Οι ψευτοαριστοκράτες

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι Ψευτοαριστοκράτες
Συγγραφέας:
Φ. 288, 10.2.1890


Μπὰλ κοστουμὲ τοῦ Φασουλῆ - ποὺ εἶναι μόνο οἰ καλοί.

(Ἡ αἴθουσα τοῦ Φασουλῆ, γνωστὴ κι' ἐξ ἄλλων χρόνων
ἐφέτος ἔχει σύμβολα πανευκλεῶν προγόνων,
μὲ σμόκινς δὲ ὁ Φασουλῆς καὶ μὲ βαμμένα χείλη
ἀσμένως υποδέχεται τοὺς ντιστεγκὲ στὴ σκάλα
ἐμβαίνει δὲ ὁ Περικλῆς κι' οἱ ἐκλεκτοί του φίλοι,
ὅλα σπουδαία μούτσουνα καὶ ἀληθῶς μεγάλα.)

 
ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ὦ! μὲζ ἀμί!… ὦ! μὲς ἀμί… ὦ! ὦ! κι' ὁ Περικλέτος!…

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Καλὰ τὰ ἐκατάφερες, μὸν σὲρ ἀμί, κι' ἐφέτος.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἔ! ἔ! ποῦ πᾶς;…

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Στὴν αἴθουσαν…

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Μὴν προχωρήσῃς βῆμα…
τοὺς τίτλους σου παρακαλῶ νὰ δείξῃς παραχρῆμα.

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Δὲν ἔχω τίτλους παντελῶς…

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Καὶ πῶς λοιπὸν τολμᾷς
μὲ ἄδεια χέρια, Περικλῆ, νὰ ἔρχεσαι σ' ἐμᾶς;
Ἐδῶ καλοῦνται μοναχὰ οἱ ὄντως εὐγενεῖς,
ἐδῶ χωρὶς περγαμηνὰς δὲν ἔρχεται κανείς,
κι' ἂν δὲν μπορῇς, ἀγαπητέ, τὸν εὐγενῆ νὰ κάνῃς,
ἀμέσως νὰ ξεκουμπισθῇς, χωρὶς καιρὸ νὰ χάνῃς.

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Βρὲ ἄφησέ με, Φασουλῆ…

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἆ! μπᾶ! δὲν εἰμπορῶ…
μ' αὐτὰ τὰ παλῃομούτσουνα δὲν μπαίνεις στὸ χορό.
Δὲν ἔχεις διόλου ντιστεγκὲ καὶ τρόπους σὰν κι' ἐμένα,
οὐδ' εὐγενείας σύμβολον δὲν σὲ κοσμεῖ κανένα,
οὔτε τὰ χέρια σου, μὸν σέρ, μυρίζουν μπακαλιάρο,
καὶ θέλεις πέταγμα καὶ σὺ στῶν σκουπιδιῶν τὸ κάρο.

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Μὰ τίποτα δὲν εἰμπορεῖς καὶ δι' ἐμὲ νὰ κάμῃς
ἐσὺ ὁ μόνος σύντροφος, ὁ μὸν ἀμί, ὁ βλάμης;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ριέν, ριέν, ἀπψολιμάν, καὶ τράβα παραπέρα…
δὲν εἶναι γιὰ τὰ μοῦτρα σου τῶν ντιστεγκὲ ἡ σφαῖρα.

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Λοιπὸν μὲ διώχνεις Φασουλῆ;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Σὰν ντούτ, ἀγαπητέ,
κι' ἄλλη φορὰ νὰ μὴν ἐλθῇς στὸ σπῆτι μου ποτέ.

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Λάβε λοιπὸν τοὺς τίτλους μου, διαόλου τζαρλατάνο,
νὰ δῇς πὼς εἶμαι ντιστεγκὲ καὶ μὲ τὸ παραπάνω.

(Ὁ Περικλέτος ἔξαφνα μικρὸν παραμερίζει
καὶ τίτλους εἰς τὸν Φασουλῆν ἀρχαίους ἐγχειρίζει,
ἀμέσως δὲ ὁ Φασουλῆς τὰ ματογυάλια βάζει
καὶ τὰς μακρὰς περγαμηνὰς τοῦ Περικλῆ διαβάζει.)


«Ὁ ἐπιφέρων Περικλῆς καὶ Περικλέτος ἄλλως
οἱκογενείας εὐγενοῦς εἶν' ἔκγονος μεγάλος.
Ἡ μήτηρ του ἡ ντιστεγκὲ κι' αμυγδαλοτσακίστρα
πρὸ χρόνων διετέλεσε τῆς γειτονιᾶς της πλύστρα,
ὁ δὲ πατήρ του ὁ σεπτὸς καὶ σύζυγος αὐτῆς
κι' ἐκεῖνος ἐχρημάτισε κλεινὸς πραγματευτὴς
καὶ μὲ τὸ πανεράκι του πουλοῦσε κουβαρίστραις
εἰς τοῦ καιροῦ του τῆς Λιζιὲ κι' εἰς ὅλες τῇς μοδίστραις.
Πλὴν γεγονότα ἔξαφνα σημαντικὰ τὰ μάλα
ἠνάγκασαν τὸν ἔμπορον νὰ φύγῃ ἆρον ἆρον,
καὶ μετὰ χρόνους ἀρκετοὺς καὶ βάσανα μεγάλα
μακρὰν τῆς γῆς τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὅλων τῶν γαϊδάρων,
ἐγύρισε ὀμογενὴς στὰ πάτρια ἐδάφη
καὶ μέχρι τῶν ἐσχάτων του τοιοῦτος διετέλει,
χαίρων πολλὴν ὑπόληψιν στὸ εὐγενὲς συνάφι
καὶ περιστοιχιζόμενος ἀπ' ὅλους τοὺς ἐν τέλει.
Ὁ κόσμος ἐλησμόνησε καὶ σκάφην καὶ βελόνας
καὶ μόλις τὴν Βασίλισσαν ἡ πλύστρα χαιρετᾶ,
τὰ ἔχει δέ, ὡς λέγεται, καλὰ μὲ τοὺς Τελώνας
καὶ δὲν πληρόνει τίποτα γιὰ τὰ μεταξωτά.
Ἐκ ταύτης οὖν τῆς εὐγενοῦς καὶ σεβαστῆς δυάδος
εἶδε τὸ φῶς κι' ὁ Περικλῆς, ἡ δόξα τῆς Ἑλλάδος,
ὁ ἕλκων τὴν καταγωγὴν ἀμέσως ἐκ τῆς Εὔας
καὶ φέρων αἷμα κυανοῦν εἰς ὅλας του τὰς φλέβας.
Περιφρονεῖ τὰς ἀρετὰς ἀνθρώπων ἀγενῶν,
ἰδιαιτέρως δὲ τιμᾷ τοὺς κερασφόρους τράγους,
καὶ πάππον ἔχει πρὸς πατρὸς καὶ πρὸς μητρὸς κλεινόν,
δεκάκις ἐνδοξότερον τοῦ πάλαι Ἀστυάγους,
κι' ἐπιδεικνύει σύμβολα ἑνὸς καὶ ἄλλου πάππου
καὶ τὴν οὐρὰ τῆς Ἀλεποῦς τσακόνει κάπου κάπου,
μὰ παίζει καὶ τὸ λ ο ν τ ε ν ὶ ς μετὰ διπλωματῶν
καὶ εἶναι ὄντως ντιστεγκὲ μὴ βρέξῃ καὶ μὴ στάξῃ,
οὐχ ἦττον, δὲ κι' ἐσώβρακον φορεῖ μεταξωτόν,
κι' ὅποια κυρία δυσπιστεῖ ἂς πάει νὰ τὸν ψάξῃ».

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Λοιπὸν τί λές;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Πολὺ καλά… δὲν εἶσαι τοῦ σωροῦ…
ἀντρὲ λοιπόν, μὸν νὸμπλ ἀμί, στὴν σάλαν τοῦ χοροῦ.

(Ὁ Περικλῆς εἰσέρχεται μαζὶ μὲ τὴν κυρίαν
κι' ἀρχίζει τὰ κουνήματα καὶ τὴν κοκεταρίαν,
ὁπόταν ἕνας θυρωρός μὲ σμόκινς ἐνδυμένος
εἰς τὸν δεσπότην Φασουλῆ προσέρχετ' ἐσπευσμένως.)


ΘΥΡΩΡΟΣ
Ὁ Βασιλεῦς!… ὁ Βασιλεῦς!…

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Δὲν θὰ γενῇ δεκτός…
ὁ οἶκος μου στοὺς Βασιλεῖς δὲν εἶναι ἀνοικτός.

(Ὁ Φασουλῆς ἐξέρχεται μὲ τὸν θεράποντά του
καὶ πλησιάζει τ' ὄχημα τοῦ Μεγαλειοτάτου.)


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἀδύνατον στὸ σπῆτι μου νὰ σᾶς ἀνοίξω τύπον
κι' ἀδίκως, φίλε Βασιλεῦ, ἐλάβετε τὸν κόπον.
Μπορεῖ νὰ εἶσθε Βασιλεῦς καὶ στέμμα νὰ φορῆτε,
ἀλλὰ δὲν εἶσθε ντιστεγκὲ καὶ νὰ μὲ συγχωρῆτε.
Ὁ ἐρχομός σας μὲ τιμᾶ καὶ μὲ στεναχωρεῖ,
ἡ δὲ Μεγαλαιότης σας δικαίως ἀπορεῖ,
πῶς ἕνας ἄρχων γεννηθεὶς ἐν μέσῳ πορφυρῶν
δὲν εἰμπορεῖ στοῦ Φασουλῆ νὰ ἔμβῃ τὸν χορόν.
Κι' ἐγὼ λυποῦμαι δι' αὐτὸ ἐξ ὅλης μου καρδίας…

Ὁ Βασιλεὺς ἀναχωρεῖ μετὰ τῆς συνοδείας,
ὁπόταν ἄλλος θυρωρὸς μ' ἐπίσημον στολὴν
δρομαῖος τὸν αὐθέντην του σιμώνει Φασουλῆν.)


ΘΥΡΩΡΟΣ
Μᾶς ἦλθε κι' ὁ Διάδοχος μετὰ τῆς Πριγκηπίσσης…

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ταὐτὰ νὰ πῆτ' ἐκ μέρους μου καὶ εἰς αὐτοὺς ἐπίσης.
Μεγάλον εἶναι τὶ σεπτὸν τῆς Δωροθέας γένος
καὶ πᾶς ἀνήκων εἰς αὐτὸ λαμπρὸς καὶ τιμημένος,
αλλὰ κανεὶς ἐξ ὅλων της τῶν εὐκλεῶν προγόνων
δὲν εἶχε γίνει σκουπιδᾶς καθ' ἅπαντα τὸν χρόνον,
οὐδὲ πρὸς λαθρεμπόρια μικρὰν δὲν εἶχε κλίσιν,
καὶ δι' αὐτὸ δὲν φαίνεται κυρία ἐκλεκτὴ
καὶ στὸν χορὸν τῶν ντιστεγκὲ δὲν γίνεται δεκτή.

Εἶπεν αὐτὰ ὁ Φασουλῆς μὲ γλώσσης εὐστροφίαν
καὶ φεύγει ὁ Διάδοχος μαζὶ μὲ τὴν Σοφίαν,
ἐμβαίνουν δὲ ἡ Ψώρ, ἡ Σκώρ, ἠ Κόπρ κι' ἡ Βὼμ γελῶσαι,
ποὺ δὲν τιμοῦν τὸ γένος των αἱ τῶν βαναύσων γλῶσσα,
ἐνῶ αὐταὶ τὸ μέτωπον ὑψοῦν ὑπερηφάνως
κι' ὁ κόσμος ὅλος φαίνεται στὰ βλέμματά των νάνος.
Κρατοῦν χρυσᾶς περγαμηνὰς εἰς τὸ δεξί των χέρι
καὶ καθεμιὰ στὸν Φασουλῆ τοὺς τίτλους προσφέρει.)


Τῆς Σκὼρ περγαμηνὴ - σπουδαία καὶ τρανή
«Ὁ προσφιλής μου ὁ πατήρ, σωστὸς ἀριστοκράτης,
ὑπῆρξ' ἐκείνῳ τῷ καιρῷ κτημάτων ἐπιστάτης,
τὸν δὲ καλόν του κύριον πιστῶς ὑπηρετήσας
καὶ στὰ καλὰ καθούμενα ταχύτατα πλουτίσας
καὶ φέρων ἀνεξάντλητον ἐκ θησαυρῶν πηγὴν
ἐπέστρεψε διὰ νυκτὸς εἰς τὴν πατρώαν γῆν,
ὅπου τῷ ἀπεδόθησαν αἱ πρέπουσαι τιμαὶ
κι' ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀγαθῶν ἐγέννησε κι' ἐμέ,
κι' ἐγὼ τὸ αἷμα φέρουσα γεννήτορος τοιοὐτου
τρυφῶ εἰς τὴν εὐγένειαν τοῦ ἀνελπίστου πλούτου,
καὶ δὲν ἀξίζει μία κἂν καὶ δοῦλα μου νὰ γίνῃ,
οὐδὲ τὴν βρακοζώνα μου τουλάχιστον νὰ λύνῃ.»

Τῆς Ψὼρ περγαμηνὴ - ἀκόμα πιὸ τρανή
«Βρακιὰ ἐφόρει ὁ μπαμπᾶς καὶ ἡ μαμὰ τσεμπέρι
κι' ἐμάλλωνε στῇς γειτονιαῖς ἡμέρα μεσημέρι,
κι' ἐγὼ δασκάλα ἔτρεχα εἰς μίαν κι' ἄλλην κώμην
καὶ μὲ ραδικοβλάσταρα συχνάκις ἐτρεφόμην,
κι' ἔβαζα κόκκινο μποξὰ σὰν τὴν κυρὰ Δασκάλα
καὶ μόνη ἐσφουγγάριζα μὲ τσόκαρα τὴ σκάλα.
Μὰ τώρα εἶμαι ντιστεγκὲ καὶ τρίχακτα φορῶ
καὶ μόλις τὴν Βασίλισσαν ὡς ἴσην θεωρῶ,
καὶ ὅλας τὰς περὶ ἐμὲ νομίζω κατωτέρας,
οἱ δὲ πτωχοὶ μοῦ φαίνονται οὐτιδανοὶ καὶ βλάκες,
κι' εἰσέρχεται ἡ κόρη μου στῶν ντιστεγκὲ τὰς σφαίρας,
μὲ τὸ τσεμπέρι τῆς γιαγιᾶς καὶ τοῦ παπποῦ τὶς βράκες».

Ὁ Φασουλῆς καλλίτερα τὰ ματογυάλια βάζει
καὶ τὰ λοιπὰς περγαμηνὰς μὲ προσοχὴν διαβάζει,
εὐρίσκει δὲ κι' αὐτὰς σχεδὸν ὁμοίας μὲ τὰς ἄλλας
καὶ τὰς κυρίας δέχεται μὲ ἀνοικτὰς ἀγκάλας.)


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ὦ! κὲλ νομπλές! κὲλ ντιστενξιόν!… ρασιρὲ βού, κυρίαι,
ὅτι τιμοῦν τὸ ἔθνος μας τοιαῦται ἱστορίαι.
Βοὺζ έτ, μαντάμ, τρὲζ ἀναγκαί… σεῖς φέρετε τὰ πρῶτα
καὶ θὰ περάσετε καὶ σεῖς στὸ Ἀλμανὰ ντὶ Γκότα.
Πρὸς χάριν σας ἐδίωξα τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον,
οὐδὲ τὸν Βασιλέα μας ἐδέχθην εἰς τὀν μπάλον,
ἀλλ' οὔτε τὸν Διάδοχον μαζὶ μὲ τὴν Σοφίαν
καὶ τῆς Αὐλῆς των τῆς μικρᾶς τὴν ἄλλην συντροφίαν.

Η ΣΚΩΡ
Δὲν εἶναι ἡ Πριγκήπισσα τοῦ κύκλου μας κυρία.

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Τῆς λείπει καὶ ἡ ντιστενξιὸν καὶ ἡ κοκεταρία.

Η ΚΟΠΡ
Ὤ! κὲλ πρενσὲς μπουρζοαζί!…

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Πραγματικῶς, κυρία…
σεῖς εἶσθε μόνον ντιστεγκέ, τὰ δ' ἄλλα φλυαρία.
Δὲν εἶναι ὡς τὸ γένος σας τὸ γένος της λεπτόν…
κανεὶς ἐκ τῶν προγόνων της δὲν ἔκλεψε λεπτόν.

(Εἰσέρχεται εἰς τὸν χορὸν τῶν ντιστεγκὲ τὸ στίφος
μὲ ὅλον τὸ ἀγέρωχον καὶ σοβαρόν του ὕφος,
τῶν εὐγενῶν μπακάληδων μεγάλη συνοδεία,
γεμίζει δὲ τὴν αἴθουσαν σαρδέλλας εὐωδία,
ὁ δὲ δεσπότης Φασουλῆς τὴν ράβδον του σηκόνων
εἰς ὅλους δείχνει τὴν σειρὰν προγονικῶν εἰκόνων,
καθῶς ὁ Δὸν Ρουΐ Γομὲζ στὸ δράμα τοῦ Ἐρνάνη,
κι' ἡ ντιστεγκὲ σοσιετὲ σαστίζει καὶ τὰ χάνει.)


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἐλᾶτε τοὺς προγόνους μου μαζὶ σας νὰ ἰδῶ…
κυττάξετέ τους ὅλοι σας κατὰ σειρὰν ἐδῶ.
Ἐκεῖνος ἦτο παπουτσὴς κι' αὐτὸς λαχανοπώλης
καὶ συνωμίλει δι' αὐτοὺς ὁλόκληρος ἡ πόλις.
Νά! τοῦ παπποῦ μου ὁ παπποῦς κι' ἐκείνου πάλιν ἄλλος,
τρὲ ντιστεγκὲ μπαλωματῆς καὶ ἄνθρωπος μεγάλος.
Νά! τῆς γιαγιᾶς μου ἡ γιαγιά, ἡ πρώτη στὴν Ἑλλάδα,
ποὺ τοῦ γαϊδάρου εἴξερε ἀπ' ἔξω τὴν φυλλάδα,
καὶ ὅλο κάλτσα ἔπλεκε καὶ νύκτα καὶ ἡμέρα
κι' οὔτε ψωμὶ δὲν ἔτρωγε τὴν Καθαρὴ Δευτέρα.
Ἰδοὺ καὶ μία θεία μου μ' ἐξογκωμένα στήθη…
τῆς Ἀλεποῦς ἐγνώριζε κι' αὐτὴ τὸ παραμύθι,
μὰ δὲν εἰξεύρω νὰ σᾶς πῶ ἐὰν ποτὲ καὶ ποῦ
ἐτσάκωσε κι' ἡ θεία μου κρυφὰ τὴν Ἀλεποῦ.
Ἰδοὺ καὶ ἄλλος πρόγονος καὶ ἄλλος παραπέρα…
ὅλοι αὐτοὶς τοὺς εὐγενεῖς τοὺς τότε συνεκίνων,
καὶ σεῖς τὰ μπακαλόπουλα, ποὺ πήρατε ἀέρα,
θὰ μιμηθῆτε βέβαια τὴν γενεὰν ἐκείνων,
καὶ εἰς αύτοὺς θὰ κλίνετε τὸ γόνυ ταπεινῶς,
θαυμάζοντες κι' ἐξαίροντες τοὺς ἄθλους καθενός.

(Ταῦτα εἰπὼν ὁ Φασουλῆς μὲ πόνον εἰς τὸ στῆθος
βαθέως συνεκίνησε τῶν εὐγενῶν τὸ πλῆθος,
καὶ τότε ὅλ' οἱ ντιστεγκὲ καὶ οἱ χρυσοί των γόνοι
πρὸ τῶν εἰκόνων ἔκλιναν μ' εὐλάβειαν τὸ γόνυ,
ὁ δὲ ἱππότης Φασουλῆς συντόμως προσφωνεῖ
τοὺς Πατρικίους τοῦ συρμοῦ καὶ πάντα εὐγενῆ.)


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ὦ ἀληθεῖς Πατρίκιοι, ὦ Λόρδοι καὶ Μυλόρδοι,
Βαρόνοι, Δοῦκες, Πρίγκηπες, Μαρκήσιοι καί…
τὴν ὁμοιοκατάληκτον θὰ παραλείψω λέξιν,
καθόσον εἰς τοῦ κύκλου μας δὲν συμφωνεῖ τὴν ἕξιν.
Ἃν καὶ συχνὰ τὸ στόμα μου μυρίζει ἀπὸ σκόρδον
χυδαίους λόγους πώποτε δὲν θέλει σᾶς εἰπῇ,
ἂν ὅμως τὴν ἀντίστοιχον ζητήσετε τῶν Λόρδων
εὐθὺς τὸ λ ά μ δ α βγάλετε καὶ βάλετε τὸ π ῖ.
Τὴν ὁμοιοκατάληκτον ἂν εἴπω φανερὰ
ἀμέσως θὰ φωνάξετε «φτοῦ! φτοῦ! τὸν μασκαρᾶ!…
δὲν ἔχει ἐλεγκὰν ἐσπρί, δὲν εἶναι ὅπως πρέπει,
καὶ ὡς ἀγροῖκος μπουρζουὰ εἰς τὰ χυδαῖα ρέπει».
Ἐν τούτοις ἡ δισύλλαβος ἡ παραλειπομένη
τὴν ἰδικήν σας, μὲζ ἀμί, εὐγένειαν σημαίνει,
καὶ ἡ δισύλλαβος αὐτὴ ἐμπεριέχει μόνον
τὴν δόξαν τῶν πατέρων σας καὶ τῶν λοιπῶν προγόνων,
τοὺς τίτλους, τὰς περγαμηνάς, τοὺς τρόπους σας, τὰ ἤθη,
καὶ ὅλα σας τὰ σύμβολα τἀόρατα στὰ πλήθη.
Ὦ φίλοι μου Πατρίκιοι, μεγάλοι καὶ μικροί,
ἡ ντιστεγκὲ σοσιετὲ μᾶς ἔχει γίνει πάθος,
καὶ τόσ' ἱππόται μᾶς τιμοῦν καὶ ζῶντες καὶ νεκροί,
ὁ Πόρθος, ὁ Ἀρτανιάν, ὁ Ἄραμι, ὁ Ἄθος.
Ἂς ἴδω πάντα εὐγενῆ μὲ τὸν λαιμὸ ὁλόρθον,
ἂν δὲ τὸ θ ῆ τ α βγάλετε ἀπὸ αὐτὸν τὸν Πόρθον
κι' ἓν δ έ λ τ α τοῦ προσθέσετε, θαρρῶ πὼς εἰμπορεῖτε
τῶν Λόρδων τὴν ἀντίστοιχον καὶ πάλιν νὰ εὑρῆτε.
Θαρρῶ πὼς μ' ἐννοοῦν καλὰ οἱ νέοι εὐγενεῖς,
διότι βλὰξ ἐξ ὅλων σας δὲν φαίνεται κανείς.
Καθὼς αὐτήν, Πατρίκιοι, τὸ γένος σας μυρίζει
κι' ὁ κόσμος σᾶς αἰσθάνεται καὶ σᾶς ἀναγνωρίζει,
καὶ τὰς πρεπούσας πάντοτε λαμβάνετε τιμᾶς
κι' ἀπὸ τοῦς φίλους Βασιλεῖς, καθὼς κι' ἡμᾶς.
Σηκώσετε τὸ μέτωπον ἐνώπιον τοῦ κόσμου,
καὶ σεῖς, κυρίαι, σπεύσατε μετὰ τῆς γυναικός μου
εἰς τοῦ χοροῦ τὸν στρόβιλον, εἰς μέθην καὶ κραιπάλην,
τῆς εὐγενείας δείχνετε πιστοποιητικά,
κι' εἰς ὅλας τὰς αἰθούσας μου ἃς ἀκουσθοῦν καὶ πάλιν
τὰ μὶλ μερσί, τὰ μὶλ παρντόν, καὶ τἄλλα Γαλλικά.
Ἐμπρός, ἐμπρός, τοῦ ταραμᾶ καὶ τοῦ πατσᾶ ἱππόται,
ξυπνήσετε, παρακαλῶ, καὶ ἄχυρα μὴν τρῶτε,
προτοῦ ἰδῆτ' ἐπάνω σας ἀνθρώπους ἀφανεῖς
καὶ τότε ὅρσε φάσκελα σ' ἐμᾶς τοὺς εὐγενεῖς.
Τηρεῖτε τῶν πατέρων σας τὰς ἐθιμοταξίας,
μὴν κάμνετε μὲ τοὺς κοινοὺς ποσῶς ἐπιμιξίας,
φροντίζετε νὰ λούζεσθε εἰς ἴδιον λουτρὸν
καὶ ἴδιον νὰ ἔχετε κουρέα κι' ἰατρόν,
εἰς τοῦτον δὲ ἂς γίνεται ἡ ἔξοχος τιμὴ
νὰ ἔρχεται καμμιὰ φορὰ νὰ μᾶς φλεβοτομῇ,
ὁ κύκλος δὲ τῶν ντιστεγκὲ ἂς μὴν τὸ ἐπιτρέπῃ
κάθε κουρεὺς νὰ ἔρχεται τὸ αἷμα σας νὰ βλέπῃ,
ποὺ εἶναι ὅλον κυανοῦν ὡς τ' οὐρανοῦ τὸ χρῶμα
καὶ δὲν τὸ ἐκηλίδωσε ἡ μία κι' ἄλλη βρῶμα.
Αὐτὰ σᾶς λέγω, μὲζ ἀμί, μὲ πᾶσαν συντομίαν,
κι' ἂν προσοχὴν στοὺς λόγους μου δὲν δώσετε καμμίαν
ζὲ βοὺζ ἀσσὺρ πὼς θὰ χαθοῦν καὶ Λαῖδες καὶ Μιλαῖδες
καὶ ὅλοι σας θὰ γίνετε Μαρκήσιοι χαλέδες,
ἐγὼ δὲ τότε τὸ ραβδὶ στὸ χέρι μου θὰ πάρω
καὶ θὰ σᾶς πῶ «βατάν, σικτίρ, καὶ τὸν κακό σας φλάρο».
Ὀρθώσετε στοὺς λόγους μου τὸ οὖς προσεκτικὸν
καὶ γράψετε τῶν ντιστεγκὲ τὸ Καταστατικόν,
ἡ δὲ κυρία Φασουλῆ στιγμὴν ἂς μὴν ξεχάνῃ,
πὼς πρέπει μοῦλον ντιστεγκὲ ὀγρήγορα νὰ κάνῃ
καὶ νέος ἐκ τοῦ οἴκου μου ν' αναβλαστήσῃ κλάδος
πρὸς δόξαν καὶ τοῦ γένους μου καὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος.

(Εἶπεν αὐτὰ ὁ Φασουλῆς βαρὺς καὶ σοβαρὸς
καὶ παιανίζ' ἡ μουσικὴ κι' ἀρχίζει ὁ χορός,
τὰ ζεύγη δὲ τῶν χορευτῶν ἐδῶ κι' ἐκεῖ γυρίζουν,
οἰ δὲ εἰκόνες, ἐκ χαρᾶς ἐπὶ τῶν τοίχων τρίζουν.
Εἰς ὅλα λοῦσο κι' ἀρχοντιὰ ποὺ εἶναι μία τρέλλα…
Ἐκεῖ ὁ Πρίγκηψ Ταραμᾶς κι' ἡ Βαρωνὶς Σαρδέλα,
ἐδῶ ἡ Κόμισσα Σκουμπρὶ μετὰ λαμπρᾶς χωρἰστρας,
ἡ Μαρκησία Τομαρᾶ, ὁ Δοὺξ ὁ Κουβαρίστρας,
ἡ Πριγκηπέσσα ἡ Φακὴ καὶ ἡ Τουλουμοτύρη
μὲ μαῦρον ὁλοσηρικὸν κι' ὁλόχρυσον τιρτίρι,
ὁ Κόμης ὁ Σπληνάντερος κι' ὁ Λόρδος Μπακαλιάρος,
ψηλὸς καὶ ὑπερήφανος ὡς παλαιὸς Βαγιάρος,
πρὸς δὲ ἡ Φάβα κι' ἡ Ἐληά, δυὸ παστρικὰ τσανάκια,
σεισοπυγοῦσαι ὁμιλοῦν στὸν Δόγη Ρεπανάκια,
καὶ ἄλλοι τόσοι εὐγενεῖς, ποὺ τὸ μυαλὸ σου χάνεις,
σκοτίζεσαι στὸ μέτρημα καὶ χαρτωσιὰ δὲν πιάνεις.
Χορεύουν τόσαι δέσποιναι καὶ τόσαι δεσποινίδες,
χορεύει δὲ κι' ἡ Φασουλῆ μὲ δυὸ σκορδοπλεξίδες,
καὶ φαίνεται, πὼς προσπαθεῖ, ἐν ὅλῃ της τῇ ζέσει,
τὴν ἐντολήν τοῦ Φασουλῆ πιστῶς νὰ ἐκτελέσῃ.
Ἐνῶ δὲ γέλως ἠχηρὸς ἀκούεται πολύς,
προσέρχεται εἰς τἠν Φακὴν ὁ ἄρχων Φασουλῆς
καὶ μὲ καμπόσα Γαλλικὰ τὴν παίρνει κατὰ μέρος
καὶ τὸ καλό του σώβρακο τῆς δείχν' ἰδιαιτέρως.)


ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Βάλετ' ἐδῶ τὸ χέρι σας τὸ τόσον ντιλικάτο…

ΚΥΡΙΑ ΦΑΚΗ
Ὁρίστε ποὺ τὸ ἔβαλα…

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ὀλίγο παρακάτω.

ΚΥΡΙΑ ΦΑΚΗ
Κὲλ ντιστενξιόν!… ἐσώβρακον μεταξωτὸν φορεῖτε.
Μὸν ντιέ! μὸν ντιέ! κὲλ ραβισάντ!…

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Καὶ πῶς μὲ θεωρεῖτε;
Κυττάξετε, μαντὰμ Πρενσές, τὰ εὐγενῆ μου σκέλη
κι' εἰπῆτε το, παρακαλῶ, εἰς ὅλους τοὺς ἐν τέλει.

(Ἡ Πριγκηπέσσα ἡ Φακὴ τὸ λέγει στὸν Κοπρίτη,
αὐτὴ δὲ πάλιν φανερὰ εἰς ὅλους τὸ κηρύττει,
οὐχ ἦττον δὲ κι' ὁ Περικλῆς, σκιρτῶν καθὼς ὁ Ἔρως,
τῆς Μαρκησίας Τομαρᾶ ρινηλατεῖ τὰ ἴχνη,
καὶ ὕστερα κρυφὰ κρυφὰ τὴν παίρνει κατὰ μέρος
καὶ ὅλα του τ' ἀσπρόρρουχα , μ' εὐγένειαν τῆς δείχνει,
κατόπιν δὲ στὸν Φασουλῆ σιμόνει μὲ καμάρι
ἐνῶ βρωμοῦν τὰ χέρια του ἀπὸ χονδρὸ τομάρι.)


ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Τί ἔχομεν, μὸν νὸμπλ ἀμί;… πῶς πᾶνε ἡ δουλειαίς;

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Ἑτοίμασέ μου, Περικλῆ, δυὸ τρεῖς σαποκοιλιαῖς,
μὰ πρόσεξε οἱ ντιστεγκὲ νὰ μὴ σὲ μυρισθοῦν…

ΠΕΡΙΚΛΕΤΟΣ
Σὰν νὰ τὸ ἐκατάλαβα, πὼς θὰ μᾶς χρειασθοῦν
καὶ δίχως λέξι νὰ μοῦ πῇς τῇς ἔφερα κρυφά…

ΦΑΣΟΥΛΗΣ
Τὰ μέτρα σου, βρὲ Περικλῆ, μοῦ φαίνονται σοφὰ
καὶ θ' ἀνταμείψω ἀφειδῶς καὶ τοῦτον σου τὸν κόπον,
μὰ τώρα σύρε γρήγορα καὶ φέρε τῃς μὲ τρόπον.

(Ἐπαναρχίζει ὁ χορὸς μὲ θέρμην πλειοτέραν,
ἡ δὲν Σκουμπρὶ λὰ ρὲν ντὶ μπὰλ κηρύσσεται παρ' ὅλων,
καὶ τρέχουν οἰ Πατρίκιοι πρὸς τὴν ὡραιοτέραν,
ἡ δὲ προτίμησις αὐτὴ κινεῖ πολλῶν τὸν χόλον.
Ἀλλ' ἔξαφνα ἐνῶ πηδοῦν ἡ Φάβαις κι' ἡ Ἐληαῖς
ὁρμᾷ ὁ ἄρχων Φασουλῆς μὲ δυὸ σαποκοιλιαῖς
καὶ τὰ μεγάλα μούτσουνα τῶν εὐγενῶν λερόνει
κι' ὅλους τοὺς κάμνει ντιστεγκὲ μορφῆς ἐλεεινῆς,
καὶ φεύγουν μὲ τὰ τέσσερα οἱ Δοῦκες κι' οἱ Βαρόνοι
καὶ δὲν γυρίζει νὰ ἰδῇ τὰ πίσω του κανείς.)