Ο Βούλγαρος
Εμφάνιση
| ←Περασμένα νιάτα | Ο Βούλγαρος Συγγραφέας: Τα τραγούδια της πατρίδας μου |
Η γέννησις της κόρης→ |
| Δημοσιευμένο στην Εστία, στις 30 Ιουνίου 1885. |
- Πατρίς, και ξένους μάγεψε της λευθεριάς σου τ’ άστρο,
- το φως του εικοσιένα!
- Τους είδε κάθε κάμπος σου, κάθε βουνό και κάστρο
- να σκοτωθούν για Σένα.
- Το Μισολόγγι έζωνεν η λόγχη του Μπραΐμη
- κι ο λιάπης του Κιουτάγια
- κι απάνου του παράστεκε με τα τραγούδια η Φήμη
- κι η Δόξα με τα βάγια.
- Κι όπως ανθρώποι αγνώριστοι και ξένοι πέρα πέρα
- σε μιαν εκκλησιά τρέχουν
- κι αδερφωμένοι στέκονται, γιατί κοινή μητέρα
- μια πίστην όλοι έχουν,
- παρόμοια και της Ρούμελης και του Μοριά τ’ ασκέρια
- και τα καπετανάτα
- στο Μισολόγγι αδέρφωσαν κι εσμίξαν ταίρια ταίρια
- με της Φραγκιάς τα νιάτα.
- Πουλιά κάθε λογής σκορπούν από ψηλό πλατάνι
- μια τρυφερή αρμονία·
- κι εις γλώσσες καθεμιάς λογής στ’ αφτιά του Τούρκου φτάνει
- μια λέξη: Ελευθερία!
- Πρώτ’ η Αγγλία έτρεξε το Μπάιρον να μας φέρει,
- ολόφωτη ελπίδα,
- και με το Μάγερ έστειλε κοντύλι και μαχαίρι
- του Τέλου η πατρίδα.
- Δίνει τραγούδια, χρήματα και χέρια η Γαλλία,
- κι οι Γερμανοί ξεχνούνε
- τα γαλανά κορίτσια των και τα σοφά βιβλία,
- κι εδώ μ’ Εσέ πεινούνε.
- Ο Ιταλός της σκλάβας του πατρίδος την αγκάλη
- την παραιτεί για Σένα:
- «Έχετε γεια του τόπου μου κιτριές, νεράκια, κάλλη
- μυριοτραγουδισμένα!»
- Παραιτημένη από παντού στου Ρώσου τη μανία
- δε βρίσκει έν’ αντιστύλι,
- μα βρίσκει λίγα της παιδιά κι η έρμ’ η Πολωνία
- στο χώμα σου να στείλει.
- Νεράιδες δυο στων τάφων των σκορπούν την ερημία
- κλάηματ’, ακτίνες, κάλλη,
- και είναι οι δυο πατρίδες των· τους γέννησεν η μία,
- τους δόξασεν η άλλη.
- Πατρίς, και ξένους μάγεψε το φως του εικοσιένα
- της λευθεριάς σου τ’ άστρο!
- Εβρέθη κι ένας Βούλγαρος κι εκλείσθηκε για Σένα
- στο Τουρκοφάγο κάστρο.
- …Σβήν’ η Ελλάς… λάμψη στερνή σε λίγο νά! σκορπάει
- τη φοβερή Έξοδό της…
- Μονάχα ένας Βούλγαρος εβρέθηκε, και πάει
- στον Ιμπραήμ προδότης!