Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς/Το Μυστήριο της Κοιλάδας Μπόσκομπ

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς
Συγγραφέας:
Μεταφραστής: Αριστείδης Γεωργούτσος
Το Μυστήριο της Κοιλάδας Μπόσκομπ


Είχαμε καθίσει για πρωινό κάποιο πρωί, η γυναίκα μου και εγώ, όταν η υπηρέτρια έφερε ένα τηλεγράφημα. Προερχόταν από τον Σέρλοκ Χολμς και είχε ως εξής:


Έχεις κάνα δυο μέρες να αφιερώσεις; Μόλις έλαβα τηλεγράφημα από τη δυτική Αγγλία σε σχέση με την τραγωδία της Κοιλάδας Μπόσκομπ. Θα χαρώ αν έρθεις μαζί μου. Ατμόσφαιρα και τοπίο τέλεια. Αναχωρούμε από Πάντινγκτον με των 11:15.


«Τι λες, καλέ μου;» είπε η γυναίκα μου, που με κοίταζε από απέναντι. «Θα πας;»

«Ειλικρινά δεν ξέρω τι να πω. Έχω ένα αρκετά μακρύ πρόγραμμα επί του παρόντος.»

«Ω, ο Ανσράδερ θα εργαστεί στη θέση σου. Δείχνεις κάπως χλωμός τελευταία. Πιστεύω πως η αλλαγή θα σου έκανε καλό, και σε ενδιαφέρουν πάντοτε τόσο πολύ οι υποθέσεις του κ. Σέρλοκ Χολμς.»

«Θα ήμουν αγνώμων αν δε με ενδιέφεραν, βλέποντας τι κέρδισα μέσω μιας εξ αυτών,» απάντησα. «Όμως αν πρόκειται να πάω, πρέπει να πακετάρω αμέσως, γιατί έχω μόνο μισή ώρα.»

Η εμπειρία μου από τη στρατιωτική ζωή, στο Αφγανιστάν, είχε τουλάχιστον ως αποτέλεσμα να με καταστήσει συνεπή και πανέτοιμο ταξιδιώτη. Οι ανάγκες μου ήταν λιγοστές και απλές, έτσι ώστε σε λιγότερο από τη δηλωθείσα ώρα βρισκόμουν σε μια άμαξα με τη βαλίτσα μου, οδεύοντας μέσα σε κροταλίσματα προς το σταθμό του Πάντινγκτον. Ο Σέρλοκ Χολμς βημάτιζε πέρα δώθε στην πλατφόρμα, η ψηλή, ισχνή μορφή του γινόταν ακόμη ισχνότερη από το μακρύ γκρίζο ταξιδιωτικό του πανωφόρι και το εφαρμοστό καπέλο του.

«Είναι όντως υπέροχο που έρχεσαι, Γουώτσον,» είπε. «Έχει σημαντική διαφορά για μένα, να έχω κάποιον μαζί μου στον οποίο να βασίζομαι απολύτως. Η ντόπια βοήθεια είναι πάντοτε είτε άχρηστη είτε προκατειλημμένη. Πιάσε τις δυο γωνιακές θέσεις και βγάζω τα εισιτήρια.»

Είχαμε το βαγόνι στη διάθεση μας παρεκτός ενός τεράστιου σωρού από χαρτιά τα οποία ο Χολμς είχε φέρει μαζί του. Μεταξύ αυτών σκάλιζε και διάβαζε, με διαστήματα σημειώσεων και στοχασμού, έως ότου περάσαμε το Ρέντινγκ. Τότε άξαφνα τα μάζεψε όλα σε ένα τεράστιο σωρό και τα έριξε στο ράφι.

Bosc-01.jpg

«Άκουσες τίποτα σχετικά με την υπόθεση;» ρώτησε.

«Ούτε λέξη. Δεν έχω κοιτάξει ούτε εφημερίδα εδώ και μερικές μέρες.»

«Ο τύπος του Λονδίνου δεν είχε ιδιαίτερα πλήρεις αναφορές. Τώρα μόλις έψαχνα όλες τις πρόσφατες εφημερίδες ώστε να μάθω επαρκώς όλες τις λεπτομέρειες. Καθώς φαίνεται, από ότι καταλαβαίνω, πρόκειται για μια από εκείνες τις απλές υποθέσεις οι οποίες είναι εξαιρετικά δύσκολες.»

«Ακούγεται λιγάκι παράδοξο.»

«Όμως είναι βαθύτατα αληθινό. Η ιδιαιτερότητα αποτελεί σχεδόν ένα απαράβατο στοιχείο. Όσο περισσότερο άχρωμο και κοινότυπο είναι κάποιο έγκλημα, τόσο πιο δύσκολο είναι να το προσεγγίσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, έχουν παγιώσει μια εξαιρετικά σοβαρή κατηγορία ενάντια στο γιο του δολοφονημένου άντρα.»

«Πρόκειται περί φόνου, λοιπόν;»

«Βασικά, εικάζεται πως είναι. Δε θα λάβω τίποτα ως δεδομένο έως ότου να έχω την ευκαιρία να το ερευνήσω προσωπικά. Θα σου εξηγήσω την κατάσταση των πραγμάτων, μέχρι του σημείου που κατόρθωσα να την κατανοήσω, με πολύ λίγα λόγια.

«Η Κοιλάδα Μπόσκομπ είναι μια επαρχιακή περιοχή όχι πολύ μακριά από το Ρος, στο Χέρφορντσάϊρ. Ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας σε εκείνο το μέρος είναι κάποιος κ. Τζων Τέρνερ, ο οποίος έκανε τα χρήματα του στην Αυστραλία και επέστρεψε πριν μερικά χρόνια στην πατρίδα. Ένα από τα αγροκτήματα που είχε στην κατοχή του, εκείνο του Χάθερλη, ενοικιάστηκε στον κ. Τσαρλς ΜκΚάρθυ, ο οποίος επίσης ήταν πρώην Αυστραλός. Οι άντρες γνωρίζονταν μεταξύ τους από τις αποικίες, έτσι ώστε δεν ήταν αφύσικο το ότι όταν ήρθαν για να εγκατασταθούν να μείνουν όσο το δυνατόν πιο κοντά. Ο Τέρνερ προφανώς ήταν ο πλουσιότερος, έτσι ο ΜκΚάρθυ έγινε ενοικιαστής του αλλά κι έτσι παρέμειναν, καθώς φαίνεται, επί όρους απόλυτης ισότητας, καθώς βρίσκονταν συχνά παρέα. Ο ΜκΚάρθυ είχε ένα γιο, ένα παλικάρι δεκαοχτώ χρονών, κι ο Τέρνερ είχε μια μοναχοκόρη της ίδιας ηλικίας, όμως κανενός η γυναίκα δε ζούσε. Εμφανίζονται να έχουν αποφύγει την συντροφιά των γειτονικών Αγγλικών οικογενειών και να ζουν απομονωμένες ζωές, μολονότι και οι δυο ΜκΚάρθυ είχαν αδυναμία στα αθλήματα και συχνά τους έβλεπαν σε ιπποδρομίες της περιοχής. Ο ΜκΚάρθυ συντηρούσε δυο υπηρέτες —έναν άντρα κι ένα κορίτσι. Ο Τέρνερ είχε σημαντικό προσωπικό, κάπου μισή ντουζίνα τουλάχιστον. Αυτά είναι όλα όσα κατόρθωσα να συγκεντρώσω σχετικά με τις οικογένειες. Τώρα ας πάμε στα γεγονότα.

«Την 3η του Ιουνίου, δηλαδή, τη Δευτέρα που πέρασε, ο ΜκΚάρθυ άφησε το σπίτι του στο Χάθερλυ περί τις τρεις το απόγευμα και κατηφόρισε προς το Μπόσκομπ Πουλ, που είναι μια μικρή λίμνη η οποία σχηματίζεται από το άπλωμα της κοίτης που περνά μέσα από την Κοιλάδα Μπόσκομπ. Είχε βγει έξω το πρωί με τον υπηρέτη του στο Ρος, και είχε αναφέρει στον άντρα πως έπρεπε να βιαστεί, καθώς είχε ένα σημαντικό ραντεβού να τηρήσει στις τρεις. Από εκείνο το ραντεβού δεν επέστρεψε ποτέ.

«Από το αγρόκτημα Χάθερλη ως το Μπόσκομπ Πουλ είναι κάπου ένα τρίτο του χιλιόμετρου, και δυο άτομα τον είδαν καθώς περνούσε από εκεί. Το ένα ήταν μια γυναίκα, της οποίας το όνομα δεν αναφέρεται, και το άλλο ήταν ο Γουίλιαμ Κρόουντερ, ένας θηροφύλακας στη δούλεψη του κ. Τέρνερ. Και οι δυο αυτοί μάρτυρες καταθέτουν πως ο κ. ΜκΚάρθυ βάδιζε μονάχος. Ο θηροφύλακας προσθέτει πως εντός μερικών λεπτών από την ώρα που είδε τον κ. ΜκΚάρθυ να περνά είχε δει το γιο του, τον κ. Τζέιμς ΜκΚάρθυ, να ακολουθεί τον ίδιο δρόμο με ένα όπλο κάτω από το χέρι του. Στην καλύτερη περίπτωση όσο μπορεί να κρίνει, ο πατέρας ήταν πράγματι σε ορατή απόσταση εκείνη την ώρα, και ο γιος τον ακολουθούσε. Δεν έδωσε περισσότερη σημασία στο ζήτημα έως ότου άκουσε το απόγευμα για την τραγωδία που είχε συμβεί.

«Οι δυο ΜκΚάρθυ εθεάθησαν κατόπιν της ώρας που ο Γουίλιαμ Κρόουντερ, ο θηροφύλακας, τους έχασε από τα μάτια του. Το Μπόσκομπ Πουλ περιβάλλεται από πυκνό δάσος, με μόλις μια ιδέα χορτάρι και καλάμια στις παρυφές του. Ένα κορίτσι δεκατεσσάρων ετών, η Πεϊσιενς Μοράν, η οποία είναι κόρη του φύλακα του υποστατικού της κοιλάδας Μπόσκομπ, βρισκόταν σε ένα από τα δασύλλια μαζεύοντας λουλούδια. Δηλώνει πως ενώ βρισκόταν εκεί είδε, στην άκρη του δάσους και πλησίον της λίμνης, τον κ. ΜκΚάρθυ και το γιο του, και πως έδειχναν να έχουν μια έντονη διαμάχη. Άκουσε τον κ. ΜκΚάρθυ τον πρεσβύτερο να χρησιμοποιεί πολύ έντονη γλώσσα προς το γιο του, και είδε τον τελευταίο να σηκώσει το χέρι του σα να ήθελε να χτυπήσει τον πατέρα του. Ήταν τόσο τρομαγμένη με τους δυο ΜκΚάρθυ να καυγαδίζουν κοντά στο Μπόσκομπ Πουλ, και φοβόταν ότι επρόκειτο να τσακωθούν. Είχε μόλις προλάβει να το πει όταν ο νεαρός κ. ΜκΚάρθυ ήρθε τρέχοντας μέχρι τον οικίσκο για να πει πως είχε βρει τον πατέρα του νεκρό στο δάσος, και για ζητήσει τη βοήθεια του φύλακα. Ήταν υπερβολικά αναστατωμένος, δίχως ούτε το όπλο ούτε το καπέλο του, και το δεξί του χέρι μαζί με το μανίκι παρατηρήθηκαν να είναι λεκιασμένα με φρέσκο αίμα. Ακολουθώντας τον στο δάσος βρήκαν το νεκρό σώμα ξαπλωμένο στο χορτάρι πλάι στη λίμνη. Το κεφάλι είχε πληγεί από επανειλημμένα χτυπήματα από κάποιο βαρύ και αμβλύ όπλο. Τα τραύματα ήταν τέτοια που κάλλιστα θα μπορούσαν να είχαν προκληθεί από το κοντάκι του όπλου του γιου του, το οποίο βρέθηκε πεσμένο στο χορτάρι λίγα βήματα από το σώμα. Υπό αυτές τις συνθήκες ο νεαρός συνελήφθη αμέσως, και με την κατηγορία του ‘φόνου εκ προμελέτης’ να έχει απαγγελθεί την Τρίτη, παρουσιάστηκε την Τετάρτη ενώπιον των δικαστών στο Ρος οι οποίοι παρέπεμψαν την υπόθεση για την επόμενη εποχιακή δικάσιμο. Αυτά είναι τα βασικά γεγονότα της υπόθεσης όπως παρουσιάστηκαν ενώπιον του ιατροδικαστή και του αυτόφωρου.»

Bosc-02.jpg

«Με δυσκολία θα μπορούσα να διανοηθώ μια πιο καταδικαστική υπόθεση,» σχολίασα. «Αν υπήρξε περίπτωση αποδεικτικά στοιχεία να υπέδειξαν κάποιο εγκληματία τότε αυτό συμβαίνει επί του προκείμενου.»

«Τα αποδεικτικά στοιχεία αποτελούν εξαιρετικά επικίνδυνο θέμα,» απάντησε ο Χολμς σκεπτικά. «Ενδεχομένως να δείχνουν άμεσα προς το ένα πράγμα, όμως αν μετατοπίσεις την οπτική σου γωνία λιγάκι, ίσως ανακαλύψεις πως υποδεικνύουν κατά ένα εξίσου ανυποχώρητο τρόπο προς κάτι εντελώς διαφορετικό. Οφείλεται να ομολογηθεί, ωστόσο, πως η υπόθεση δείχνει υπερβολικά σοβαρή εναντίον του νεαρού, και είναι πολύ πιθανό να είναι όντως ο δράστης. Υπάρχουν αρκετοί άνθρωποι στην περιοχή, ωστόσο, και μεταξύ αυτών η Δεσποινίδα Τέρνερ, η κόρη του γειτονικού γαιοκτήμονα, η οποία πιστεύει στην αθωότητα του, και η οποία έχει προσλάβει τον Λεστρέιντ, τον οποίο ίσως να θυμάσαι σε σχέση με τη ‘Σπουδή στο Άλικο’, για να επιλύσει την υπόθεση προς όφελος του. Ο Λεστρέιντ, όντας κάπως προβληματισμένος, παρέπεμψε την υπόθεση σε εμένα, και έτσι έχει η κατάσταση ώστε δυο μεσήλικες κύριοι να ταξιδεύουν γοργά δυτικά με εβδομήντα χιλιόμετρα τη ώρα αντί να χωνεύουν ήρεμα το πρωινό στο σπίτι τους.»

«Φοβάμαι,» είπα εγώ, «πως τα στοιχεία είναι τόσο πασίδηλα ώστε θα βρεις ελάχιστη αναγνώριση να αποκομίσεις σε τούτη την υπόθεση.»

«Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο παραπλανητικό από ένα πασίδηλο στοιχείο,» απάντησε, γελώντας. «Επιπλέον, ίσως να μας δοθεί η ευκαιρία να εντοπίσουμε κάποια άλλα πασίδηλα στοιχεία τα οποία ενδεχομένως να μην ήταν καθόλου πασίδηλα για τον κ. Λεστρέιντ. Με γνωρίζεις πολύ καλά για να σκεφτείς πως κομπάζω όταν λέω πως είτε θα επιβεβαιώσω είτε θα καταρρίψω την θεωρία του με μέσα τα οποία είναι εντελώς ανίκανος να εφαρμόσει, ή ακόμη και να κατανοήσει. Λαμβάνοντας υπ΄όψιν το πρώτο παράδειγμα, αντιλαμβάνομαι ξεκάθαρα πως στο υπνοδωμάτιο σου το παράθυρο βρίσκεται επί της δεξιάς πλευράς, και ωστόσο αμφιβάλω αν ο κ. Λεστρέιντ θα είχε προσέξει ακόμη και ένα τόσο πασιφανές πράγμα όπως αυτό.»

«Πως στο καλό—»

«Αγαπητέ μου φίλε, σε γνωρίζω καλά. Γνωρίζω τη στρατιωτική τυπικότητα η οποία σε χαρακτηρίζει. Ξυρίζεσαι κάθε πρωί, και αυτή την περίοδο ξυρίζεσαι με το φως της μέρας· αλλά αφού το ξύρισμα σου είναι όλο και λιγότερο πλήρες όσο απομακρυνόμαστε προς την αριστερή πλευρά, μέχρι να γίνει εντελώς τσαπατσούλικο καθώς περνάμε τη γωνία του σαγονιού, καθίσταται σαφέστερο πως αυτή η πλευρά φωτίζεται λιγότερο από την άλλη. Δε θα μπορούσα καν να φαντασθώ κάποιον άνθρωπο όπως εσύ να κοιτάζεσαι σε κανονικό φως και να είναι ικανοποιημένος με ένα τέτοιο αποτέλεσμα. Το αναφέρω μονάχα ως ένα ασήμαντο παράδειγμα της παρατήρησης και της επαγωγής. Έπ’ αυτού έγκειται η προσέγγιση μου, και είναι εξίσου πιθανό πως ίσως να εξυπηρετήσει στην έρευνα η οποία παρατίθεται ενώπιον μας. Υπάρχουν κάνα δυο δευτερεύοντα σημεία τα οποία αναφέρθηκαν κατά την προανάκριση, και τα οποία αξίζουν να ληφθούν υπόψη.»

«Ποια είναι;»

«Εμφαίνεται πως η σύλληψη του δεν πραγματοποιήθηκε άμεσα, αλλά κατόπιν της επιστροφής του στο αγρόκτημα Χάθερλη. Στον επιθεωρητή του τμήματος που τον πληροφόρησε πως ήταν υπό κράτηση, σχολίασε πως δεν τον εξέπληξε αυτό, και πως δεν ήταν κάτι περισσότερο από ότι του άξιζε ως τιμωρία. Η παρατήρηση του αυτή είχε το φυσικό επακόλουθο να απομακρύνει κάθε ίχνος αμφιβολίας το οποίο ενδεχομένως να παρέμενε στο μυαλό του ιατροδικαστή.»

«Επρόκειτο περί ομολογίας,» αναφώνησα.

«Όχι, γιατί ακολουθήθηκε από τη διακήρυξη της αθωότητας του.»

«Ερχόμενο πάνω από μια τέτοια καταδικαστική σειρά γεγονότων, αποτέλεσε το λιγότερο ύποπτο σχόλιο.»

«Αντιθέτως,» είπε ο Χολμς, «αποτελεί τη φωτεινότερη σχισμή την οποία επί του παρόντος μπορώ να διακρίνω μέσα στα σύννεφα. Όμως όσο αθώος κι αν είναι, δε θα ήταν δυνατόν να είναι τόσο ανόητος ώστε να μη αντιληφθεί πως οι συγκυρίες ήταν εξαιρετικά ζοφερές ενάντια του. Αν είχε φανεί έκπληκτος κατά τη σύλληψη του, είτε αν είχε προσποιηθεί αγανάκτηση έπ’ αυτής, θα το είχα εξέλαβε ως υπερβολικά ύποπτο, επειδή τέτοια έκπληξη ή θυμός δε θα ήταν φυσιολογικός υπό αυτές τις περιστάσεις, και ίσως ενδεχομένως να εμφανή πως αποτελεί την καλύτερη πρακτική ενός ραδιούργου. Η ειλικρινής αποδοχή της κατάστασης τον χαρακτηρίζει είτε ως αθώο, είτε ως άνθρωπο εξαιρετικής αυτοσυγκράτησης και σταθερότητας. Όσο για το σχόλιο του περί τι του άξιζε, δεν ήταν τόσο αφύσικο αν λάβεις υπ’ όψιν σου πως στάθηκε πλάι στο σώμα του πατέρα του, και πως δεν υπάρχει αμφιβολία πως εκείνη την ίδια μέρα είχε φτάσει να ξεχάσει κάθε σεβασμό προς γονιό για να ανταλλάξει κουβέντες μαζί του, και ακόμη, σύμφωνα με το μικρό κορίτσι της οποίας η μαρτυρία είναι τόσο σημαντική, να σηκώσει χέρι σα να ήθελε να τον χτυπήσει. Η αυτεπίπληξη κι η μεταμέλεια του οι οποίες παρουσιάζονται στο σχόλιο του μου φαίνονται να αποτελούν δείγματα ενός υγιούς μυαλού παρά κάποιου ένοχου.»

Κούνησα το κεφάλι μου. «Πολλοί κρεμάστηκαν για πολύ μικρότερα πειστήρια,» σχολίασα.

«Έτσι είναι. Και πολλοί κρεμάστηκαν αδίκως.»

«Ποια είναι η κατάθεση του νεαρού επί του ζητήματος;»

«Δεν είναι, φοβάμαι, ιδιαίτερα ενθαρρυντική για τους υποστηρικτές του, μολονότι υπάρχουν ένα δυο σημεία εντός της τα οποία είναι υποδηλωτικά. Θα τη βρεις εδώ, και μπορείς να τη διαβάσεις και μόνος σου.»

Ξεδιάλεξε από το σωρό του ένα αντίτυπο της τοπικής εφημερίδας του Χέρντφορντσάϊρ, και έχοντας ρίξει κάτω την υπόλοιπη υπέδειξε την παράγραφο στην οποία ο ατυχής νεαρός είχε δώσει τη δική του κατάθεση του τι είχε συμβεί. Έκατσα κάτω στην γωνία του κουπέ και τη διάβασα εξαιρετικά προσεκτικά. Είχε ως εξής:

«Ο κ. Τζείμς ΜκΚάρθυ, ο μοναδικός υιός του αποθανόντος, καλέστηκε τότε και έδωσε την ακόλουθη κατάθεση: ‘Έλειπα από το σπίτι για ένα τριήμερο στο Μπρίστολ, και είχα μόλις επιστρέψει επί του πρωινού της περασμένης Δευτέρας, την 3η . Ο πατέρας μου απουσίαζε από το σπίτι την ώρα της άφιξης μου, και πληροφορήθηκα εκ της υπηρέτριας πως είχε ανέβει στο Ρος με τον Τζων Κομπ, τον ιπποκόμο. Ελάχιστα κατόπιν της επιστροφής μου άκουσα τις ρόδες του κάρου του στην αυλή και, κοιτάζοντας από το παράθυρο, τον είδα να βγαίνει και να περπατά βιαστικά έξω από την αυλή, μολονότι δε γνώριζα προς τα πού πήγαινε. Κατόπιν πήρα το όπλο μου και κινήθηκα προς τη μεριά του Μπόσκομπ Πουλ, με την πρόθεση να επισκεφθώ την περιοχή των κουνελιών που βρίσκεται στην άλλη πλευρά. Καθοδόν είδα τον Γουίλιαμ Κρόουντερ, τον θηροφύλακα, όπως είχε δηλώσει στην κατάθεση του· όμως σφάλει σκεπτόμενος πως ακολουθούσα τον πατέρα μου. Δεν είχα ιδέα πως βρισκόταν μπροστά μου. Όταν περίπου εκατό μέτρα από τη λίμνη άκουσα μια κραυγή ‘Κόοιι!’ η οποία αποτελούσε σύνηθες σινιάλο μεταξύ του πατέρα του κι εμένα. Έσπευσα τότε να πάω προς τα εκεί και τον βρήκα να στέκεται πλάι στη λίμνη. Έδειξε εξαιρετικά έκπληκτος βλέποντας με και ρώτησε κάπως αγριεμένα τι ήθελα εκεί. Μια συζήτηση ξεκίνησε η οποία οδήγησε σε θερμές κουβέντες και σχεδόν σε γροθιές, επειδή ο πατέρας μου ήταν άνθρωπος εξαιρετικά βίαιης προδιάθεσης. Βλέποντας πως το μένος του γινόταν ακυβέρνητο, τον άφησα και επέστρεψα προς το αγρόκτημα Χάθερλη. Δεν είχα προχωρήσει περισσότερο από εκατόν-πενήντα μέτρα, όμως, όταν άκουσα μια φρικτή κραυγή πίσω μου, η οποία με έκανε να τρέξω πίσω ξανά. Βρήκα τον πατέρα μου να σβήνει στο έδαφος, με το κεφάλι του τρομερά πληγωμένο. Έριξα το όπλο μου και τον έπιασα στα χέρια μου, όμως εκείνος έσβησε σχεδόν στη στιγμή. Γονάτισα πλάι του για μερικά λεπτά, και κατόπιν κατευθύνθηκα προς το φύλακα του κ. Τέρνερ, με το σπίτι όντας το πλησιέστερο, για να ζητήσω βοήθεια. Δεν είδα κανέναν κοντά στον πατέρα μου όταν επέστρεψα, και δεν έχω ιδέα καμία πως απόκτησε τα τραύματα του. Δεν ήταν δημοφιλής άνθρωπος, όντας κάπως ψυχρός και αυστηρός στη συμπεριφορά του, όμως δεν είχε, από όσο γνωρίζω, κάποιους άμεσους εχθρούς. Δε γνωρίζω τίποτα περαιτέρω σχετικά με το ζήτημα.»

Bosc-03.jpg

«Ο ιατροδικαστής: ‘Σας έκανε ο πατέρας σας κάποια δήλωση πριν πεθάνει;’»

«Μάρτυρας: ‘Μουρμούρισε μερικές λέξεις, όμως μπόρεσα μόνο να πιάσω κάποια αναφορά σε κάποιον rat[1].’»

«Ο ιατροδικαστής: ‘Τι καταλάβατε εξ αυτού;’»

«Μάρτυρας: ‘Δεν μου έβγαλε κανένα νόημα. Σκέφτηκα πως παραληρούσε.’»

«Ο ιατροδικαστής: ‘Ποιο υπήρξε το ζήτημα επί του οποίου εσείς και ο πατέρας σας είχατε την τελευταία αυτή λογομαχία;’»

«Μάρτυρας: ‘Θα προτιμούσα να μην απαντήσω’»

«Ο ιατροδικαστής: ‘Φοβάμαι πως είμαι υποχρεωμένος να το απαιτήσω.’»

«Μάρτυρας: ‘Μου είναι ειλικρινά αδύνατον να σας πω. Σας διαβεβαιώνω πως δεν έχει τίποτα να κάνει με τη θλιβερή τραγωδία η οποία ακολούθησε.’»

«Ο ιατροδικαστής: ‘Αυτό θα το αποφασίζει το δικαστήριο. Δε χρειάζεται να σας υποδείξω πως η άρνηση σας να απαντήσετε θα προδιαθέσει την υπόθεση σας σημαντικά σε κάθε μελλοντικές συνεδριάσεις που ενδεχομένως να προκύψουν.’»

«Μάρτυρας: ‘Είμαι υποχρεωμένος έστω κι έτσι να αρνηθώ.’»

«Ο ιατροδικαστής: «Αντιλαμβάνομαι πως η κραυγή «Κόοιι» αποτελούσε ένα κοινό σινιάλο μεταξύ εσάς και του πατέρα σας;»

«Μάρτυρας: ‘Ήταν.»’

«Ο ιατροδικαστής: «Πως λοιπόν, τότε, την εκφώνησε πριν σας δει, και πριν καν μάθει πως είχατε επιστρέψει από το Μπρίστολ;’»

«Μάρτυρας (με σημαντική αναστάτωση): ‘Δε γνωρίζω.’»

«Ένας ένορκος: ‘Αντιληφθήκατε κάτι το οποίο εξέγειρε τις υποψίες σας όταν επιστρέψατε ακούγοντας την κραυγή και βρίσκοντας τον πατέρα σας θανάσιμα τραυματισμένο;»’

«Μάρτυρας: ‘Τίποτα συγκεκριμένο.’»

«Ο ιατροδικαστής: ‘Τι εννοείτε;’»

«Μάρτυρας: ‘Ήμουν τόσο ταραγμένος και αναστατωμένος όταν όρμησα στο ξέφωτο, ώστε δε σκεφτόμουν τίποτα άλλο εκτός από τον πατέρα μου. Ωστόσο έχω την αμυδρή εντύπωση πως καθώς έτρεξα εκεί κάτι ήταν πεσμένο στο έδαφος στα αριστερά μου. Μου φάνηκε πως επρόκειτο για κάτι γκρίζου χρώματος, ένα πανωφόρι κάποιου είδους, είτε ένα κασκόλ ίσως. Όταν σηκώθηκα από τον πατέρα μου κοίταξα τριγύρω για αυτό, όμως είχε χαθεί.’»

«’Εννοείτε πως είχε εξαφανισθεί πριν πάτε να ζητήσετε βοήθεια;»

«’Μάλιστα, είχε εξαφανισθεί.’»

«’Δε μπορείτε να αναφέρετε τι ήταν;’»

«’Όχι, είχα μια αίσθηση πως κάτι βρισκόταν εκεί.’»

«’Πόσο μακριά από το σώμα;»

«’Δώδεκα μέτρα ή κάπου εκεί.’»

«’Και πόσο μακριά από την παρυφή του δάσους;’»

«’Περίπου το ίδιο.’»

«’Τότε αν απομακρύνθηκε συνέβη καθόσον εσείς βρισκόσασταν σε απόσταση δώδεκα μέτρα από αυτό;»

«Μάλιστα, ωστόσο με την πλάτη προς το μέρος του.’»

«Με αυτό καταλήγει η εξέταση του μάρτυρα.»

«Αντιλαμβάνομαι,» είπε καθώς έριξα μια ματιά σε όλη τη στήλη, «πως ο ιατροδικαστής στα καταληκτικά του σχόλια υπήρξε κάπως αυστηρός με το νεαρό ΜκΚάρθυ. Εφιστά την προσοχή, και έχοντας λόγο, στην αντίφαση σχετικά με τον πατέρα του να του έχει κάνει σινιάλο πριν ακόμη τον δει, επίσης στην άρνηση του να δώσει λεπτομέρειες από τη συζήτηση με τον πατέρα του, και την ιδιάζουσα κατάθεση των στερνών λόγων του πατέρα του. Είναι όλα, όπως σχολιάζει, εξαιρετικά ενάντια στο γιο.»

Ο Χολμς γέλασε απαλά μόνος του και απλώθηκε πάνω στο μαξιλάρι του καθίσματος. «Τόσο εσύ όσο κι ο ιατροδικαστής μπήκατε σε μεγάλο κόπο,» είπε, «να ξεχωρίσετε τα ισχυρότερα στοιχεία προς όφελος του νεαρού. Δε βλέπεις πως εναλλακτικά του αναγνωρίζεις πως έχει υπερβολική φαντασία και συνάμα ελάχιστη; Υπερβολικά ελάχιστη, αφού δε μπορούσε να εφεύρει μια αφορμή λογομαχίας η οποία να του προσέφερε τη συμπάθια των ενόρκων· υπερβολικά πολλή, αν ανέπτυξε με την ίδια του τη φαντασία κάτι τόσο παρατραβηγμένο όπως μια επιθανάτια αναφορά σε κάποιον rat, και το περιστατικό με το ρούχο που εξαφανίσθηκε. Όχι, κύριε, Θα προσεγγίσω την υπόθεση από την πλευρά πως ότι λέει ο νεαρός είναι αλήθεια, και θα δούμε που η υπόθεση αυτή θα μας οδηγήσει. Και τώρα έχω εδώ τον Πετράρχη τσέπης, και ούτε μια λέξη δε θα πω σχετικά με την υπόθεση μέχρι να βρεθούμε στη σκηνή των τεκταινόμενων. Θα γευματίσουμε στο Σουίντον, και βλέπω πως θα βρισκόμαστε εκεί σε είκοσι λεπτά.»

Ήταν σχεδόν τέσσερις η ώρα όταν εντέλει, έχοντας περάσει μέσα από την πανέμορφη Κοιλάδα Στρούντ, και πάνω από το πλατύ, λαμπρό Σέβερν, βρεθήκαμε στη χαριτωμένη μικρή επαρχιακή πόλη του Ρος. Ένας λιγνός άντρας που θύμιζε νυφίτσα, μουλωχτός και κατεργαρίστικος, μας περίμενε στην πλατφόρμα. Παρά το ανοιχτόχρωμο καφέ πανωφόρι του και τις δερμάτινες γκέτες του τις οποίες φορούσε εν αντιθέσει με το επαρχιώτικο περιβάλλον, δε δυσκολεύτηκα να αναγνωρίσω τον Λεστρέιντ, της Σκότλαντ Γιαρντ. Μαζί του πήγαμε μέχρι το Χέρεσφορντ Άρμς όπου ένα δωμάτιο είχε κρατηθεί για μας.

«Παράγγειλα μια άμαξα,» είπε ο Λεστρέιντ καθώς πίναμε μια κούπα τσάι. «Γνωρίζω τη δραστήρια φύση σου, και πως δε θα ήσουν ικανοποιημένος μέχρι να βρεθείς στη σκηνή του εγκλήματος.»

«Πολύ ευγενικό και κολακευτικό εκ μέρους σου,» απάντησε ο Χολμς. «Πρόκειται απολύτως για θέμα βαρομετρικής πίεσης.»

Ο Λεστρέιντ έδειξε ξαφνιασμένος. «Δε σε παρακολουθώ, ακριβώς,» είπε.

«Τι λέει το βαρόμετρο; Είκοσι-εννέα, βλέπω. Διόλου αέρας, κι ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό. Έχω μια θήκη γεμάτη τσιγάρα που θέλουν κάπνισμα, κι ο καναπές είναι υπερβολικά ανώτερος εκ του συνήθους εκτρώματος κάποιου επαρχιακού ξενοδοχείου. Δε νομίζω πως υπάρχει πιθανότητα να χρησιμοποιήσω την άμαξα απόψε.»

Ο Λεστρέιντ γέλασε όλο επιείκεια. «Έχεις, αναμφίβολα, ήδη σχηματίσει τα συμπεράσματα σου από τις εφημερίδες,» είπε. «Η υπόθεση είναι φως φανάρι, και όσο περισσότερο προχωράς εντός της τόσο απλούστερη αποδεικνύεται. Κι όμως, φυσικά, δε μπορείς να αρνηθείς σε μια κυρία, και μάλιστα, σε κάποια τόσο αισιόδοξη. Έχει μάθει για σένα, και θα ήθελε τη γνώμη σου, μολονότι επανειλημμένως της είπα πως δεν υπάρχει τίποτα το οποίο θα μπορούσες να κάνεις και δεν έχει ήδη γίνει. Μα, έλα Θεέ μου! Να η άμαξα της στην πόρτα.»

Είχε μόλις μιλήσει πριν ορμήσει εντός του δωματίου μια από τις πλέον όμορφες κοπέλες που είχα αντικρίσει ποτέ στη ζωή μου. Τα βιολετιά μάτια της λαμπερά, τα χείλη της μισάνοιχτα, ένα ροδαλό αναψοκοκκίνισμα στα μάγουλα της, κάθε σκέψη της φυσιολογικής αυτοσυγκράτησης της χαμένη στην ακατανίκητη ταραχή αλλά και έγνοια.

SH BOSC-22.png

«Ω, κ. Σέρλοκ Χολμς!» φώναξε, ρίχνοντας ματιές από τον έναν στον άλλον, και εντέλει, με την έξυπνη γυναικεία της διαίσθηση, κλειδώνοντας πάνω στο σύντροφο μου, «Χαίρομαι τόσο που ήρθατε. Κατέβηκα μέχρι εδώ για να σας το πω. Γνωρίζω πως ο Τζέιμς δεν το έκανε. Το γνωρίζω, και θέλω να ξεκινήσετε το έργο σας γνωρίζοντας το κι εσείς. Ούτε στιγμή μην αφεθείτε να αμφιβάλλετε επί αυτού του θέματος. Γνωρίζουμε ο ένας τον άλλο από μικρά παιδιά, και γνωρίζω τα ελαττώματα του όπως κανείς άλλος· όμως είναι υπερβολικά καλόκαρδος για να πειράξει έστω και μια μύγα. Μια τέτοια κατηγορία είναι παράλογη για τον καθέναν που πραγματικά τον γνωρίζει.»

«Ελπίζω πως θα τον απαλλάξουμε, Δεσποινίς Τέρνερ,» είπε ο Σέρλοκ Χολμς. «Μπορείτε να βασισθείτε πως θα πράξω όλα όσα δύναμαι.»

«Μα διαβάσατε την κατάθεση. Σχηματίσατε κάποιο συμπέρασμα; Δε βλέπετε κάποιο παραθυράκι, κάποιο ψεγάδι? Δε συλλογιέστε και ο ίδιος πως είναι αθώος;»

«Θεωρώ πως είναι εξαιρετικά πιθανό.»

«Ορίστε, λοιπόν!» φώναξε, ρίχνοντας πίσω το κεφάλι της και κοιτώντας επιθετικά τον Λεστρέιντ. «Ακούτε. Με κάνει να ελπίζω.»

Bosc-04.jpg

Ο Λεστρέιντ ανασήκωσε τους ώμους του. «Φοβούμαι πως ο συνάδελφος μου βιάστηκε κάπως να σχηματίσει τα συμπεράσματα του,» είπε.

«Όμως έχει δίκιο. Ω! Γνωρίζω πως έχει δίκιο. Ο Τζέιμς δεν το έκανε ποτέ. Και όσον αφορά τη λογομαχία με τον πατέρα του, είμαι βέβαιη πως ο λόγος για τον οποίο δε μπορούσε να μιλήσει σχετικά στον ιατροδικαστή ήταν επειδή με αφορούσε.»

«Κατά ποίο τρόπο;» ρώτησε ο Χολμς.

«Δεν είναι ώρα να κρύψω το οτιδήποτε. Ο Τζέιμς και ο πατέρας του είχε πολλές διαφωνίες σχετικά με μένα. Ο κ. ΜκΚάρθυ ήταν εξαιρετικά ανυπόμονος να πραγματοποιηθεί ένας γάμος μεταξύ μας. Ο Τζέιμς και εγώ ανέκαθεν αγαπούσαμε ο ένας τον άλλο όπως αδελφός την αδελφή· μα φυσικά είναι νέος και έχει γνωρίσει ελάχιστα τη ζωή ως στιγμής, και —και— δηλαδή, όπως είναι φυσικό δεν επιθυμούσε να πράξει τίποτα τέτοιο ακόμη. Έτσι υπήρχαν λογομαχίες, κι αυτή, είμαι βέβαιη, υπήρξε μια από αυτές.»

«Και ο πατέρας σας;» ρώτησε ο Χολμς. «Ήταν ευνοϊκά διακείμενος προς μια τέτοια ένωση;»

«Όχι, ήταν επίσης πολέμιος της. Ουδείς άλλος εκτός του κ. ΜκΚάρθυ δεν ήταν υπέρ της.» Ένα στιγμιαίο κοκκίνισμα πέρασε από το φρέσκο νεανικό πρόσωπο καθώς ο Χολμς της έριξε μια από τις έντονες, ερωτηματικές του ματιές.

«Σας ευχαριστώ για την πληροφορία αυτή,» είπε. «Θα ήταν δυνατόν να δω τον πατέρα σας αν θα περνούσα αύριο;»

«Φοβάμαι πως ο γιατρός δε θα το επιτρέψει.»

«Ο γιατρός;»

«Μάλιστα, δεν τα μάθατε; Ο κακόμοιρος ο πατέρας δεν ήταν στα καλά του εδώ και χρόνια, μα αυτό τον καταρράκωσε εντελώς. Έχει πέσει στο κρεβάτι, και ο Δρ. Γουίλοους λέει πως είναι ράκος και πως το νευρικό του σύστημα έχει διαλυθεί. Ο κ. ΜκΚάρθυ ήταν ο μόνος εν ζωή άνθρωπος που γνώριζε το μπαμπά τον παλιό καιρό στη Βικτόρια.»

«Αχά! Στη Βικτόρια! Αυτό είναι σημαντικό.»

«Μάλιστα, στα ορυχεία.»

«Ακριβώς· στα χρυσωρυχεία, όπου, όπως το αντιλαμβάνομαι, ο κ. Τέρνερ συγκέντρωσε την περιουσία του.»

«Μάλιστα, ακριβώς.»

«Σας ευχαριστώ, Δεσποινίς Τέρνερ. Υπήρξατε ουσιώδης βοήθεια για μένα.»

«Θα μου πείτε αν έχετε κάποια νέα αύριο. Δίχως αμφιβολία θα πάτε στη φυλακή να δείτε τον Τζέιμς. Ω, αν το κάνετε, κ. Χολμς, πείτε του πως γνωρίζω ότι είναι αθώος.»

«Θα το κάνω, Δεσποινίς Τέρνερ.»

«Πρέπει να πάω τώρα σπίτι, γιατί ο μπαμπάς είναι πολύ άρρωστος, και του λείπω όποτε τον αφήνω. Αντίο, και ο θεός να σας βοηθήσει στο εγχείρημα σας.» Βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο τόσο παρορμητικά όσο είχε μπει, και ακούσαμε τις ρόδες της άμαξας της να κροταλίζουν κατηφορίζοντας το δρόμο.

«Ντρέπομαι για σένα, Χολμς,» είπε ο Λεστρέιντ με σοβαρότητα κατόπιν μερικών λεπτών σιγής. «Ποιος ο λόγος να δημιουργήσεις ελπίδες τις οποίες είσαι καταδικασμένος να διαψεύσεις; Δεν είμαι υπέρμετρα συναισθηματικός, ωστόσο το θεωρώ απάνθρωπο.»

«Πιστεύω πως βλέπω τον τρόπο για να απαλλάξω τον Τζέιμς ΜακΚάρθυ,» είπε ο Χολμς. «Έχεις την άδεια για να τον δεις στην φυλακή;»

«Ναι, όμως μόνο για εσένα κι εμένα.»

«Τότε θα πρέπει να αναθεωρήσω την απόφαση μου σχετικά με το να βγω. Έχουμε ακόμη καιρό για να πάρουμε ένα τραίνο για το Χερφορντ και να τον δούμε απόψε;»

«Άφθονο.»

Bosc-05.jpg

«Τότε ας το κάνουμε. Γουώτσον, φοβάμαι πως θα σου φανεί κάπως βαρετό, όμως θα λείψω μόνο για κάνα δυο ώρες.»

Πήγα μέχρι το σταθμό μαζί τους, και κατόπιν περιπλανήθηκα στους δρόμους της μικρής πόλης, επιστρέφοντας εντέλει στο ξενοδοχείο, όπου ξάπλωσα στον καναπέ και επιχείρησα να καταπιαστώ με το διάβασμα μιας νουβέλας της οκάς. Το ανεπαρκές σενάριο της ιστορίας ήταν τόσο ισχνό, ωστόσο, συγκρινόμενο με το βαθύ μυστήριο μέσα στο οποίο ψηλαφούσαμε, ώστε βρήκα την προσοχή μου να παρασύρεται αδιάκοπα από τη δράση στο γεγονός, έτσι εντέλει την πέταξα στην άλλη μεριά του δωματίου και παραδόθηκα ολοκληρωτικά στην εξέταση των γεγονότων της ημέρας. Υποθέτοντας πως η ιστορία του δυστυχούς αυτού νεαρού ήταν απολύτως αληθής, τότε τι διαβολικά πράμα, τι απόλυτα απρόβλεπτη και μοναδική κακοτυχία μπορούσε να έχει συμβεί μεταξύ της ώρας που χώρισε με τον πατέρα του, και της στιγμής όταν κλήθηκε πίσω από τις κραυγές του, ορμώντας στο ξέφωτο; Ήταν κάτι τρομερό και θανάσιμο. Τι μπορούσε να είναι; Να αποκάλυπτε η φύση των τραυμάτων κάτι στα ιατρικά μου ένστικτα; Χτύπησα το κουδούνι και ζήτησα την εβδομαδιαία εφημερίδα της επαρχίας, η οποία περιείχε μια αυτολεξεί καταγραφή της προανάκρισης. Στην κατάθεση του χειρούργου δηλωνόταν πως το οπίσθιο τρίτο του αριστερού βρεγματικού οστού και το αριστερό μισό του ινιακού οστού είχαν συντριβεί από ισχυρό πλήγμα προερχόμενο από αμβλύ όπλο. Σημάδεψα το σημείο επί του δικού μου κεφαλιού. Σαφώς ένα τέτοιο χτύπημα θα έπρεπε να είχε προέρθει από πίσω. Αυτό σε κάποιο βαθμό συνηγορούσε υπέρ του κατηγορούμενου, καθώς όταν εθεάθη να λογομαχεί ήταν πρόσωπο με πρόσωπο με τον πατέρα του. Εντούτοις, δεν προσέφερε και πολλά, επειδή ο μεγαλύτερος άντρας ίσως να είχε στρέψει την πλάτη του πριν το χτύπημα πέσει. Ωστόσο, ίσως να άξιζε να επιστήσω την προσοχή του Χολμς έπ’ αυτού. Έπειτα υπήρχε η αλλόκοτη επιθανάτια αναφορά σε κάποιον rat. Τι να σήμαινε; Δε μπορεί να ήταν παραλήρημα. Ένας άντρας που πεθαίνει από αιφνίδιο χτύπημα συνήθως δε παραληρεί. Όχι, ήταν πιθανότερο να επρόκειτο περί μιας προσπάθειας να εξηγήσει πως συνάντησε τη μοίρα του. Όμως τι να σήμαινε; Έστυψα το μυαλό μου για να ανακαλύψω κάποια πιθανή εξήγηση. Και έπειτα το γεγονός του γκρίζου ρούχου που εθεάθη από το νεαρό ΜακΚάρθυ. Αν ήταν όντως αλήθεια ο δολοφόνος έπρεπε να είχε ρίξει μέρος από το ντύσιμο του, προφανώς το πανωφόρι του, καθώς πάλευε, και έπρεπε να είχε το σθένος να επιστρέψει και να το μαζέψει τη στιγμή όταν ο γιος γονάτιζε με την πλάτη του στραμμένη ούτε δώδεκα βήματα μακρύτερα. Τι ορμαθός μυστηρίων και απίθανων ενδεχόμενων αποτελούσε η όλη κατάσταση! Δεν αμφέβαλα για τη γνώμη του Λεστρέιντ, και όμως είχα τόση πίστη στην ενόραση του Σέρλοκ Χολμς ώστε να μην απογοητεύομαι εφόσον κάθε νεώτερο στοιχείο φαινόταν να ενδυναμώνει την πεποίθηση της αθωότητας του νεαρού ΜακΚάρθυ.

Ήταν αργά όταν επέστρεψε ο Σέρλοκ Χολμς. Ήρθε πίσω μόνος, γιατί ο Λεστρέιντ έμενε στο διαμέρισμα του στην πόλη.

«Το βαρόμετρο κρατιέται ακόμη πολύ ψηλά,» σχολίασε καθώς κάθισε κάτω. «Έχει σημασία να μη βρέξει πριν κατορθώσουμε να εξετάσουμε το έδαφος. Από την άλλη, κάποιος πρέπει να βρίσκεται στην καλύτερη του και οξύτερη διάθεση για μια τέτοια δουλίτσα σαν κι αυτή, και δεν ήθελα να την κάνω αποκαμωμένος από ένα μακρύ ταξίδι. Είδα το νεαρό ΜακΚάρθυ.»

«Και τι έμαθες από εκείνον;»

«Τίποτα.»

«Δεν έριξε διόλου φως;»

«Καθόλου. Συλλογίστηκα κάποια στιγμή πως γνώριζε ποιος ή ποια το είχε κάνει και πως τον κάλυπτε, όμως είμαι πλέον πεπεισμένος πως είναι τόσο προβληματισμένος όσο κάθε άλλος. Δεν είναι πολύ εύστροφος νεαρός, μολονότι ελκυστικός στην εμφάνιση και, θα έλεγα, καλόκαρδος.»

«Δε θαυμάζω το γούστο του,» σχολίασα, «αν όντως αποτελεί γεγονός πως υπήρξε ενάντιος σε ένα γάμο με μια τόσο χαριτωμένη νεαρή κυρία όπως η Δεσποινίδα Τέρνερ.»

«Αχ, έπ’ αυτού κρέμεται μια μάλλον θλιβερή ιστορία. Ο τύπος είναι παράφορα, τρελά, ερωτευμένος μαζί της, αλλά κάπου δυο χρόνια πριν, όταν ήταν παιδί ακόμη, και πριν πραγματικά τη γνωρίσει, γιατί έλειπε για πέντε χρόνια σε κάποιο εσωτερικό σχολείο, τι κάνει ο κουτός άλλο εκ του να πιαστεί στην αρπάγη μιας γκαρσόνας στο Μπρίστολ και να την παντρευτεί σε κάποιο ληξιαρχικό γραφείο; Κανείς δε γνωρίζει ούτε λέξη περί του ζητήματος, όμως φαντάζεσαι πόσο εξοργιστικό θα πρέπει να είναι για εκείνον να επιπλήττεται για δεν κάνει αυτό για το οποίο θα έδινε και τα ίδια του τα μάτια για να κάνει, αλλά το οποίο γνωρίζει πως είναι απολύτως αδύνατον. Επρόκειτο για καθαρή μανία τέτοιου είδους, η οποία τον έκανε να σηκώσει τα χέρια του στον αέρα όταν ο πατέρας του, κατά την τελευταία τους συνάντηση, τον τσίγκλησε να κάνει πρόταση στη δεσποινίδα Τέρνερ. Αφετέρου, δεν είχε τα μέσα να συντηρηθεί, και ο πατέρας του, ο οποίος ήταν από κάθε άποψη ένας σκληρός άνθρωπος, θα τον είχε ξεκόψει εντελώς αν γνώριζε την αλήθεια. Ήταν με τη γκαρσόνα σύζυγο του που είχε περάσει τις τελευταίες τρεις ημέρες στο Μπρίστολ, και ο πατέρας του δε γνώριζε που βρισκόταν. Θυμήσου αυτό το θέμα. Έχει σημασία. Καλό προήλθε μέσα από το κακό, εντούτοις, γιατί η γκαρσόνα, μαθαίνοντας από τις εφημερίδες πως είχε σοβαρά μπλεξίματα και πιθανόν να κρεμαστεί, ξέκοψε εντελώς μαζί του και του έγραψε για να πει πως έχει ήδη σύζυγο στο Ναυπηγείο Bermuda, έτσι ώστε στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία δέσμευση μεταξύ τους. Πιστεύω πως αυτό το νέο παρηγόρησε το νεαρό ΜακΚάρθυ για όλα όσα υπέμεινε.»

«Όμως αν είναι αθώος, ποιος το έκανε;»

«Αχ! Ποιος; Θα σου εφιστούσα την προσοχή συγκεκριμένα σε δυο σημεία. Το ένα είναι πως ο δολοφονηθείς είχε ραντεβού με κάποιον στη λίμνη, και πως αυτός ο κάποιος δε μπορεί να ήταν ο γιος του, επειδή ο γιος του έλειπε, και δε γνώριζε πότε θα επέστρεφε. Το δεύτερο είναι πως ο δολοφονηθείς ακούστηκε να φωνάξει ‘Κόϊ!’ πριν μάθει πως ο γιος του είχε επιστρέψει. Αυτά είναι σημεία υψίστης σημασίας εκ των οποίων η υπόθεση εξαρτάται. Και τώρα ας μιλήσουμε σχετικά με τον Τζωρτζ Μέρεντιθ[2], αν δε σε πειράζει, και θα αφήσουμε όλα τα δευτερεύοντα ζητήματα μέχρι αύριο.»

«Δεν έβρεξε, όπως ο Χολμς είχε προβλέψει, και το πρωινό χάραξε λαμπρό και ασυννέφιαστο. Στις εννέα ο Λεστρέιντ πέρασε να μας πάρει με μια άμαξα, και ξεκινήσαμε για την αγροικία Χάθερλυ και το Μπόσκομπ Πούλ.

«Είχαμε σοβαρά νέα σήμερα,» παρατήρησε ο Λεστρέιντ. «Λέγεται πως ο κ. Τέρνερ, εκ της Έπαυλης, είναι τόσο άρρωστος που η ζωή του έχει καταστεί απέλπιδη.»

«Ηλικιωμένος, υποθέτω;» είπε ο Χολμς.

«Περί τα εξήντα· όμως ο οργανισμός του έχει διαλυθεί από τη ζωή του στο εξωτερικό, και η υγεία του δεν υπήρξε καλή εδώ και καιρό. Αυτή η υπόθεση είχε ιδιαίτερα άσχημη επίδραση πάνω του. Ήταν παλιός φίλος του ΜακΚάρθυ, και, θα προσέθετα, μεγάλος ευεργέτης του, γιατί έχω μάθει πως του έδωσε τιμής ένεκεν την αγροικία Χάθερλυ.»

«Όντως! Ενδιαφέρον,» είπε ο Χολμς.

«Ω, μάλιστα! Με εκατοντάδες άλλους τρόπους του έχει συμπαρασταθεί. Ο καθένας εδώ γύρω μιλά για την καλοσύνη του προς αυτόν.»

«Αλήθεια! Δε σου φαίνεται λιγάκι περίεργο που αυτός ο ΜακΚάρθυ, ο οποίος εμφανίζεται να έχει ελάχιστα δικά του, και που ζούσε υπό τέτοιας υποχρέωσης προς τον Τέρνερ, μιλούσε ακόμη για γάμο του γιου του προς την κόρη του Τέρνερ, η οποία είναι, προφανώς, κληρονόμος της περιουσίας, και μάλιστα κατά έναν τόσο πολύ αυτάρεσκο τρόπο, σα να επρόκειτο απλά για μια περίπτωση πρότασης και όλα τα άλλα θα ακολουθούσαν; Είναι το πλέον περίεργο, αφότου γνωρίζουμε πως ο Τέρνερ ο ίδιος ήταν ενάντιος στην ιδέα. Η κόρη αυτά τουλάχιστον μας είπε. Δε συμπεραίνεις τίποτα εξ αυτού;»

«Φτάσαμε στις επαγωγές και τους συμπερασμούς,» είπε ο Λεστρέιντ, κλείνοντας μου το μάτι. «Το βρίσκω αρκετά δύσκολο να αντιμετωπίσω τα γεγονότα, Χολμς, δίχως να παρασυρθώ σε θεωρίες και φαντασιώσεις.»

«Έχεις δίκιο,» είπε ο Χολμς, μαζεμένα· «όντως συναντάς δυσκολία στην αντιμετώπιση των γεγονότων.»

«Παραταύτα, Αντιλήφθηκα ένα γεγονός το οποίο φαίνεται πως εσύ συναντάς δυσκολίες να κατανοήσεις,» αποκρίθηκε ο Λεστρέιντ με κάποια ένταση.

«Κι αυτό είναι—»

«Πως ο πρεσβύτερος ΜακΚάρθυ βρήκε το θάνατο του από τον νεώτερο ΜακΚάρθυ και πως όλες οι θεωρίες περί του αντιθέτου αποτελούν απλούστατα φαντασιώσεις[3]

«Μάλιστα, και οι φαντασιώσεις είναι καλύτερες από τις ομίχλες,» είπε ο Χολμς γελώντας. «Εντούτοις θα κάνω μεγάλο λάθος αν αυτή στα αριστερά μας δεν είναι η αγροικία Χάθερλυ.»

«Ναι, αυτή είναι.» Επρόκειτο περί ενός μακριού, φαινομενικά ευρύχωρο κτίσμα, δύο ορόφων, κεραμιδένιας σκεπής, με μεγάλες κίτρινες πιτσιλιές λειχήνων επί των γκρίζων τοίχων του. Οι τραβηγμένες κουρτίνες και οι άκαπνες καμινάδες του, ωστόσο, του προσέδιδαν μια αρρωστημένη εμφάνιση, λες και το βάρος της φρίκης το κάλυπτε ακόμη βαριά. Χτυπήσαμε την πόρτα, όταν η υπηρέτρια, κατόπιν αιτήματος του Χολμς, μας έδειξε τις μπότες τις οποίες ο αφέντης της φορούσε κατά την ώρα του θανάτου του, και επίσης ένα ζευγάρι του γιου, μολονότι όχι το ζευγάρι εκείνο το οποίο φορούσε τότε. Έχοντας τις μετρήσει προσεκτικά από εφτά με οχτώ διαφορετικές μεριές, ο Χολμς, ζήτησε να οδηγηθεί στην αυλή, από την οποία όλοι μας ακολουθήσαμε το φιδιστό μονοπάτι που οδηγούσε στο Μπόσκομπ Πουλ.

Bosc-06.jpg

Ο Σέρλοκ Χολμς μεταμορφωνόταν όταν βρισκόταν επί μιας οσμής όπως αυτή. Άνθρωποι που τον είχαν γνωρίσει μονάχα ως το σιωπηλό στοχαστή και άνθρωπο της λογικής στην οδό Μπέϊκερ δε θα τον αναγνώριζαν. Το πρόσωπο του αναψοκοκκίνισε και σκυθρώπιασε. Τα φρύδια του τραβήχτηκαν σε δυο κοφτές μαύρες γραμμές, ενώ τα μάτια του έλαμψαν από κάτω τους με μια ατσαλένια λάμψη. Το πρόσωπο του σκυφτό, οι ώμοι του χαμηλωμένοι, τα χείλη του σφιγμένα, και οι φλέβες του ξεχώριζαν σα σκοινί στο μακρύ, μυώδη λαιμό του. Τα ρουθούνια του έμοιαζαν να διαστέλλονται από μια καθαρή ζωώδη λαχτάρα για κυνήγι, και το μυαλό του ήταν τόσο απόλυτα συγκεντρωμένο επί του ζητήματος ενώπιον του ώστε μια ερώτηση ή κάποιο σχόλιο θα έπεφτε στο κενό, ή, στην καλύτερη περίπτωση, θα προκαλούσε μονάχα ένα κοφτό, ανυπόμονο γρύλισμα προς απάντηση. Γοργά και αθόρυβα άνοιξε δρόμο μες το μονοπάτι το οποίο διέτρεχε τα λιβάδια, και έτσι προς τη μεριά του δάσους και του Μπόσκομπ Πουλ. Επρόκειτο για ένα πνιγηρό, βαλτώδες μέρος, όπως κι όλη η περιοχή, και υπήρχαν ίχνη πολλών ποδιών, τόσο επί του μονοπατιού όσο και καταμεσής των κοντών χόρτων τα οποία το πλαισίωναν από κάθε μεριά. Μερικές φορές ο Χολμς θα επιτάχυνε, μερικές θα στεκόταν επιτόπου, και σε μια περίσταση έκανε μια καλούτσικη παράκαμψη μέσα στο λιβάδι. Ο Λεστρέιντ κι εγώ περπατούσαμε πίσω του, ο ντετέκτιβ απαθής και όλο περιφρόνηση, ενώ εγώ παρακολουθούσα το φίλο μου με το ενδιαφέρον που ξεπηδούσε εκ της πεποίθησης πως κάθε μια από τις ενέργειες του ήταν προσανατολισμένη προς κάποιο συγκεκριμένο σκοπό.

Το Μπόσκομπ Πουλ, το οποίο είναι μια μικρή λιμνούλα τριγυρισμένη από καλαμιές κάπου πενήντα μέτρα απ’ άκρη σ’ άκρη, και βρίσκεται στο όριο μεταξύ της αγροικίας Χάθερλι και του ιδιωτικού πάρκου του πλουσίου κ. Τέρνερ. Πέρα από τα δάση που την πλαισίωναν από την αντικρινή μεριά διακρίναμε τις κόκκινες, υπερυψωμένες κορυφές που επισήμαιναν την τοποθεσία της κατοικίας του γαιοκτήμονα. Από την μεριά του Χάθερλι τα δάση πύκνωναν γύρω από τη λιμνούλα, και υπήρχε μια στενή ζώνη από μουλιασμένο χορτάρι είκοσι βήματα μεταξύ της άκρης των δέντρων και των καλαμιών που πλαισίωναν τη λίμνη. Ο Λεστρέιντ μας έδειξε το ακριβές σημείο στο οποίο το σώμα είχε ανακαλυφθεί, και, όντως, τόσο υγρό ήταν το έδαφος, που διέκρινα σαφέστατα τα ίχνη τα οποία είχαν αφεθεί από την πτώση του χτυπημένου άντρα. Για τον Χολμς, όπως έβλεπα από το ανυπόμονο πρόσωπο και τα διαπεραστικά μάτια, πάρα πολλά άλλα πράγματα υπήρχαν επί του πατημένου χορταριού. Έτρεξε κάνοντας το γύρο, σα σκύλος που πιάνει κάποια οσμή, και κατόπιν στράφηκε επί του συντρόφου μας.

«Γιατί μπήκατε μέσα στη λιμνούλα;» ρώτησε.

«Έψαξα ολόγυρα με μια τσουγκράνα. Σκέφτηκα πως πιθανόν να υπήρχαν κάποια όπλα ή άλλα ίχνη. Μα πως στο καλό—»

«Όχου, τσκ τσκ! Δεν έχω χρόνο! Εκείνο το αριστερό σου πόδι με την εσωστρεφή καμπή βρίσκεται παντού. Κι ένας τυφλοπόντικας θα το ‘βρισκε, και εκεί εξαφανίζεται ανάμεσα στα καλάμια. Ω, πόσο απλά θα ήταν όλα αν είχα έρθει εδώ πριν έρθουν σα κοπάδι από βουβάλια και τσαλαπατήσουν τα πάντα. Ορίστε εδώ είναι η ομάδα που ήταν με τον φύλακα, και έχουν καλύψει όλα τα ίχνη για δυο με τρία μέτρα γύρω από το σώμα. Όμως υπάρχουν τρία ξεχωριστά ίχνη των ίδιων ποδιών.» Τράβηξε έξω το φακό του και γονάτισε πάνω στο αδιάβροχο του για να δει καλύτερα, μιλώντας διαρκώς πιότερο στον εαυτό του παρά σε εμάς. «Αυτά είναι τα πόδια του νεαρού ΜκΚάρθυ. Τις δυο φορές περπατούσε, και τη μία έτρεξε βιαστικά, έτσι ώστε οι σόλες των παπουτσιών του έχουν εντυπωθεί βαθύτερα ενώ τα τακούνια είναι μόλις ορατά. Αυτό στηρίζει την ιστορία του. Έτρεξε μόλις είδε τον πατέρα του στο έδαφος. Κατόπιν εδώ έχουμε τα πόδια του πατέρα καθώς βημάτιζε πέρα δώθε. Τι είναι αυτά, τότε; Ακροπατήματα! Ακροπατήματα! Τετράγωνα, επίσης, εντελώς ασυνήθιστες μπότες! Έρχονται, απομακρύνονται, κι έρχονται ξανά —φυσικά αυτή τη φορά για το μανδύα. Όμως από πού ήρθαν;» Έτρεξε πέρα δώθε, κάποιες φορές χάνοντας, άλλες πάλι εντοπίζοντας τα ίχνη μέχρι που βρισκόμασταν για τα καλά στην άκρη του δάσους και κάτω από την σκιά μιας μεγάλης οξιάς, του μεγαλύτερου δέντρου της περιοχής. Ο Χολμς προχώρησε ερευνητικά προς την άλλη μεριά της και έπεσε ξανά κάτω με τα μούτρα βγάζοντας μια κραυγή ικανοποίησης. Για μεγάλο διάστημα παρέμεινε εκεί, αναποδογυρίζοντας τα φύλα και τα ξερόκλαδα, μαζεύοντας ότι μου φάνηκε σα χώμα μέσα σε ένα φάκελο και εξετάζοντας με το φακό του όχι μόνο το έδαφος αλλά ακόμη και τον κορμό του δέντρου ως εκεί που έφτανε. Μια αιχμηρή πέτρα ήταν πεσμένη μέσα στα βρύα, και την οποία εξέτασε επίσης προσεκτικά και μάζεψε. Κατόπιν ακολούθησε ένα μονοπάτι μέσω από το δάσος ώσπου έφτασε στον κεντρικό δρόμο, όπου όλα τα ίχνη χάνονταν.

Bosc-07.jpg

«Υπήρξε υπόθεση εξαιρετικού ενδιαφέροντος,» σχολίασε, επιστρέφοντας στη φυσιολογική του συμπεριφορά. «Φαντάζομαι πως αυτό το γκρίζο σπίτι στα αριστερά μας πρέπει να είναι το περίπτερο. Νομίζω πως θα πάω να πω δυο κουβέντες με τον Μοράν, και ίσως να γράψω ένα σημειωματάκι. Έχοντας το ολοκληρώσει, ίσως να επιστρέψουμε πίσω στο γεύμα μας. Μπορείτε να πάτε στην άμαξα, και θα είμαι μαζί μας σε λίγο.»

Είχαν περάσει κάπου δέκα λεπτά πριν φτάσουμε στην άμαξα και επιστρέψουμε πίσω στο Ρος, με τον Χολμς να μεταφέρει ακόμη μαζί του την πέτρα που είχε μαζέψει στο δάσος.

«Ίσως να σε ενδιαφέρει, Λεστρέιντ,» σχολίασε, παραδίδοντας τού τη. «Ο φόνος διεπράχθη με αυτή.»

«Δεν βλέπω καθόλου σημάδια.»

«Δεν υπάρχουν.»

«Πως το γνωρίζεις, τότε;»

«Το χορτάρι μεγάλωνε από κάτω της. Είχε παραμείνει εκεί μόλις για λίγες μέρες. Δεν υπήρχε ίχνος κάποιου σημείου εκ του οποίου να είχε παρθεί. Ανταποκρίνεται στα τραύματα. Δεν υπάρχει κανένα ίχνος κάποιου άλλου όπλου.»

«Και ο δολοφόνος;»

«Πρόκειται περί ενός ψηλού άντρα, ο οποίος κουτσαίνει από το αριστερό πόδι, φορά χοντρόσολες κυνηγετικές μπότες και γκρίζο μανδύα, καπνίζει ινδικά τσιγάρα, χρησιμοποιεί πίπα, και κουβαλάει ένα στομωμένο στιλέτο στην τσέπη του. Υπάρχουν αρκετές άλλες ενδείξεις, όμως αυτές ενδεχομένως να αρκούν στο να συμβάλλουν στην έρευνα μας.»

Ο Λεστρέιντ γέλασε. «Φοβάμαι πως είμαι ακόμη κάπως δύσπιστος,» είπε. «Οι θεωρίες είναι πολύ καλές, όμως έχουμε να διαπραγματευθούμε με ένα πραγματιστικό Βρετανικό σώμα ενόρκων.»

«Nous verrons,» απάντησε γαλήνια ο Χολμς. «Εργάσου με το δικό σου τρόπο, κι εγώ θα εργαστώ με το δικό μου. Θα είμαι απασχολημένος σήμερα το απόγευμα, και ενδεχομένως να επιστρέψω στο Λονδίνο με το βραδινό τραίνο.»

«Και να αφήσεις την υπόθεση σου ανολοκλήρωτη;»

«Όχι, τελειωμένη.»

«Μα το μυστήριο;»

«Λύθηκε.»

«Ποιος ήταν ο εγκληματίας, τότε;»

«Ο κύριος που περιγράφω.»

«Μα ποιος είναι;»

«Σίγουρα δε θα σου είναι δύσκολο να ανακαλύψεις. Δεν είναι δα και τόσο πυκνοκατοικημένη η περιοχή.»

Ο Λεστρέιντ ανασήκωσε τους ώμους του. «Είμαι πρακτικός άνθρωπος,» είπε, «και ειλικρινά δε μπορώ να αναλάβω να τριγυρνάω ολόγυρα ψάχνοντας για έναν αριστερόχειρα κύριο με χωλό πόδι. Θα γινόμουν ο περίγελος της Σκότλαντ Γιάρντ.»

«Εντάξει,» είπε ο Χολμς ήρεμα. «Σου έδωσα την ευκαιρία. Ορίστε το διαμέρισμα σου. Αντίο. Θα σου στείλω μήνυμα πριν φύγω.»

Έχοντας αφήσει τον Λεστρέιντ στο δωμάτιο του, πήγαμε με την άμαξα στο ξενοδοχείο μας, όπου και βρήκαμε το φαγητό στο τραπέζι. Ο Χολμς ήταν σιωπηλός και βυθισμένος στις σκέψεις με μια πονεμένη έκφραση επί του προσώπου του, σα κάποιον που βρίσκει εαυτώ σε δύσκολη θέση.»

«Κοίτα δω, Γουώτσον,» είπε όταν το τραπεζομάντιλο είχε καθαριστεί, «κάτσε απλά κάτω σε ετούτη την καρέκλα και άσε να σου τα πω λιγάκι. Δεν ξέρω τι ακριβώς να κάνω, και θα εκτιμούσα τη συμβουλή σου. Άναψε ένα τσιγάρο και επέτρεψε μου να το αναλύσω.»

«Παρακαλώ κάνε το.»

«Λοιπόν, τώρα, λαμβάνοντας υπόψη την υπόθεση υπάρχουν δυο σημεία σχετικά με την κατάθεση του νεαρού ΜκΚάρθυ τα οποία μας έκαναν εντύπωση αμέσως, μολονότι εμένα μου έδωσαν μια θετική εντύπωση ενώ σε εσένα αρνητική. Το ένα υπήρξε το γεγονός πως ο πατέρας του φώναξε, σύμφωνα με την κατάθεση του, ‘Κοόιιι!’ πριν τον δει. Το άλλο υπήρξε η μοναδική επιθανάτια αναφορά σε έναν rat. Μουρμούρισε αρκετές λέξεις, καταλαβαίνεις, όμως αυτό ήταν το μόνο που έπιασε το αυτί του γιου. Τώρα από αυτό το διπλό σημείο η έρευνα μας πρέπει να ξεκινήσει, και θα την αρχίσουμε υποθέτοντας πως ότι λέει το παλικάρι είναι απόλυτα ειλικρινές.»

«Και τι με αυτό το ‘Κοόιιι!’ τότε;»

«Λοιπόν, προφανώς δεν προοριζόταν για το γιο. Ο γιος, από όσο γνώριζε, βρισκόταν στο Μπρίστολ. Από απλή τύχη βρέθηκε σε απόσταση ακοής. Το ‘Κοόιιι!’ προοριζόταν για να προσελκύσει τη προσοχή αυτού με τον οποίο είχε ραντεβού. Όμως το ‘Κοόιιι’ αποτελεί μια σαφώς Αυστραλιανή κραυγή, και η οποία χρησιμοποιείται μεταξύ Αυστραλών. Υπάρχει το ισχυρό τεκμήριο πως το πρόσωπο που ο ΜκΚάρθυ ανέμενε να τον συναντήσει στο Μπόσκομπ Πουλ ήταν κάποιος που είχε ζήσει στην Αυστραλία.»

«Και με τον rat, τότε;»

Ο Σέρλοκ Χολμς έβγαλε ένα διπλωμένο χαρτί από την τσέπη του και το ίσιωσε πάνω στο τραπέζι. «Αυτός είναι ένας χάρτης της Αποικίας της Βικτόρια,» είπε. «Τηλεγράφησα στο Μπρίστολ για αυτόν χθες το βράδυ.» Ακούμπησε το χέρι του σε ένα μέρος του χάρτη. «Τι διαβάζεις;»

«ARAT,» διάβασα.

«Και τώρα;» Ανασήκωσε το χέρι του. «ΜΠΑΛΛΑΡΑΤ.»

Ακριβώς. Αυτή ήταν η λέξη που έβγαλε ο άνθρωπος, και από την οποία ο γιος έπιασε μόνο τις τελευταίες δυο συλλαβές. Προσπαθούσε να πει το όνομα του δολοφόνου του. Έτσι και έτσι, από το Μπάλλαρατ.»

«Είναι υπέροχο!» αναφώνησα.

“Είναι προφανές. Και τώρα, βλέπεις, περιόρισα το πεδίο υπερβολικά. Η κατοχή ενός γκρίζου ενδύματος υπήρξε ένα τρίτο σημείο το οποίο, με δεδομένη ως ορθή την δήλωση του γιου, αποτελούσε βεβαιότητα. Φτάσαμε πλέον εκτός της απλής ασάφειας στην προσδιορισμένη σύλληψη ενός Αυστραλού από το Μπάλλαρατ με γκρίζο μανδύα.»

«Βεβαίως.»

«Και κάποιος ο οποίος ζούσε στην περιοχή, γιατί η λίμνη μπορεί μόνο να προσεγγισθεί από το αγρόκτημα ή από την έπαυλη, όπου ξένοι δύσκολα θα πλησίαζαν.»

«Ακριβώς.»

«Έτσι λοιπόν φτάνουμε στη σημερινή μας αποστολή. Από εξέταση του εδάφους αποκόμισα τις στοιχειώδεις λεπτομέρειες τις οποίες έδωσα σε εκείνον το βλάκα, τον Λεστρέιντ, όσον αφορά την ταυτότητα του εγκληματία.»

«Όμως πως τις αντιλήφθηκες;»

«Γνωρίζεις την μέθοδο μου. Βασίζεται επί της παρατήρησης των λεπτομερειών.»

«Το ύψος του γνωρίζω πως πιθανόν χονδρικά το έκρινες από το μήκος του διασκελισμού του. Οι μπότες, επίσης, ίσως να φανερώνονται από τα ίχνη τους.»

«Ναι, επρόκειτο για περίεργες μπότες.»

«Μα η χωλότητα του;»

«Το αποτύπωμα του δεξιού του ποδιού ήταν λιγότερο έντονο από του αριστερού του. Έβαζε λιγότερο βάρος πάνω του. Γιατί; Επειδή χώλαινε —ήταν χωλός.»

«Μα η αριστεροχειρία του.»

«Έμεινες κι ο ίδιος έκπληκτος από τη φύση του τραύματος όπως κατεγράφη από το χειρούργο κατά την προανακριτική έρευνα. Το χτύπημα προήρθε άμεσα από πίσω, και όμως ήταν επί της αριστερής πλευράς. Τώρα, πως γίνεται αυτό εκτός κι αν επρόκειτο για κάποιον αριστερόχειρα; Είχε σταθεί πίσω από εκείνο το δέντρο κατά τη διάρκεια της κουβέντας μεταξύ πατέρα και γιου. Είχε ακόμη καπνίσει εκεί. Βρήκα τη στάχτη ενός πούρου, η οποία με την εξειδικευμένη γνώση μου για τις στάχτες του καπνού μου επιτρέπει να αποφανθώ πως ήταν ένα Ινδικό πούρο. Έχω, όπως γνωρίζεις, αφιερώσει κάποιο χρόνο επί αυτού, και γράψει μια μικρή μονογραφία στις στάχτες 140 διαφορετικών ποικιλιών καπνού πίπας, πούρου και τσιγάρου. Έχοντας ανακαλύψει τη στάχτη, κατόπιν κοίταξα τριγύρω και ανακάλυψα τη γόπα μέσα στα βρύα όπου την είχε ρίξει. Επρόκειτο για ένα Ινδικό πούρο, της ποικιλίας που παράγεται στο Ρότερνταμ.»

Bosc-08.jpg

«Και η πίπα;»

«Διέκρινα πως η άκρη δε βρισκόταν στο στόμα του. Συνεπώς χρησιμοποίησε πίπα. Η άκρη είχε κοπεί, δεν είχε δαγκωθεί, όμως το κόψιμο δεν ήταν καθαρό, έτσι συμπέρανα ένα στομωμένο στιλέτο τσέπης.»

«Χολμς,» είπα, «έστησες ένα δίχτυ γύρω από αυτόν τον άνθρωπο από το οποίο δε μπορεί να διαφύγει, και έσωσες μια αθώα ανθρώπινη ζωή τόσο λες κι έκοψες το σκοινί από το οποίο κρεμόταν. Αντιλαμβάνομαι την κατεύθυνση στην οποία όλα αυτά δείχνουν. Ο δράστης είναι —»

Bosc-09.jpg

«Ο κ. Τζων Τέρνερ,» φώναξε ο σερβιτόρος του ξενοδοχείου, ανοίγοντας την πόρτα του καθιστικού μας, και οδηγώντας εντός έναν επισκέπτη.

Ο άντρας ο οποίος είχε εισέλθει αποτελούσε μια περίεργη και εντυπωσιακή μορφή. Το αργό, χωλό βήμα του και οι κυρτοί ώμοι του προσέδιδαν την εμφάνιση της γεροντικής εξασθένισης, και όμως το σκληρά, βαθιά χαραγμένα, τραχιά χαρακτηριστικά του, και τα πελώρια άκρα του έδειχναν πως κατείχε ασυνήθιστη δύναμη αντοχής και χαρακτήρα. Η πλεγμένη γενειάδα του, τα γκριζαρισμένα μαλλιά, και τα προεξέχοντα, βαριά φρύδια συνδυάζονταν για να προσδώσουν έναν αέρα αξιοπρέπειας και δύναμης στην εμφάνιση του, όμως το πρόσωπο του ήταν κάτωχρο, ενώ τα χείλη του και οι γωνίες των ρουθουνιών του χρωματίζονταν από μια γαλαζωπή απόχρωση. Μου ήταν σαφές με μια ματιά πως βρισκόταν στην αρπάγη κάποιας θανάσιμης και χρόνιας ασθένειας.

«Παρακαλώ καθίστε στον καναπέ,» είπε ο Χολμς ευγενικά. «Λάβατε το μήνυμα μου;»

«Μάλιστα, ο φύλακας του καταφυγίου το ανέβασε. Είπατε πως θέλετε να με δείτε εδώ για να αποφευχθεί το σκάνδαλο.»

«Σκέφτηκα πως ο κόσμος μπορεί να το κουβέντιαζε αν ερχόμουν στην Έπαυλη.»

«Και γιατί θέλατε να με δείτε;» Κοίταξε προς τον σύντροφο μου με απόγνωση στα κουρασμένα του μάτια, λες κι η ερώτηση του είχε ήδη απαντηθεί.

«Μάλιστα,» είπε ο Χολμς, απαντώντας περισσότερο στο βλέμμα παρά στις λέξεις. «Έτσι είναι. Τα γνωρίζω όλα σχετικά με τον ΜκΚάρθυ.»

Ο ηλικιωμένος βύθισε το πρόσωπο στα χέρια του. «Ο Θεός να με βοηθήσει!» φώναξε. «Μα δε θα άφηνα το νεαρό να πάθει κακό. Σας δίνω το λόγο μου πως θα είχα μιλήσει αν κατέληγε εις βάρος του στο εποχιακό δικαστήριο.»

«Χαίρομαι που ακούω να το λέτε,» είπε ο Χολμς αυστηρά.

«Θα είχα μιλήσει αν δεν ήταν για το αγαπημένο μου κορίτσι. Θα της έσπαγε την καρδιά —θα της κομματιάσει την καρδιά όταν μάθει πως συνελήφθηκα.»

«Ενδέχεται να μη φτάσουμε εκεί,» είπε ο Χολμς.

«Πως;»

«Δεν είμαι επίσημος πράκτορας. Αντιλαμβάνομαι πως επρόκειτο για την κόρη σας η οποία απαίτησε την παρουσία μου εδώ, και δρω υπέρ των συμφερόντων της. Ο νεαρός ΜκΚάρθυ οφείλεται να απελευθερωθεί ωστόσο.»

«Είμαι ετοιμοθάνατος,» είπε ο γέρο-Τέρνερ. «Είχα διαβήτη εδώ και χρόνια. Ο γιατρός μου λέει πως ζήτημα είναι να βγάλω το μήνα. Όμως θα προτιμούσα να πεθάνω κάτω από τη στέγη μου παρά στη φυλακή.»

Ο Χολμς σηκώθηκε και κάθισε στο τραπέζι με την πένα του στο χέρι και μερικές σελίδες χαρτιού μπροστά του. «Απλώς πείτε μας την αλήθεια,» είπε. «Θα καταγράψω απλώς τα γεγονότα. Εσείς θα τα υπογράψετε, και ο Γουώτσον από εδώ μπορεί να παρασταθεί ως μάρτυρας. Κατόπιν θα μπορέσω να το παρουσιάσω στην τελευταία δικάσιμο για να σώσω το νεαρό ΜκΚάρθυ. Σας υπόσχομαι πως δε θα το χρησιμοποιήσω εκτός κι αν καταστεί απολύτως αναγκαίο.»

«Το ίδιο κάνει,» είπε ο γέρος· «ζήτημα είναι αν θα ζήσω μέχρι τη δικάσιμο, έτσι ελάχιστη σημασία έχει για μένα, όμως θα επιθυμούσα να γλιτώσω την Άλις από το σοκ. Και τώρα θα αποσαφηνίσω την κατάσταση· διήρκεσε πολύ καιρό, μα δε θα μου πάρει πολύ να σας τα πω.

«Δε γνωρίζατε το νεκρό, τον ΜκΚάρθυ. Ήταν ο διάβολος, προσωποποιημένος. Σας το λέω. Ο θεός να σας φυλάξει από τα χέρια ενός τέτοιου ανθρώπου σα κι αυτόν. Το κράτημα του πάνω μου διήρκεσε αυτά τα είκοσι χρόνια, και μου κατέστρεψε τη ζωή. Θα σας πω πως έφτασα να βρεθώ υπό την εξουσία του.

«Ήταν κάπου στις αρχές του ’60 στα σκαψίματα. Ήμουν νεώτερος τότε, θερμόαιμος και απερίσκεπτος, έτοιμος να απλώσω το χέρι μου προς καθετί· βρέθηκα μεταξύ κακών συντρόφων, άρχισα να πίνω, δεν είχα καθόλου τύχη με το τίτλο μου, (took to the bush), και με μια λέξη έγινα ότι εδώ πέρα θα αποκαλούσατε παράνομο[4]. Ήμασταν έξι, και ζούσαμε μια βίαιη, ασύδοτη ζωή, ληστεύοντας κάποιο σταθμό από καιρό σε καιρό, ή σταματώντας τις άμαξες στο δρόμο προς τα ορυχεία. Ο Μαύρος Τζακ του Μπάλλαρατ ήταν το όνομα με το οποίο με γνώριζαν, και η παρέα μας είναι ακόμη αξέχαστη στην αποικία σα Συμμορία του Μπάλλαρατ.

«Μια μέρα ένα καραβάνι χρυσού κατέβηκε από το Μπάλλαρατ προς τη Μελβούρνη, του στήσαμε καρτέρι και επιτεθήκαμε. Υπήρχαν έξι στρατιώτες και έξι από εμάς, έτσι ήταν ζόρικη κατάσταση, όμως αδειάσαμε τέσσερις από τις σέλλες τους με την πρώτη ριξιά. Τρία από τα αγόρια μας σκοτώθηκαν, ωστόσο, πριν να πάρουμε τη λεία μας. Έβαλα το πιστόλι μου στο κεφάλι ενός οδηγού άμαξας, ο οποίος ήταν ο ίδιος ο ΜκΚάρθυ. Εύχομαι μα τον Κύριο να τον είχα πυροβολήσει τότε, όμως τον άφησα να ζήσει, παρότι είδα τα κακόβουλα μάτια του καρφωμένα στο πρόσωπο μου, λες και προσπαθούσε να απομνημονεύσει κάθε χαρακτηριστικό. Φύγαμε με το χρυσάφι, γίναμε πλούσιοι, και επιστρέψαμε στην Αγγλία δίχως να μας υποπτεύονται. Εκεί χώρισα με τα παλιά φιλαράκια μου και αποφάσισα να νοικοκυρευτώ σε μια ήρεμη και αξιοσέβαστη ζωή. Αγόρασα αυτή την έκταση, η οποία έτυχε να πουλιέται, και στρώθηκα να κάνω λίγο καλό με τα χρήματα μου, να εξιλεωθώ για τον τρόπο με τον οποίο τα είχα κερδίσει. Παντρεύτηκα, μάλιστα, και παρότι η σύζυγος μου πέθανε νέα μου άφησε την αγαπημένη μου Άλις. Ακόμη και όταν ήταν μόλις μωρό το χεράκι της έμοιαζε να με οδηγεί στο σωστό δρόμο όσο τίποτα άλλο ποτέ. Με μια λέξη, γύρισα νέα σελίδα και έκανα ότι καλύτερο για να αναπληρώσω για το παρελθόν. Όλα πήγαιναν καλά όταν ο ΜκΚάρθυ με έβαλε στο χέρι του.

«Είχε πάει στην πόλη σχετικά με μια επένδυση, και τον συνάντησα στην οδό Ρήτζεντ με μόλις ένα παλτό στη ράχη του ή μια μπότα στο πόδι του.

«’Να ‘μαστε, Τζακ,’ λέει εκείνος, ακουμπώντας το χέρι μου· ‘θα μας έχεις σαν οικογένεια σου. Είμαστε δυο, εγώ κι ο γιος μου, και θα μας φροντίζεις. Αν δε το κάνεις —είναι μια υπέροχη, έννομη επαρχία της Αγγλίας, και υπάρχει πάντοτε ένας αστυνόμος σε απόσταση φωνής.’

«Λοιπόν, κατέβηκαν στη δυτική επαρχία, δεν υπήρχε τρόπος να τους διώξω, και εκεί ζούσαν δίχως νοίκι στην καλύτερη μου γη έκτοτε. Δεν υπήρχε ανάπαυση για μένα, γαλήνη, λησμονιά· όπου κι αν στρεφόμουν, νάσου το πανούργο, χαμογελαστό πρόσωπο του πίσω μου. Χειροτέρεψε καθώς η Άλις μεγάλωσε, γιατί σύντομα είδε πως φοβόμουν περισσότερο μη μάθει εκείνη το παρελθόν μου από όσο η αστυνομία. Ότι κι αν ζητούσε έπρεπε να το παίρνει, και οτιδήποτε κι αν ήταν του το έδινα δίχως κουβέντα, γη, χρήματα, σπίτια, μέχρι που τελικά ζήτησε κάτι που δε μπορούσα να του δώσω. Ζήτησε την Άλις.

«Ο γιος του, βλέπετε, είχε μεγαλώσει, και το ίδιο και το κορίτσι μου, και καθώς ήταν γνωστό πως η υγεία μου δεν ήταν καλή, του φάνηκε σα μια καλή κίνηση ο γιος του να χωθεί σε ολόκληρη την περιουσία. Όμως σ’ αυτό υπήρξα ανένδοτος. Δε θα είχα την καταραμένη του γενιά να ανακατευθεί με τη δική μου όχι πως είχα κάποια αντιπάθεια για το παλικάρι, όμως το αίμα του ήταν μέσα του, και αυτό αρκούσε. Παρέμεινα ανυποχώρητος. Ο ΜκΚάρθυ απείλησε. Τον προκάλεσα να κάνει ότι χειρότερο μπορούσε. Θα συναντιόμασταν στη λίμνη μεταξύ των σπιτιών μας για να το κουβεντιάσουμε.

«Όταν κατεβήκαμε εκεί κάτω τον βρήκα να μιλάει με το γιο του, έτσι κάπνισα ένα πούρο και περίμενα πίσω από ένα δέντρο ώσπου να έμενε μόνος. Όμως καθώς άκουσα την κουβέντα όλα όσα ήταν μαύρα και πικρά μέσα μου φάνηκαν να βγαίνουν στην επιφάνεια. Πίεζε το γιο του να παντρευτεί την κόρη μου με τόσο λίγο σεβασμό σαν να πίστευε πως ήταν μια πόρνη του δρόμου. Με εξόργισε η σκέψη πως εγώ και όλα όσα αγαπούσα πιότερο θα βρίσκονταν υπό την εξουσία ενός τέτοιου ανθρώπου. Μπορούσα να σπάσω το δεσμό; Ήμουν ήδη ένας ετοιμοθάνατος και απελπισμένος άνθρωπος. Μολονότι έχοντας σαφήνεια σκέψης και αρκετή σωματική δύναμη, ήξερα πως η μοίρα μου είχε σφραγισθεί. Όμως η μνήμη μου και το κορίτσι μου· και τα δυο θα σώζονταν αν μπορούσα να σιγάσω τη βρωμερή του γλώσσα. Το έκανα, κ. Χολμς. Θα το έκανα ξανά. Βαθιά όσο κι αν αμάρτησα, έζησα μια ζωή μαρτυρική για να εξιλεωθώ για αυτή. Όμως πως το κορίτσι μου θα μπλεκόταν στα ίδια πράγματα τα οποία με κρατούσαν ήταν κάτι περισσότερο από ότι μπορούσα να υπομείνω. Τον χτύπησα με τόσο ενδοιασμό όσο αν επρόκειτο περί ενός βρωμερού και δηλητηριώδους πλάσματος. Η κραυγή του έφερε πίσω το γιο του· όμως είχα επιστρέψει στην κάλυψη του δάσους, μολονότι αναγκάστηκα να πάω πίσω για να πάρω το μανδύα μου τον οποίο είχα ρίξει κατά τη φυγή μου. Αυτή είναι η αληθινή ιστορία, κύριοι, όλων όσων συνέβησαν.»

«Μάλιστα, δεν είμαι εγώ εκείνος που θα σας κρίνει,» είπε ο Χολμς μόλις ο γέρος υπέγραψε την κατάθεση του την οποία είχε καταγράψει. «Εύχομαι ποτέ να μη χρειαστεί εκτεθούμε σε μια τέτοια πρόκληση.»

«Εύχομαι όχι, κύριε. Και τι προτίθεστε να κάνετε;»

«Εν όψει της υγείας σας, τίποτα. Έχετε κι ο ίδιος επίγνωση πως σύντομα θα λογοδοτήσετε για τις πράξεις σας σε ένα ανώτερο δικαστήριο από το εποχικό. Θα κρατήσω την ομολογία σας, και ο ΜκΚάρθυ καταδικαστεί θα εξαναγκαστώ να τη χρησιμοποιήσω. Αν όχι, δε θα ειδωθεί ποτέ από ανθρώπινο μάτι· και το μυστικό σας είτε είστε ζωντανός είτε νεκρός θα είναι ασφαλές με εμάς.»

Bosc-10.jpg

«Σας αποχαιρετώ, λοιπόν,» είπε ο γέρος με επισημότητα. «Τα δικά σας νεκροκρέβατα, όταν έρθουν, θα είναι ευκολότερα στη σκέψη της γαλήνης την οποία προσφέρατε στο δικό μου.» Κλονισμένα και τρεμάμενα στη γιγάντια κορμοστασιά του, βγήκε διστακτικά από το δωμάτιο.

«Ο Θεός να μας βοηθήσει!» είπε ο Χολμς κατόπιν μακράς σιγής. «Γιατί η μοίρα παίζει τέτοια παιχνίδια με τα φτωχά, αβοήθητα σκουλήκια; Ποτέ μου δεν ακούω υπόθεση σα κι αυτή δίχως να σκεφθώ τα λόγια του Μπάξτερ, και να πω, «’Ορίστε, έτσι με τη χάρη του Θεού, απέρχεται ο Σέρλοκ Χολμς.’»

Ο Τζέιμς ΜκΚάρθυ απαλλάχθηκε στο εποχικό δικαστήριο υπό το έρεισμα του αριθμού των ενστάσεων οι οποίες είχαν προέλθει από τον Χολμς και κατατεθεί στο δικηγόρο υπεράσπισης. Ο γέρο-Τέρνερ έζησε για επτά μήνες κατόπιν της συζήτησης μας, μα πλέον είναι νεκρός· και κατά πάσα πιθανότητα ο γιος κι η θυγατέρα ενδέχεται να ζήσουν ευτυχισμένα μαζί εν αγνοία του σκοτεινού σύννεφου το οποίο αναπαύεται επί του παρελθόντος τους.

Σημειώσεις[Επεξεργασία]

  1. (Σ.τ.Μ) rat – αρουραίος
  2. (Σ.τ.Μ) George Meredith – (1828-1909) Άγγλος λογοτέχνης και ποιητής.
  3. (Σ. τ. Μ.) – Moonshine – κάτι το οποίο στερείται υλικής ή πραγματικής υπόστασης
  4. Highway robber