε και παραμέριζε, ξεχάστηκαν όλα, η ταραχή του απομεσήμερου, η μελαγχολία από το αργοπόρημα του καπελίνου, το μαράζωμα του επιλοχία Καραφωτιά, η νιότη που πέρασε άδικα. Όλ’ αυτά δεν τα θυμάται πια η Μαριώ, σα να μην ήταν άλλο τίποτες από παραξενιά μονάχα μιας στιγμής.

Και σιγά σιγά, σα να μη θυμάται πια ούτε τα φαγωμένα δόντια της, αφήνει να χαμογελούν ελεύτερα τα χείλη της και τρέχει πεταχτή κι ανάλαφρη πλάι στον αδερφό, όσο κι αν της βαραίνει στο κεφάλι το ασυνήθιστο καπελίνο, και χαίρεται κάθε ματιά που ρίχνεται σ’ αυτό και στον καινούργιο αξιωματικό.

Η έννοια για το ξαναγέννημα της κούλιας νίκησε πάλι μέσα της. Κι αληθινά, το θρίαμβο δεν τόνε φανταζότανε ποτέ τόσο μεγάλο. Η πλατεία όλο και γεμίζει γύρω της, όλος ο κόσμος βγήκε κει μονάχα για να δει το γιο του παλιού επάρχου του. Γι’ αυτόν ανάφτηκε κει στη μέση και το πεντάλυχνο φανάρι, γι’ αυτόν παίζει η μουσική, γι’ αυτόν βάλανε τόσο νάζι απόψε τα κορίτσια που σεργιανίζουν εκεί. Όλα γι’ αυτόν, όλα γι’ αυτόν και για τον πύργο.

Και νέα ζωή άρχισε στον πύργο. Πρώτα η θέση του Γεσίλα της έφερε υποχρέωσες και γι’ αυτές δύσκολα να φτάσει ο μιστός του ανθυπολοχαγού, ο ψωρολουφές, όπως τόνε λέει η Μαριώ. Και στον πύργο δε στέκει πια να ξενοδουλεύει στο φα­νερό, δε στέκει να στέλνει να πουλά μαρούλια κι αγγουράκια στο βελούχι, ούτε την Παναγιούλα να γυρίζει στην αγορά και στα σπίτια. Ο πύργος όπου και να ’ναι περιμένει τη νύφη κι η ορ­φανή της πλύστρας του Θώμου Κρανιά δεν είναι από τα συστα­τικά, που χρειάζεται να δείχνει στον κόσμο η γενιά του τις στιγμές αυτές.

- Σ’ τα ’κουψα τα πουδάρια, σα σι ματαϊδού στου παζάρ’, τη φοβέριξε ο Γεσίλας, αφού της το είπε μια φορά με το καλό και δεν άκουσε - η Φρόσω δηλαδή, που την έστειλε.

- Κι ό,τ’ θέλ’τ’ ισείς, ιδώ πιρνάν οι στρατιώτις, είπε των αδερφάδων.

Από την ημέρ’ αυτή αλίμονο στον εύζωνα που θα περνούσε κάτω από το δρόμο.

- Ψιτ! εύζουνα! έλα να μ’ φέρ’ς του νταβά στου φούρνου, φώναζε δυνατά η Μαριώ για να την ακούσει κι η γειτόνισσα.

- Να, πάρι μ’ κι μένα νια ρικέλα τάδε νούμιρου, πρόσταζε κι η Κούλα από το μπαλκόνι.

Μόνο η Φρόσω απόμεινε δίχως χουσμεκιάρη. Έπρεπε να τρέχει στα παιδιά της γειτονιάς· γιατί στο φούρνο, στον μπακά­λη και στον έμπορο καλά, μα με τα υφάδια δεν μπορούσανε να τρέχουν οι στρατιώτες. Το δοκίμασε δυο τρεις φορές, η Μαριώ όμως της έκαμε τον τέλο: αν το μάθαινε ο Γεσίλας!

Οι αδερφές πήραν ακόμα την απόφαση, ο αργαλειός κι οι βελόνες να δουλεύουνε μόνο μυστικά και την ώρα που λείπει από την κούλια ο αδερφός. Για καλό και για κακό. Πού ξέρεις πώς το παίρνει; Θα προτιμούσανε βέβαια να κάθουνται και να φλυαρούνε στη γειτονιά, όμως τα καπελίνα, που φορέσανε στο κεφάλι, απαιτούσαν παρόμοιο στόλισμα και του κορμιού. Κι ο αδερφός σταμάτησε στα πρώτα χαρίσματα, που έφερε όταν ήρθε. Η Ένωση έστελνε από την Αθήνα τσόχες και καπέλα για τον αξιωματικό, μα για ένα μεριμένιο φόρεμα της Μαριώς ή για ένα ζευγάρι κίτρινα σκαρπίνια της Κούλας, που ήταν τώρα η μόδα, δε νοιαζότανε.

Η Μαριώ άρχισε να φουρκίζεται μαζί του:

- Δεν πας στο γεροδιάολο και συ κι αυτός! Καλύτερα να ιδεί, αγρίεψε στο τέλος της Κούλας, που έτρεξε να την προφτάσει να κρύψει τη μάλλινη φανέλα, που έπλεκε για κάποιον υπαξιωματικό του κάστρου.

- Σα δεν τ’ αρέσ’ να ξινουδ’λεύ’νε οι αδερφές τ’, ας γνοιάζιτι γι’ αυτές ου ίδιους.

Ωστόσο τη φανέλα την έκρυψε κάτω από το στρώμα, που καθότανε.

Μόνο ο αργαλειός της Φρόσως μπορούσε να βροντολογά ελεύτερα, εξόν από τις ώρες που ο καπετάνιος ησύχαζε ή ήτανε στα νεύρα του. Ο αργαλειός ύφαινε τάχα για το σπίτι και για τα προικιά της Κούλας. Πού εύρισκε τα υφάδια ή πούθ’ ερχότανε το καινούριο φόρεμα της Κούλας, που έβγαινε μαζί του στον περίπατο, ο Γεσίλας δε σκοτιζότανε να ρωτήσει.

Οι αδερφές του φοβόντανε άδικα. Για την εσωτερική υπερεσία της κούλιας δεν τον έμελε πολύ τον αξιωματικό· του έφτανε πως εύρισκε κει έτοιμο το φαγί στην ώρα του και πως δειχνόταν αυτή στον κόσμο καθώς χρειαζότανε. Για περσότερα καθέκαστα δεν του έμενε καιρός. Είχε την εσωτερική υπερεσία του κά­στρου, την πρέφα στον καφενέ και πρώτ’ απ’ όλα το αγνάντεμα στα παράθυρα. Η ευτυχία, που προσμένανε στην κούλια, ήρθε ο καιρός να πληρωθεί: οι όμορφες και πλούσιες της πόλης κοντά στον ποταμό αρχίσανε να μαλώνουνε για το γιο του Θώμου Κρανιά.

- Είδις πως τήραε η Πηνιώ τ’ Τσιλιβήθρα; είπε η Μαριώ ένα βράδυ, που γύριζαν από τον περίπατο.

- Μηδά η Βασιλική τ’ Στούπα! Κουκκίνισ’ ουλόβουλι, άμα τ’ νς χιρέτ’ σις, πρόστεσε η Κούλα.

Ο Γεσίλας μουρμούρισε ξερά:

- Δε φελάνε τίποτας κι οι δυο.

Οι αδερφές δε φέρανε αντιλογία. Κι οι δυο δεν είχαν παρα­πάνω από είκοσι χιλιάδες.

- Για τ’ν Τασία τ’ Ξ’διά όμως δεν μπουρείς να πεις τίπουτα· κι όμορφ’ είναι κι ούλα τα ’χει, ξαναείπε η Μαριώ.

Ο Γεσίλας δε μίλησε.

Είκουσ’ πέντε μετρητές κι ένα μαγαζί στου παζάρ’, ξανάπια­σε την ομιλία η Μαριώ το βράδυ εκεί που τρώγανε κι η Φρόσω πρότεινε να στείλουνε να τη γυρέψουν.

- Αφήστε τ’ν κι βέντ’ αυτήνι, είπε ο αδερφός απότομα. Μα εκείνες επιμένανε.

- Αφήστε τ’ κι βέντ’ αυτήνι, σας είπα, τις έκοψε πάλι.

- Γιατί ναν τ’ν αφήσουμι; ανακατεύτηκε κι η Κούλα, πε­ρίεργη από την επιμονή του.

- Θέλ’τι να μας σκουτώσ’ ου Κουλουμπέρδας; Ξάφνισμα γενικό.

- Τα μούτρα τ’! πετάχτηκε η Μαριώ και βλέποντας την Κούλα, που ξίνισε το πρόσωπο, την κοίταξε στα μάτια.

Η Μαριώ, ας παραιτήθηκε από την παντρειά, δε δεχόταν ευχάριστα να ξαραδιαστεί από τη μικρότερη αδερφή, δεν της χάριζε κιόλας εύκολα γαμπρό με μακρύ σπαθί. Κι η ματιά της τώρα, μ’ όλον το θυμό της για την τόλμη του Κουλουμπέρδα, έδειχνε κάποια χαρά μαζί.

Γιατί το μακρύ σπαθί του Κουλουμπέρδα σα να χαμοάρεσε της Κούλας και να της ξανακέντησε παλιούς ξεθυμασμένους πόθους. Ο ανθυπολοχαγός δεν έπαψε να κόβει τις ελληνικούρες του, όπως τον κορόιδευε η Μαριώ, όποτε την απαντούσε στον περίπατο. Κι όταν ερχότανε στον πύργο με τον αδερφό, η Κούλα έτρεχε να του κόψει πάντα ένα γαρίφαλο από την άλικη γαριφαλιά της. Ο Κουλουμπέρδας το μύριζε, το έμπηγε στο στήθος, η Κούλα κοκκίνιζε, χαμογελούσε, ο Κουλουμπέρδας κατέβαινε τη σκάλα χαμογελώντας κι αυτός, μα το πράμα δεν προχωρούσε μακρύτερα.

Γιατί δεν προχωρούσε, το εξήγησε τώρα ο λόγος του Γεσίλα.

Η Κούλα μελαγχόλησε όλο το βράδυ κι έχασε για λίγες μέρες την όρεξη να βγαίνει περίπατο.

Η Μαριώ χαιρότανε. Όσο που νέα περιστατικά ρίξανε την κούλια σ’ έννοιες σοβαρότερες.

Ο Γεσίλας διάλεξε πια. Τη μεγάλη κόρη του έμπορου Ζωριά. οι αδερφές μείνανε σύμφωνες και το ζήτημα ήτανε μόνο ποιον να στείλουνε προξενητή. Ο νους της Φρόσως κι η γλώσσα της Μαριώς δεν ησυχάζανε. Μόνο η Κούλα δεν έδειχνε μεγάλο ζήλο στη συζήτηση. Όχι πως είχε αντιλογία, μα γελασμένη από τον Κουλουμπέρδα, είχε στρίψει την προσοχή της στο βελούχι.

Τον τελευταίο καιρό, πριν έρθει ακόμα ο αδερφός, ξεροστά­λιζε κει ένας γραφιάς και μαζί και ψάλτης σε μιαν εκκλησιά του τόπου. Ήτανε ερωτεμένος στα γερά με την Κούλα κι ήτανε κείνος, που καθότανε στο βελούχι την ημέρα, που ήρθε ο αδερ­φός κι η Κούλα χασκογελούσε στη σάλα με τον Κουλου­μπέρδα.

Η Μαριώ δεν είχε άδικο να τη φοβάται, σα μαστόρισσα, που την ήξερε στο δίπορτο. Κι αλήθεια, η λάμψη του μακριού σπαθιού του Κουλουμπέρδα, όσο κι αν έριξε τον ψάλτη χαμηλά στα μάτια της Κούλας, δεν της θάμπωσε ολότελα και το λογικό. Δεν έπαψε να κάθεται στο μπαλκόνι και για τον ψάλτη κι εύ­ρισκε πάντα τον καιρό να κατεβαίνει να τον ανταμώνει στην ακροποταμιά; Κι έτσι δεν έχανε και κείνος την ελπίδα. Απε­ναντίας, σα να μυρίστηκε κάτι, κι η ζήλεια του άναψε τη φλόγα περσότερο.

Η Κούλα γελούσε στην αρχή με τα παράπονά του. Μα όσο έβλεπε τον ανθυπολοχαγό να κοκκινίζει σαν του έδινε το γαρίφαλο, άρχισε να σοβαρεύεται στον ψάλτη και τέλος αποφάσισε να του μαζέψει τα λουριά μεμιάς.

Η αποκάλυψη του Γεσίλα για τον Κουλουμπέρδα βρήκε την Κούλα απάνω που έπαιζε το κρυφτό του ψάλτη μια ολάκερη βδομάδα. Κι η βαρυθυμιά από τον πρώτον ξέσπασε στο δεύτερο. Το κρυφτό βάσταξε περσότερο παρ’ όσο πρόσμενε κι η ίδια η Κούλα κι ο ψάλτης ήτανε δυστυχισμένος. Το μπουζούκι του Φωτούλα Τυλιγάδα δεν έπαυε μέρα και νύχτα μέσα στην πα­ράγκα του βελουχιού. Φυλάγοντας να μη βραχνιάσει τη φωνή του, που τη χρειαζότανε για τα τροπάρια στην εκκλησιά, ξεθύ­μαινε στα τέλια του μπουζουκιού. Τέλος η Κούλα τον ελεήθηκε.

Είδε πια την ανάγκη πως έπρεπε να του κερδίσει την εμπιστο­σύνη και παρουσιάστηκε και του ξαναγέλασε.

Μα το κακό ήρθε τώρα από κει που δεν το πρόσμενε. Η Μαριώ κι η Φρόσω είχαν αφήσει στην αρχή ολότελα ελεύτερη την Κούλα. Η Μαριώ της χάριζε τον ψάλτη μ’ όλη την καρδιά της. Καλό είναι κιόλα το παιδί, στοχαζόντανε κι οι δυο· βγάζει καλά απ’ τ’ αντίγραφα. Χώρια ο μιστός της εκκλησιάς. Μα τώρα που αλλάξανε τα πράματα, τώρα που περιμένανε την απάντηση του έμπορου Ζωριά, θυμηθήκανε πως ο πατέρας του ψάλτη άνοιγε μια φορά τους λάκκους στον Αϊ-Λάζαρο κι η Ζωριοπούλα δύσκολα θα στρεχτεί να γίνει αντραδερφή μιας, που η πεθερά της τους έπλυνε ίσια με τα προχτές τα ρούχα.

Η Μαριώ έβαλε στα τρία στενά την Κούλα να δώσει του ψάλτη τα παπούτσια του. Μα η Κούλα δεν αποφάσιζε να θυσιάσει το δικό της καλό μπροστά στο γενικό καλό της κούλιας. Από το άλλο μέρος πάλι το πράμα για την κούλια βίαζε. Έφτασε ένα φοβέρισμα του Γεσίλα κι ο ψάλτης αρατίστηκε από το βελούχι.

- Κοίτα καλά, σ’ του λέω μια για πάντα· εκειά π’ κάνου γω άλλου, δεν τα δέχουμι στου σπίτι μ’. Θέλου παστρικό του μέτουπου, αγρίεψε ο Γεσίλας και στην Κούλα.

Έτσι της απόμεινε κι αυτής μοναχή παρηγοριά το καπελίνο και τα κίτρινα σκαρπίνια, που της αγόρασε τέλος ο αδερφός και τα φορούσε κάθε βράδυ στον περίπατο και στην πλατεία, όπου καθίζανε μαζί. Η Κούλα ήτανε πιο της προκοπής κι ο Γεσίλας την προτιμούσε καλύτερα από τη Μαριώ. Του χρειαζό­τανε για δόλωμα, για κράχτης των άλλων θηλυκών. Έλπιζε πως κάποιο θα κολλήσει τέλος στη συντροφιά τους.

Μα τους κολλούσε μόνο ο Κουλουμπέρδας. Οι ελληνικούρες του δε βρίσκανε πια την καρδιά της Κούλας, ωστόσο τις άκουγε για να περνά η ώρα, αν δεν τύχαινε να περάσει εκείθε η Τασία Ξυδιά και να του κόψει και κεινού την όρεξη.

Σε λίγες μέρες το μυστικό, που έφερε ο Γεσίλας στις αδερ­φές, πως η μητέρα της Τασίας αρνήθηκε να δώσει την κόρη της του Κουλουμπέρδα, γέμισε ολόκαρδη χαρά την κούλια.

Μα κι ο Κουλουμπέρδας δεν άργησε να πάρει την εκδίκηση. Ύστερ’ από λίγο μαθεύτηκε στην πόλη πως η Ζωριοπούλα αρρεβωνιάστηκε με κάποιο δήμαρχο από ξένον τόπο.


Το άκουσμα αναστάτωσε την κούλια.

Η Μαριώ τα ’βαλε με τη θεια Χαραλάμπαινα, που δεν έκαμε καλά την προξενιά:

Την πίσα και την δίξα! δεν έκαμε καθώς της είπε αυτή. Δεν πήγε να πει πως κατεβαίνανε πέντε από τις πενήντα, που γυρέψανε στην αρχή. Και δε θα μίλησε κιόλα της Ζωριούς κα­ταπώς την ορμήνεψε, όταν άκουσε πως η κοπέλα θέλει σώνει και καλά πολιτευόμενο. Δε θα της μελέτησε ολότελα πως κι ο Γεσίλας θα βγει βουλευτής, πως το κόμμα του Κρανιά απάνω στα βουνά σε κείνον πέτεται.

Άμα όμως συνήρθαν από το ξάφνισμα, είδαν πως το πράμα δεν ήτανε γι’ απελπισία ολότελα. Ούτε οι πλούσιες ούτε οι όμορφες χαθήκανε από τον τόπο κι ο έμπορος Ζωριάς είχε άλλες τρεις ακόμα. Η δεύτερη, η Ευγενία, είναι μάλιστα ομορφότερη από τη μεγάλη, έλεγε η Μαριώ για να παρηγορήσει τον αδερφό.

Κι έτσι αποφασίσανε να στείλουνε να τη γυρέψουν ίσια κιόλα, πριν προλάβει κανένας άλλος από την ξενιτιά.

Τέσσερες θυγατέρες είχε ο έμπορος Ζωριάς, μα δεν είχε αρσενικό και κείνες μέναν πλουσιότερες νυφάδες του τόπου. Από πενήντα χιλιάδες έδινε της καθεμιάς, τις είχε μάλιστα και καθόντανε στην τράπεζα, έλεγε ο κόσμος. Με το θάνατό του όμως θα περνούσαν τις διακόσιες. Τα πλούτη του Ζωριά ήταν αλογάριαστα. Σπίτια, χωράφια, αμπέλια, τοκισμένα με­τρητά και το εμπόριο της πόλης όλο, βελανίδια, ελιές, σιτάρι, ζάχαρες, καφέδες, ό,τι έμπαινε κι ό,τι έβγαινε περνούσε από τα χέρια του Ζωριά. Η κούλια έπρεπε λοιπόν να λάβει μέρος στην κληρονομιά, αφού μάλιστα ο Θώμος Κρανιάς και φίλος ήταν του Ζωριά κι όλος ο κόσμος το λέει πως με την υπο­στήριξη, που του έκαμε στο λαθρεμπόριο σαν έπαρχος, τόνε βοήθησε να καζαντήσει.

Η Φρόσω ήθελε τώρα να στείλει προξενήτρα στη Ζωριού μια προεστή από τις καλές του τόπου, μα ο Γεσίλας κι η Μαριώ επιμένανε να σηκωθεί να πάει μονάχη της. Ο λύκος, έλεγε ο Γεσίλας, κάνει καλύτερα τη δουλειά του μοναχός.

Η Φρόσω το γύριζε και το ξαναγύριζε. Έβλεπε κι η ίδια πως το πράμα ήταν πιο σίγουρο έτσι, ωστόσο ντρεπότανε!

- Πώς να σας του που, ντιριόμι, έλεγε και ξανάλεγε. Μα τη στενοχωρέσανε. Κι αποφάσισε και πήγε.

Γύρισε θλιμμένη με την απόκριση: Δεν έχουνε καιρό. Ακόμα δε βγάλανε την πρώτη.

Η Μαριώ χύμησε απάνω της:

Δεν τς είπις, μουρή, πως καρτερούμι κι ένα κι δυο χρόνια ακόμα του γάμου;

- Πώς δεν τς είπα!

— Κούτσουρου, κουταημάνα! Δεν τς είπις πως μας χάλεψανε κι απ’ αλλού;

Η Φρόσω έσκυψε τα μάτια άφωνη. Ο Γεσίλας πρασίνισε:

- Δε φταίει άλλος από μένα, μουρμούρισε μες από τα δόντια. Και πήρε την απόφασή του.

Το είδε πια: τα κάστρα δεν παίρνουνται με τους τσασίτες. Θέλουνε γερούσι· πολιορκία σωστή και κρατητή.

Και την έστησε ίσια κιόλα της Ευανθίας Τελατίνη. Όμορφη δεν παραήτανε, μα είχε σαράντα μετρητές χιλιάδες. Μια κι έτυχε κιόλας να είναι το σπίτι της αντικρινά στον καφενέ, δεν της άφησε ησυχία μήτε στιγμή. Έκανε να βγει στον παράθυρο, ο ανθυπολοχαγός Κρανιάς μπροστά της· πήγαινε πε­ρίπατο, την έπαιρνε από το κοντό· ξεκλεβότανε στη φιλενάδα ή στη θεια της, το σπαθί του έδινε κι έπαιρνε στα καλδερίμια απόξω. Της κατάντησε ίσκιος όπου πήγαινε κι όπου περνούσε, όπου στεκότανε κι όπου καθότανε. Για να της θυμίσει ποια είναι η γενιά του, μάζευε γύρω του την κοντόκαπα από τα βουνά, για να της δείξει την παλικαριά του έδειρε ένα δικολάβο, που έτυχε να βήξει την ώρα που περνούσε ο αξιωματικός κάτω από τα παράθυρά της.

Στον πύργο το είχανε σίγουρο. Μόνο της Φρόσως δεν παράρεσε η μεγάλη φούρια, μα η Μαριώ ήτανε με τη γνώμη του Γεσίλα: όπου πατά ο γιος του Κρανιά, πρέπει να τρίζει ο τόπος κι όπου δε θέλουνε με το καλό, χρειάζεται το ζόρι.

Ωστόσο σα να στοχαζόταν καλύτερα η Φρόσω. Ο τοκιστής Τελατίνης δεν είχε μόνο τον τρόπο να προικιώσει την κόρη του με τις σαράντα μετρητές χιλιάδες, είχε και το μέσο να τις φυλάγει από καθέναν, που θα ζητούσε να τις πάρει με το ζόρι.

Έτσι άξαφνα ο ανθυπολοχαγός Κρανιάς πήρε φύλλο πορείας να πάει να τρίξει κι άλλου τον τόπο όπου πατά.