Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς/Σκάνδαλο Στη Βοημία

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς
Συγγραφέας:
Μεταφραστής: Αριστείδης Γεωργούτσος
Σκάνδαλο στη Βοημία


Ι.

Για τον Σέρλοκ Χολμς θα αποτελεί πάντοτε ΤΗN γυναίκα. Σπανίως τον άκουσα να αναφέρεται σε εκείνη υπό κάποιο άλλο όνομα. Στα μάτια του επισκιάζει και κυριαρχεί επί ολοκλήρου του φύλου της. Δεν ήταν το γεγονός πως ένοιωσε κάποιο συναίσθημα συγγενές της αγάπης προς την Άϊριν Άντλερ. Όλα τα συναισθήματα, και το συγκεκριμένο ιδιαιτέρως, ήταν απεχθή προς το ψυχρό, ακριβές εντούτοις αξιοθαύμαστα ισορροπημένο μυαλό του. Αποτελούσε, όπως το εκλαμβάνω, την πλέον τέλεια μηχανή συλλογιστικής και παρατήρησης που ο κόσμος είχε γνωρίσει, ωστόσο ως εραστής θα έθετε εαυτώ σε δυσχερή θέση. Ουδέποτε αναφερόταν στα γλυκύτερα πάθη, παρεκτός μετά σαρκασμού και περιφρόνησης. Αποτελούσαν αξιοθαύμαστα θέματα για τον παρατηρητή —έξοχα στο να αίρουν το πέπλο από τα κίνητρα και τις ενέργειες των ανθρώπων. Εντούτοις για τον έμπειρο αναλυτή η αποδοχή τέτοιων εισβολών στο λεπτεπίλεπτο και τέλεια διευθετημένο ταμπεραμέντο του αποτελούσε έναν παράγοντα περισπασμού ο οποίος ενδεχομένως να έριχνε την αμφιβολία επί του συνόλου των νοητικών συμπερασμάτων του. Άμμος σε ένα ευαίσθητο εργαλείο, είτε ένα ράγισμα σε κάποιον από τους ισχυρούς μεγεθυντικούς φακούς του, δε θα ήταν περισσότερο ενοχλητικά από ένα έντονο συναίσθημα προς μια φύση όπως η δική του. Κι όμως υπήρξε μια και μοναδική γυναίκα για εκείνον, κι η γυναίκα αυτή ήτανε η συχωρεμένη Άϊριν Άντλερ, αμφιλεγόμενης κι αμφισβητήσιμης ανάμνησης.

Είχα δει ελάχιστα τον Χολμς τελευταίως. Ο γάμος μου μας είχε κάνει να απομακρυνθούμε. Η απόλυτη ευτυχία μου, και τα επικεντρωμένα στο σπίτι ενδιαφέροντα που φανερώνονται γύρω από τον άντρα που βρίσκεται για πρώτη φορά αφέντης του σπιτικού του, αρκούσαν ώστε να απορροφήσουν την πλήρη προσοχή μου, ενώ ο Χολμς, ο οποίος απεχθανόταν κάθε μορφή κοινωνικότητας με όλη τη μποέμικη ψυχή του, παρέμενε στο διαμέρισμα μας επί της οδού Μπέϊκερ, θαμμένος μέσα στα παλιά του βιβλία, και εναλλάσσοντας από βδομάδα σε βδομάδα μεταξύ κοκαΐνης και φιλοδοξίας, του λήθαργου του ναρκωτικού, και της μανιασμένης δραστηριότητας της παθιασμένης του φύσης. Παρέμενε ακόμη, όπως πάντοτε, βαθιά αφοσιωμένος στη μελέτη του εγκλήματος, και αφιέρωνε τις αφάνταστες διανοητικές του δυνατότητες και τις εξαίρετες ικανότητες του στην παρατήρηση ακολουθώντας όλους εκείνους τους μίτους, και ξεδιαλύνοντας όλα εκείνα τα μυστήρια τα οποία εγκαταλείπονταν ως μάταια εκ της επίσημης αστυνομίας. Από καιρό εις καιρό άκουγα κάποια αβέβαιη αναφορά των κατορθωμάτων του: για την πρόσκληση του στην Οδησσό στην υπόθεση του φόνου Τρεπώφ, για την επίλυση της ιδιάζουσας τραγωδίας των αδελφών Άτκινσον στο Τρικονκομαλή, και τέλος της αποστολής την οποία είχε φέρει εις πέρας τόσο λεπτά και επιτυχημένα για την άρχουσα οικογένεια της Ολλανδίας. Πέρα από τα ίχνη αυτά των δραστηριοτήτων του, ωστόσο, τα οποία απλώς μοιραζόμουν με όλους τους αναγνώστες του ημερησίου τύπου, ελάχιστα γνώριζα για τον παλιό μου φίλο και σύντροφο.

Μια νύχτα —ήταν η δωδέκατη του Μαρτίου, του 1888—γύριζα από επίσκεψη σε ασθενή (διότι είχα πλέον επιστρέψει στην άσκηση του επαγγέλματος μου), όταν ο δρόμος μου με έβγαλε μέσα από την οδό Μπέϊκερ. Καθώς περνούσα την καλώς ενθυμούμενη πόρτα, η οποία πάντοτε θα συσχετίζεται στο μυαλό μου με τη συνήθεια μου, και με τα σκοτεινά περιστατικά της Σπουδής στο Άλικο, με κατέλαβε μια έντονη επιθυμία να δω τον Χολμς ξανά, και να μάθω πως αξιοποιούσε τις εξαιρετικές ικανότητες του. Τα δωμάτια του ήταν κατάφωτα, και, όπως κοίταξα πάνω, είδα την ψηλή, λιγνή φιγούρα του να περνά δις ρίχνοντας μια σκοτεινή σιλουέτα στα στόρια. Βημάτιζε στο δωμάτιο βιαστικά, ανυπόμονα, με το κεφάλι του βυθισμένο στο στήθος και τα χέρια του δεμένα πίσω. Για μένα, που ήξερα κάθε του διάθεση και συνήθειο, η στάση του κι η συμπεριφορά του έλεγαν τη δική τους ιστορία. Είχε στρωθεί στη δουλειά ξανά. Είχε βγει από τα όνειρα των ναρκωτικών κι είχε ριχτεί παθιασμένα στην επίλυση κάποιου νέου προβλήματος. Χτύπησα το κουδούνι και οδηγήθηκα πάνω στο διαμέρισμα που μέχρι πρότινος ένα μέρος του ήταν δικό μου.

Η συμπεριφορά του δεν ήταν διαχυτική. Σπανίως ήταν· ωστόσο χαιρόταν, πιστεύω, που με έβλεπε. Δίχως καν μια λέξη, αλλά με ένα καλοσυνάτο βλέμμα, μου έδειξε μια πολυθρόνα, ου πέταξε τη θήκη με τα πούρα του, και μου υπέδειξε ένα κουτί με ποτά κι ένα γκαζοζέν στη γωνία. Έπειτα στάθηκε μπροστά στη φωτιά και με κοίταξε με το μοναδικό του στοχαστικό τρόπο.

Strand2-062-ThenHeStoodBeforeTheFire.jpg

«Τα δεσμά του γάμου σου πάνε,» σχολίασε. «Έχω την εντύπωση, Γουώτσον, πως πήρες κάπου τρία με τρεισήμισι κιλά από τότε που σε είδα.»

«Τρία!» απάντησα.

«Αλήθεια, θα σκεφτόμουν πως είναι κάτι παραπάνω. Μια ιδέα παραπάνω, έχω την εντύπωση, Γουώτσον. Και ασκείς το επάγγελμα και πάλι, παρατηρώ. Δε μου είπες πως σκόπευες να γυρίσεις στη δουλειά.»

«Τότε, πως το γνωρίζεις;»

«Βλέπω, επαγάγω. Πως ξέρω ότι βράχηκες υπερβολικά προσφάτως, και πως έχεις μια ιδιαιτέρως αδέξια κι απρόσεκτη υπηρέτρια;"

«Αγαπητέ μου Χολμς,» είπα, «αυτό πάει πολύ. Σίγουρα θα είχες καεί, αν είχες ζήσει μερικούq αιώνες νωρίτερα. Αληθεύει πως έκανα έναν περίπατο στην εξοχή την Τετάρτη κι επέστρεψα σπίτι σε άσχημη κατάσταση, αλλά αφού άλλαξα ρούχα αδυνατώ να διανοηθώ πως το συμπέρανες. Όσο για τη Μαίρη Τζέιν, είναι αδιόρθωτη, κι η σύζυγος της έδωσε διορία, αλλά ορίστε, πάλι. Αδυνατώ να δω πως το αντιλήφθηκες.»

Γέλασε μόνος του και έτριψε τα μακριά, νευρώδη χέρια του.

«Πρόκειται για το άκρον άωτον της απλότητας,» είπε· «τα μάτια μου αναφέρουν πως στο εσωτερικό του αριστερού σου παπουτσιού, εκεί ακριβώς που πέφτει το φως της φωτιάς, το δέρμα χαράσσεται από έξι σχεδόν παράλληλα κοψίματα. Προφανώς προκλήθηκαν από κάποιον που ιδιαίτερα απρόσεκτα έξυσε την άκρη της σόλας για να απομακρύνει πηγμένη λάσπη από πάνω του. Επομένως, βλέπεις, το διπλό μου συμπέρασμα πως ήσουν έξω με κακό καιρό και πως επέλεξες ένα ιδιαιτέρως επιζήμιο δείγμα καταστροφέα παπουτσιών μέσα από τις υπηρετριούλες του Λονδίνου. Όσο για την άσκηση σου, αν ένας κύριος μπει στο δωμάτιο μου μυρίζοντας ιώδιο, με ένα σκούρο σημάδι νιτρικού αργύρου επί του δεξιού του δείκτη, κι ένα φούσκωμα στο ψηλό καπέλο του να φανερώνει που έκρυψε το στηθοσκόπιο του, θα πρέπει να είμαι αμβλύνους, αν δεν αποφανθώ πως αποτελεί ενεργό μέλος του ιατρικού επαγγέλματος.»

Δε μπόρεσα να μη γελάσω με την άνεση κατά την οποία εξήγησε την διαδικασία της επαγωγής του. «Όταν σε ακούω να απαριθμείς τους συλλογισμούς σου,» σχολίασα, «το θέμα πάντοτε μου φαίνεται όντως τόσο ανόητα απλό ώστε να το σκεφτόμουν άνετα μόνος μου, μολονότι σε κάθε διαδοχική παράθεση του συλλογισμού σου προβληματίζομαι έως ότου εξηγήσεις τη διαδικασία σου. Κι ωστόσο θεωρώ πως τα μάτια μου είναι εξίσου καλά με τα δικά σου.»

«Έτσι είναι,» απάντησε, ανάβοντας ένα τσιγάρο, και πέφτοντας πίσω στην πολυθρόνα. «Βλέπεις, εντούτοις δεν παρατηρείς. Ο διαχωρισμός είναι σαφής. Επί παραδείγματι, συχνά έχεις δει τα σκαλοπάτια που οδηγούν από την είσοδο σε αυτό το δωμάτιο.»

«Συχνά.»

«Πόσο συχνά;»

«Βασικά, μερικές εκατοντάδες φορές.»

«Τότε πόσα είναι;»

«Πόσα; Δεν ξέρω.»

«Όπως τα ‘λεγα! Δεν παρατήρησες. Κι ωστόσο είδες. Αυτό είναι το θέμα μου. Λοιπόν, γνωρίζω πως είναι δεκαεπτά σκαλοπάτια, επειδή και τα έχω δει και τα έχω παρατηρήσει. Επί τη ευκαιρία, αφού ενδιαφέρεσαι για αυτά τα προβληματάκια, κι αφού ήσουν αρκετά καλός να καταγράψεις κάνα δυο εκ των ασήμαντων εμπειριών μου, ίσως να ενδιαφέρεσαι για αυτό.» Μου πέταξε ένα φύλο από παχύ, ροζ-απόχρωσης φύλο σημειωματάριου το οποίο βρισκόταν πάνω στο τραπέζι. «Ήρθε με το τελευταίο ταχυδρομείο,» είπε. «Διάβασε το δυνατά.»

Το σημείωμα δεν είχε ημερομηνία, μήτε υπογραφή ή διεύθυνση.

«Θα σας επισκεφθεί απόψε, στις οχτώ παρά τέταρτο,» έλεγε, «ένας κύριος ο οποίος επιθυμεί να σας συμβουλευθεί επί ενός ζητήματος της πλέον υψίστης σημασίας. Οι πρόσφατες υπηρεσίες σας για έναν εκ των βασιλικών οίκων της Ευρώπης έδειξαν πως είστε κάποιος ο οποίος είναι άξιος εμπιστοσύνης σε ζητήματα τα οποία έχουν τέτοια σημασία ώστε δεν υπάρχει περίπτωση υπερβολής. Ταύτη περιγραφή από όλους τους κύκλους λάβαμε. Να βρίσκεστε στο γραφείο σας λοιπόν τη συγκεκριμένη ώρα, και μη το εκλάβετε αρνητικά αν ο επισκέπτης σας φορά μάσκα.»

«Όντως αποτελεί μυστήριο,» σχολίασα. «Τι νομίζεις πως σημαίνει;»

«Δε διαθέτω καθόλου στοιχεία ακόμη. Αποτελεί καίριο ατόπημα να προβαίνεις σε θεωρίες προτού να διαθέτεις στοιχεί. Ασυναίσθητα αρχίζεις να διαστρεβλώνεις τα γεγονότα για να εφαρμόσουν σε θεωρίες, αντί οι θεωρίες να εφαρμόσουν στα γεγονότα. Όμως το σημείωμα το ίδιο. Τι επαγάγεις από αυτό;»

Strand2-063-ICarefullyExaminedTheWriting.jpg

Προσεκτικά εξέτασα τη γραφή, και το χαρτί επί του οποίου είχε γραφτεί.

«Ο άντρας ο οποίος το έγραψε είναι προφανώς ευκατάστατος,» σχολίασα, επιχειρώντας να μιμηθώ τις διαδικασίες του συντρόφου μου. «Τέτοιο χαρτί είναι αδύνατον να αγορασθεί κάτω της μισής κορώνας, το πακέτο. Είναι ασυνήθιστα σκληρό κι άκαμπτο.»

«Ασυνήθιστο —αυτή ακριβώς είναι η λέξη,» είπε ο Χολμς. «Δεν είναι καν Αγγλικό χαρτί. Κράτησε το στο φως.»

Το έκανα, και είδα ένα μεγάλο «Ε» με ένα μικρό «g,» ένα «P,» και ένα μεγάλο «G” με ένα μικρό «t» πλεγμένο στην υφή του χαρτιού.

«Τι συμπεραίνεις από αυτό;» ρώτησε ο Χολμς.

«Το όνομα του κατασκευαστή, δίχως αμφιβολία· ή το μονόγραμμα του, μάλλον.»

«Ουδεμία σχέση. Το «G” με το μικρό ‘t’ αποτελεί τη συντόμευση του ‘Gessellschaft’, στη Γερμανική για την ‘Εταιρεία.’ Πρόκειται περί τυποποιημένης σύντμησης όπως το δικό μας ‘Co.’ Το ‘P’ φυσικά για το ‘Papier.’ Τώρα για το Eg.’ Ας ρίξουμε μια ματιά στον Ηπειρωτικό Άτλαντα.» Κατέβασε έναν βαρύ καφετί τόμο από τα ράφια του. «Eglow, Eglonitz— εδώ είμαστε, Egria. Είναι μια Γερμανόφωνη χώρα —στη Βοημία, όχι μακριά από το Carlsbad. ‘Αξιοσημείωτη ως σκηνικό του θανάτου του Wallenstein, και για τα αναρίθμητα εργοστάσια Υαλικών και τις χαρτοποιίες της.’ Χα, χα, αγόρι μου, τι συμπεραίνεις από αυτό;» Τα μάτια του έλαμψαν, και άφησε ένα μεγάλο θριαμβευτικό σύννεφο καπνού από το τσιγάρο του.

«Το χαρτί κατασκευάστηκε στη Βοημία,» είπα.

«Ακριβώς. Και ο άνθρωπος που έγραψε το σημείωμα είναι Γερμανός. Προσέχεις την ασυνήθιστη σύνταξη της πρότασης —«Ταύτη περιγραφή από όλους τους κύκλους λάβαμε.’ Ένας Γάλλος ή ένας Ρώσος δε θα το είχαν γράψει έτσι. Ο Γερμανός είναι εκείνος που δείχνει τέτοια έλλειψη ευγένειας προς τα ρήματα του. Παραμένει μονάχα, επομένως, να ανακαλύψουμε το ζητούμενο από αυτόν το Γερμανό ο οποίος γράφει σε χαρτί Βοημίας και επιλέγει να φορά μάσκα αντί να δείξει το πρόσωπο του. Και να που έρχεται, αν δε σφάλλω, για να επιλύσει όλες μας τις απορίες.»

Καθώς μιλούσε ακούστηκε ο κοφτός ήχος οπλών αλόγων και το σύρσιμο των τροχών πάνω στο κράσπεδο, ακολουθούμενος από ένα απότομο τράβηγμα του κουδουνιού. Ο Χολμς σφύριξε.

«Ζευγάρι, από τον ήχο,» είπε. «Ναι,» συνέχισε, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. «Μια όμορφη μικρή τετράτροχη κι ένα υπέροχο ζευγάρι. Εκατόν πενήντα γκινέες το κομμάτι. Υπάρχει χρήμα σε αυτή την υπόθεση, αν μη τι άλλο.»

«Νομίζω πως καλύτερα να φύγω, Χολμς.»

«Διόλου, Γιατρέ. Μείνε όπως είσαι. Είμαι χαμένος δίχως το χρονικογράφο μου. Επιπλέον υπόσχεται να αποδειχθεί ενδιαφέρον. Θα ήταν κρίμα να το χάσεις.»

«Μα ο πελάτης σου—»

«Μη σε νοιάζει αυτός. Ίσως να χρειαστώ τη βοήθεια σου, το ίδιο κι εκείνος. Να που έρχεται. Κάθισε κάτω σε εκείνη την πολυθρόνα, γιατρέ, και αφιέρωσε μας την αμέριστη προσοχή σου.»

Ένα αργό και βαρύ βήμα, το οποίο είχε ακουστεί στις σκάλες και το διάδρομο, στάθηκε ξαφνικά έξω από την πόρτα. Κατόπιν ακούστηκε ένα δυνατό και επιτακτικό χτύπημα.

«Περάστε!» είπε ο Χολμς.

Strand2-064-AManEntered.jpg

Ένας άντρας εισήλθε ο οποίος δύσκολα θα ήταν λιγότερο από δυο μέτρα σε ύψος, με το στήθος και τα άκρα ενός Ηρακλή. Το ντύσιμο του ήταν πλούσιο κατά έναν πλούτο που, στην Αγγλία, θα εκλαμβανόταν ως συναφές του κακού γούστου. Βαριές λωρίδες από αστρακάν διέτρεχαν τα μανίκια και το εμπρόσθιο του δίπετου πανωφοριού του, ενώ ένας βαθυγάλαζος μανδύας ο οποίος ήταν ριγμένος στους ώμους του ήταν φοδραρισμένος με μετάξι στο χρώμα της φλόγας και δεμένος στο λαιμό του με μια καρφίτσα η οποία αποτελούταν από ένα πορφυρό σμαράγδι. Μπότες που εκτείνονταν ως τη μέση των κνημών του, και οι οποίες ήταν διακοσμημένες στο άνω μέρος τους με πλούσια καφετιά γούνα, συμπλήρωναν την εντύπωση της βαρβαρικής χλιδής η οποία προτεινόταν εκ της όλης εμφάνισης του. Κρατούσε ένα πλατύγυρο καπέλο στο ένα του χέρι, ενώ φορούσε στο πάνω μέρος του προσώπου του, φτάνοντας χαμηλότερα των ζυγωματικών του, μια μαύρη μάσκα, την οποία είχε προφανώς τοποθετήσει εκείνη ακριβώς τη στιγμή, διότι το χέρι του ήταν ακόμη σηκωμένο καθώς έμπαινε. Από το κάτω μέρος του προσώπου του εμφανιζόταν να πρόκειται περί άνθρωπου δυναμικού χαρακτήρα, με παχύ, κρεμαστό χείλος, και μακρύ, ίσιο σαγόνι χαρακτηριστικό αποφασιστικότητας στα όρια της ισχυρογνωμοσύνης.

«Λάβατε το σημείωμα μου;» ρώτησε με βαθιά τραχιά φωνή και μια εντόνως τονισμένη Γερμανική προφορά. «Σας ανέφερα ότι θα σας επισκεπτόμουν.» Μας κοίταξε περνώντας από τον ένα στον άλλο, σα να ήταν αβέβαιος σε ποιόν να απευθυνθεί.

«Παρακαλώ καθίστε,» είπε ο Χολμς. «Από εδώ ο φίλος και συνεργάτης μου, Δρ. Γουώτσον, ο οποίος περιστασιακά έχει την καλοσύνη να με βοηθά στις υποθέσεις μου. Σε ποιόν έχω την τιμή να απευθύνομαι;»

«Μπορείτε να με αποκαλείτε Κομη Βον Κραμ, ευγενή της Βοημίας. Αντιλαμβάνομαι πως ο κύριος, ο φίλος σας, είναι άντρας με τιμή και διακριτικότητα, τον οποίο μπορώ να εμπιστευτώ με ένα ζήτημα το οποίο είναι της πλέον υψίστης σημασίας. Αν όχι θα προτιμούσα να επικοινωνήσω μαζί σας κατ’ ιδίαν.»

Σηκώθηκα να φύγω, όμως ο Χολμς με έπιασε από τον καρπό και με έσπρωξε πίσω στην καρέκλα μου. «Είτε και οι δυο, ή κανένας,» είπε. «Μπορείτε να πείτε ενώπιον του κυρίου ότι σας επιτρέπεται να πείτε σε εμένα.»

Ο Κόμης ανασήκωσε τους φαρδιούς του ώμους. «Τότε οφείλω να αρχίσω,» είπε, «δεσμεύοντας σας σε απόλυτη εχεμύθεια για δυο έτη· στη λήξη της συγκεκριμένης περιόδου το ζήτημα δε θα έχει ουδεμία σημασία. Επί του παρόντος δεν είναι υπερβολή να πω ότι έχει τέτοια βαρύτητα η οποία δύναται να επηρεάσει το μέλλον της Ευρωπαϊκής ιστορίας.»

«Υπόσχομαι,» είπε ο Χολμς.

«Και εγώ.»

«Θα συγχωρήσετε τη μάσκα,» συνέχισε ο ξένος επισκέπτης μας. «Το αξιοσέβαστο πρόσωπο που με απασχολεί επιθυμεί ο πράκτορας του να είναι άγνωστος σε εσάς, και μου επιτρέπεται να ομολογήσω άμεσα πως ο τίτλος τον οποίο μόλις ανακοίνωσα δεν είναι ακριβώς δικός μου.»

«Έχω επίγνωση αυτού,» είπε ο Χολμς ξερά.

«Οι περιστάσεις είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητες, και κάθε πρόληψη οφείλεται να ληφθεί στην κατάσβεση ό,τι ενδεχομένως αν κορυφωθεί να αποτελέσει ένα ασύλληπτο σκάνδαλο και να δυσφημίσει μια από τις άρχουσες οικογένειες της Ευρώπης. Για να το θέσω απλά, το ζήτημα εμπλέκει τον σπουδαίο Οίκο των Ορμστάϊν, κληρονομικών βασιλέων της Βοημίας.»

«Είχα επίσης επίγνωση του θέματος,» μουρμούρισε ο Χολμς, καθώς κάθισε σε μια πολυθρόνα κλείνοντας τα μάτια του.

Ο επισκέπτης μας κοίταξε στιγμιαία με κάποια πρόδηλη έκπληξη την άτονη, νωχελική φιγούρα του ανθρώπου που δίχως αμφιβολία του είχε παρουσιασθεί ως ο πλέον διεισδυτικός αναλυτής και ο πλέον δραστήριος πράκτορας στην Ευρώπη. Ο Χολμς αργά άνοιξε και πάλι τα μάτια και κοίταξε ανυπόμονα τον γιγάντιο πελάτη του.

«Αν η Μεγαλειότητα σας καταδεχτεί να δηλώσει το πρόβλημα του,» σχολίασε, «θα ήμουν σε καλύτερη θέση για να σας συμβουλεύσω.»

Ο άντρας τινάχτηκε από την θέση του και βημάτισε πάνω και κάτω στο δωμάτιο με ανεξέλεγκτο εκνευρισμό. Τότε, με μια χειρονομία απελπισίας, τράβηξε τη μάσκα από το πρόσωπο του και την εκσφενδόνισε στο πάτωμα. «Έχετε δίκιο,» φώναξε· «Είμαι ο Βασιλιάς. Γιατί να επιχειρήσω να το κρύψω;»

Strand2-065-HeToreTheMaskFromHisFace.jpg

«Όντως, γιατί;» μουρμούρισε ο Χολμς. «Η Μεγαλειότητα σας δεν είχε καν μιλήσει πριν συνειδητοποιήσω πως απευθυνόμουν στον Βίλχελμ Γκοττράιχ Σιγκμουντ βον Ορμστάιν, Μέγα Δούκα του Κάσελ-Φέλστάιν, και κληρονομικό Βασιλέα της Βοημίας.

«Όμως αντιλαμβάνεστε,» είπε ο αλλοδαπός επισκέπτης μας, καθώς ξανακάθισε και πέρασε το χέρι του πάνω από το πλατύ ωχρό του μέτωπο, «δεν είμαι συνηθισμένος στο να κάνω τέτοιες δουλειές προσωπικά. Εντούτοις το θέμα ήταν τόσο ευαίσθητο που δε μπορούσα να το εμπιστευθώ σε κάποιο πράκτορα δίχως να τεθώ υπό την εξουσία του. Ήρθα incognito από την Πράγα με σκοπό να σας συμβουλευθώ.»

«Τότε, παρακαλώ, συμβουλευτείτε με,» είπε ο Χολμς, κλείνοντας τα μάτια του για μια ακόμη φορά.

«Τα γεγονότα είναι εν συντομία αυτά: Κάπου προ πενταετίας, κατά τη διάρκεια μιας μακράς επίσκεψης στη Βαρσοβία, γνώρισα την ξακουστή τυχοδιώκτρια, Αϊρίν Άντλερ. Το όνομα σας είναι αναμφίβολα γνωστό.»

«Αν έχεις την καλοσύνη εντόπισε τη στο ευρετήριο μου, Γιατρέ,» μουρμούρισε ο Χολμς δίχως να ανοίξει τα μάτια του. Εδώ και πολλά χρόνια είχε υιοθετήσει ένα σύστημα να ταξινομεί όλες τις παραγράφους που αφορούσαν πρόσωπα και πράγματα, έτσι ώστε ήταν δύσκολο να κατονομάσεις κάποιο θέμα ή πρόσωπο για το οποίο να μη μπορούσε αμέσως να παράσχει πληροφορίες. Στην προκειμένη περίπτωση βρήκα τη βιογραφία της χωμένη μεταξύ της αναφοράς ενός Εβραίου Ραβίνου και εκείνης ενός επιτελικού διοικητή ο οποίος είχε συγγράψει μια μονογραφία για τα ψάρια του βυθού.

«Δώσε μου να δω:» είπε ο Χολμς. «Αχά! Γεννηθείσα στο Νιού Τζέρσι το έτος 1858. Κοντράλτο —χμ! La Scala, χμ! Πριμαντόνα της Αυτοκρατορικής Όπερας της Βαρσοβίας— μάλιστα! Αποσύρθηκε από την μουσική σκηνή. Ζει στο Λονδίνο —αλήθεια! Η Μεγαλειότητας σας, όπως αντιλαμβάνομαι, ενεπλάκη με τη συγκεκριμένη νεαρή, της έγραψε ορισμένες ενοχοποιητικές επιστολές, και πλέον επιθυμεί να πάρει πίσω τις συγκεκριμένες επιστολές.»

«Ακριβώς έτσι. Μα πως—»

«Υπήρξε κάποιος μυστικός γάμος;»

«Ουδείς.»

«Καθόλου νομικά έγγραφα ή πιστοποιητικά;»

«Κανένα.»

«Τότε αδυνατώ να παρακολουθήσω τη Μεγαλειότητα σας. Αν η προκειμένη νεαρή εμφάνιζε τις επιστολές της για εκβιασμό ή άλλους σκοπούς, πως θα αποδείκνυε την αυθεντικότητα τους;»

«Υπάρχει η γραφή.»

«Τσκ. Τσκ! Πλαστογραφία.»

«Το προσωπικό μου χαρτί αλληλογραφίας.»

«Κλάπηκε.»

«Η σφραγίδα μου.»

«Απομίμηση.»

«Η φωτογραφία μου.»

«Αγοράστηκε.»

«Ήμασταν και οι δυο στη φωτογραφία.»

«Ω, Θεέ μου! Αυτό είναι πολύ άσχημο! Η Μεγαλειότητα σας όντως διέπραξε αδιακρισία.»

«Ήμουν τρελός—παράφρων.»

«Θέσατε τον εαυτό σας σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση.»

«Είχα μόλις στεφθεί πρίγκιπας τότε. Ήμουν νέος.Μόλις έγινα τριάντα.»

«Επιβάλλεται να ανακτηθεί.»

«Προσπαθήσαμε και αποτύχαμε.»

«Η Μεγαλειότητα σας πρέπει να πληρώσει. Πρέπει να αγοραστεί.»

«Δε θέλει να πουλήσει.»

«Να κλαπεί, τότε.»

«Πέντε απόπειρες επιχειρήθηκαν. Δυο φορές διαρρήκτες υπό την πληρωμή μου έψαξαν παντού στο σπίτι της. Σε μια περίπτωση εκτρέψαμε τις αποσκευές της ενώ ταξίδευε. Δυο φορές της στήθηκε ενέδρα. Δεν υπήρξε κανένα αποτέλεσμα.»

«Ούτε ίχνος της;»

«Απολύτως κανένα.»

Ο Χολμς γέλασε. «Πρόκειται για ένα αρκετά ωραίο προβληματάκι,» είπε.

«Ωστόσο ιδιαιτέρως σοβαρού για μένα,» αντιγύρισε ο βασιλιάς επιτιμητικά.

«Εξαιρετικά, όντως. Και τι προτίθεται να κάνει με τη φωτογραφία;»

«Να με καταστρέψει.»

«Μα πως;»

«Πρόκειται να παντρευτώ.»

«Έτσι άκουσα.»

«Με την Κλότιλντ Λόθμαν βον Σάξε-Μένινγκεν, δεύτερη κόρη του Βασιλέα της Σκανδιναβίας. Πιθανόν να γνωρίζετε τις αυστηρές αρχές της οικογένειας της. Αποτελεί η ίδια το άκρον άωτον της λεπτότητας. Η σκιά μιας αμφιβολίας αναφορικά με τη διαγωγή μου θα έδινε τέλος στο ζήτημα.»

«Και η Αϊρίν Άντλερ;»

«Απειλεί να τους στείλει τη φωτογραφία. Και θα το κάνει. Το ξέρω πως θα το κάνει. Δεν τη γνωρίζετε, όμως έχει ψυχή από ατσάλι. Έχει το πρόσωπο της ομορφότερης των γυναικών, και το μυαλό των πλέον αποφασιστικών αντρών. Από το να παντρευτώ μια άλλη γυναίκα, δεν υπάρχουν όρια στο που θα μπορούσε να φτάσει—κανένα.»

«Είστε βέβαιος πως δεν την έστειλε ήδη;»

«Είμαι βέβαιος.»

«Και γιατί;»

«Επειδή είπε πως θα την έστελνε την ημέρα που ο αρραβώνας θα ανακοινωνόταν δημοσίως. Το οποίο θα πραγματοποιηθεί την επόμενη Δευτέρα.»

«Α, τότε έχουμε ακόμη τρεις μέρες,» είπε ο Χολμς με ένα χασμουρητό. «Είναι ιδιαιτέρως ευτυχές, καθώς έχω ένα δυο σημαντικά ζητήματα να φροντίσω επί του παρόντος. Η Μεγαλειότητα σας, φυσικά, θα μείνει στο Λονδίνο επί του παρόντος;»

«Φυσικά. Θα με βρείτε στο Λάνγκχαμ υπό το όνομα Κόμης Βον Κράμ.»

Τότε θα σας γράψω δυο λόγια για να ενημερωθείτε για την πρόοδο μας.»

«Παρακαλώ κάντε το. Θα προσμένω εναγωνίως.»

«Λοιπόν, όσον αφορά τα χρήματα;»

«Εν λευκώ.»

«Απολύτως;»

«Σας το λέω πως θα έδινα μια από τις επαρχίες του βασιλείου μου για να αποκτήσω αυτήν τη φωτογραφία.»

«Και για τις τρέχουσες δαπάνες;»

Ο Βασιλιάς έβγαλε μια βαριά, δέρματος σαμουά, τσάντα από το μανδύα του και την απέθεσε στο τραπέζι.»

«Υπάρχουν τριακόσιες λίρες σε χρυσό και εφτακόσιες σε χαρτονομίσματα,» είπε.

Ο Χολμς έγραψε μια απόδειξη επί ενός φύλλου του σημειωματάριου του και του την παρέδωσε.

«Η διεύθυνση της δεσποινίδος;» ρώτησε.

«Είναι Οικία Μπριόνη, Λεωφόρος Σέρπεντιν, στο άλσος του Αγίου Ιωάννη.»

Ο Χολμς τη σημείωσε. «Μια ακόμη ερώτηση,» είπε. «Ήταν φωτογραφία κορνίζας;»

«Ήταν.»

«Τότε, καλή σας νύχτα, Μεγαλειότατε, και ευελπιστώ πως σύντομα θα έχουμε καλά νέα για εσάς. Και καληνύχτα, Γουώτσον,» πρόσθεσε, καθώς οι ρόδες της βασιλικής άμαξας κύλησαν στο δρόμο. «Αν έχεις την καλοσύνη να με επισκεφθείς αύριο στις τρεις θα ήθελα να συζητήσω το ζητηματάκι αυτό μαζί σου.»

ΙI.

Στις τρεις ακριβώς βρισκόμουν στην οδό Μπέϊκερ, όμως ο Χολμς δεν είχε επιστρέψει ακόμη. Η σπιτονοικοκυρά με πληροφόρησε πως είχε αφήσει το σπίτι λίγο μετά τις οχτώ το πρωί. Κάθισα δίπλα στη φωτιά, εντούτοις, με την πρόθεση να τον περιμένω, όσο κι αν αργούσε. Ενδιαφερόμουν ήδη βαθύτατα για την έρευνα του, διότι, μολονότι δεν περικλειόταν από κανένα εκ των δυσοίωνων και αλλόκοτων χαρακτηριστικών που σχετίζονταν με τα δύο εγκλήματα, τα οποία ήδη έχω καταγράψει, εντούτοις, η φύση της υπόθεσης και η υψηλά ιστάμενη θέση του πελάτη του της προσέδιδαν το προσωπικό της ύφος. Ειλικρινά, ξέχωρα από την φύση της έρευνας την οποία ο φίλος μου είχε στη διάθεση του, υπήρχε κάτι στη δεξιοτεχνική κατανόηση μιας κατάστασης, και την οξύτατη, διεισδυτική λογική του, η οποία καθιστούσε ευχαρίστηση για μένα να μελετώ το σύστημα εργασίας του, και να παρακολουθώ τις έξυπνες, δαιμόνιες μεθόδους του υπό τις οποίες ξέμπλεκε τα πλέον αξεδιάλυτα μυστήρια. Τόσο συνηθισμένος ήμουν στην μόνιμη επιτυχία του ώστε η ίδια η πιθανότητα της αποτυχίας του είχε πάψει να εισέρχεται στο μυαλό μου.

Strand2-067-ADrunkenLookingGroom.jpg

Κόντευε τέσσερις πριν η πόρτα ανοίξει, κι ένας φαινομενικά μεθυσμένος ιπποκόμος, αφρόντιστος με φαβορίτες, και με ξαναμμένο πρόσωπο κι επαίσχυντα ρούχα, μπήκε στο δωμάτιο. Συνηθισμένος καθώς ήμουν στις εκπληκτικές ικανότητες του συντρόφου μου στη χρήση μεταμφιέσεων, χρειάστηκε να κοιτάξω τρεις φορές πριν βεβαιωθώ πως ήταν όντως εκείνος. Με ένα νεύμα εξαφανίστηκε στην κρεβατοκάμαρα του, από όπου και ξεπρόβαλε σε πέντε λεπτά ντυμένος με τουίντ και αξιοπρεπής, όπως πάντα. Βάζοντας τα χέρια του στις τσέπες, άπλωσε τα πόδια του μπροστά από τη φωτιά και γέλασε ολόθυμα για μερικά λεπτά.

«Ωραία, πράγματι!» φώναξε, και κατόπιν έβηξε και γέλασε ξανά μέχρι που υποχρεώθηκε να καθίσει ξέπνοος κι ανήμπορος, στην πολυθρόνα.

«Τι τρέχει;» «Είναι υπερβολικά αστείο. Είμαι βέβαιος πως ποτέ δε θα μάντευες πως αφιέρωσα το πρωινό μου, ή τι κατέληξα να κάνω.»

«Δε μπορώ να φαντασθώ. Υποθέτω πως παρακολουθούσες τις συνήθειες, και ίσως το σπίτι, της δεσποινίδας Άϊριν Άντλερ.»

«Ακριβώς· όμως το επακόλουθο ήταν μάλλον ασυνήθιστο. Θα στα πω, όμως. Άφησα το σπίτι λίγο μετά τις οχτώ το πρωί υπό την αμφίεση ενός ιπποκόμου που πάει για δουλειά. Υπάρχει υπέροχη συμπαράσταση και αλληλεγγύη μεταξύ των αλογάδων. Γίνε ένας τους, και θα μάθεις όλα όσα υπάρχουν να μάθεις. Σύντομα βρήκα την οικία Μπριόνη. Πρόκειται για μια κομψή βίλα, με κήπο στο πίσω μέρος, μα χτισμένη προς τα μπροστά σχεδόν πάνω στο δρόμο, δύο ορόφων. Με αμπάρα στην πόρτα. Μεγάλο καθιστικό στην δεξιά πλευρά, ωραία επιπλωμένο, με μεγάλα παράθυρα σχεδόν να φτάνουν στο πάτωμα, και εκείνα τα απαράδεκτα Αγγλικά μάνταλα παραθύρων που κι ένα παιδί θα άνοιγε. Πίσω δεν υπάρχει τίποτα το αξιοσημείωτο, εκτός του ότι το παράθυρο του διαδρόμου μπορεί να προσεγγισθεί από το στάβλο. Έκανα το γύρο του και το εξέτασα από κάθε οπτική γωνία, δίχως ωστόσο να προσέξω κάτι άλλο ενδιαφέρον.

«Κατόπιν σουλατσάρισα στο δρόμο και βρήκα, όπως ανέμενα, πως υπήρχε ένα ιπποστάσιο σε μια αλέα που κατηφορίζει πλάι στο ένα τοιχίο του κήπου. Έδωσα ένα χεράκι στους σταβλίτες να τρίψουν τα άλογα τους, και έλαβα σε αντάλλαγμα ένα δίπενο, ένα ποτήρι μισό μισό, δυο γεμίσματα σέρτικου καπνού, και όσες πληροφορίες θα μπορούσα να επιθυμήσω σχετικά με τη δεσποινίδα Άντλερ, για να μην πω τίποτα για μισή ντουζίνα κόσμου της γειτονίας για τους οποίους ούτε στο ελάχιστον δεν ενδιαφερόμουν, αλλά των οποίων τις βιογραφίες υποχρεώθηκα να ακούσω.»

«Και τι έμαθες για την Άϊριν Άντλερ;» ρώτησα.

«Α, έχει γυρίσει όλα τα κεφάλια των αντρών εκεί κάτω. Αποτελεί το πλέον γευστικό μεζεδάκι επί του πλανήτη, έτσι λένε όλα τα ιπποστάσια του Σέρπεντιν, για κάθε άντρα. Ζει διακριτικά, τραγουδά σε κονσέρτα, βγαίνει στις πέντε κάθε ημέρα, και επιστρέφει ακριβώς στις επτά για δείπνο. Σπανίως βγαίνει σε άλλες ώρες, εκτός όταν τραγουδάει. Έχει έναν μόνο άντρα επισκέπτη, αλλά πολύ καλή επιλογή. Μελαχρινός, όμορφος, και κομψός, ποτέ δεν περνά λιγότερο από μια φορά τη μέρα, και συχνά δυο. Είναι κάποιος κ. Γκόντφρι Νόρτον, εκ του Ίνερ Τέμπλ.[1] Βλέπεις τα πλεονεκτήματα ενός αμαξά ως έμπιστου. Τον μετέφεραν μερικές φορές από τα ιπποστάσια του Σερπεντιν, και τα έμαθαν όλα για εκείνον. Όταν είχα ακούσει όλα όσα είχαν να πουν, άρχισα να περπατάω πάνω και κάτω κοντά στην οικία Μπριόνη για ακόμη μια φορά, ώστε να σκεφτώ ξανά το εκστρατευτικό μου σχέδιο.

«Εκείνος ο Γκόντφρη Νόρτον αποτελούσε εμφανώς σημαντικό παράγοντα της υπόθεσης. Ήταν δικηγόρος. Ηχούσε δυσοίωνο. Ποια ήταν η σχέση μεταξύ τους, και ποιο το αντικείμενο των επαναλαμβανόμενων επισκέψεων του; Ήταν πελάτισσα του, φίλη του, ερωμένη του; Αν ίσχυε το πρώτο, είχε πιθανόν παραδώσει τη φωτογραφία στη φύλαξη του. Αν το τελευταίο, δεν ήταν και τόσο πιθανό. Από την απάντηση του συγκεκριμένου ερωτήματος εξαρτιόταν αν θα εξακολουθούσα την εργασία μου στην οικία Μπριόνη, ή θα έστρεφα την προσοχή μου στο χώρο του συγκεκριμένου κυρίου στο Τεμπλ. Επρόκειτο περί ενός λεπτού σημείου, και διεύρυνε το πεδίο της έρευνας μου. Φοβάμαι πως σε κουράζω με αυτές τις λεπτομέρειες, όμως πρέπει να σου επιδείξω τις μικρές μου δυσκολίες, αν θέλεις να καταλάβεις την κατάσταση.»

«Σε ακολουθώ με προσοχή,» απάντησα.

«Ζύγιζα ακόμη το ζήτημα στο μυαλό μου όταν μια δίτροχη άμαξα ανηφόρισε στην οικία Μπριόνη, και ένας κύριος πήδηξε έξω. Επρόκειτο περί ενός αξιοσημείωτα όμορφου άντρα, μελαχρινό, με αετίσια χαρακτηριστικά, και με μουστάκι—προφανώς ο άντρας για τον οποίο είχα ακούσει. Έδειχνε να βρίσκεται σε μεγάλη βιασύνη, φώναξε στον αμαξά να περιμένει, και όρμησε προσπερνώντας την υπηρέτρια που άνοιξε την πόρτα με τον αέρα ανθρώπου που ήταν απολύτως στο σπίτι του.

«Έμεινε στο σπίτι περίπου μισή ώρα, και τον έβλεπα κατά διαστήματα στα παράθυρα του καθιστικού, να βαδίζει πάνω κάτω, και να κουνά τα χέρια του. Από εκείνη δεν έβλεπα τίποτα. Σύντομα ξεπρόβαλε, δείχνοντας ακόμη πιο φουριόζος από πριν. Καθώς ανέβηκε στην άμαξα, τράβηξε ένα χρυσό ρολόι από την τσέπη του και το κοίταξε ανυπόμονα, ‘Οδήγα σα να σε κυνηγά ο διάβολος,’ φώναξε, «πρώτα στους Γκρός & Χάνκυ στην οδό Ρήτζεντ, και κατόπιν στην εκκλησία της Αγίας Μόνικα στην οδό Εντζγουέρ. Μισή γκινέα αν το κάνεις σε είκοσι λεπτά!»

«Έφυγαν, και εγώ έμεινα να αναρωτιέμαι αν θα έκανα καλά να τους ακολουθήσω όταν στο δρόμο ήρθε ένα μικρό λαντό, ο αμαξάς με το παλτό του μισόξεκούμπωτο, και την γραβάτα του κάτω από το αυτί, ενώ τα χαλινάρια ξεπρόβαλαν από τη ζώνη του. Δεν είχε προλάβει να σταματήσει πριν εκείνη ξεχυθεί από την είσοδο και μπει μέσα. Πρόλαβα μόνο μια ματιά της τη στιγμή εκείνη, όμως ήταν μια αξιαγάπητη γυναίκα, με πρόσωπο που ένας άντρας θα πέθαινε για αυτό.

«’Στην εκκλησίας της Αγίας Μόνικα, Τζων,’ φώναξε, ‘και μισή χρυσή λίρα αν φτάσεις σε είκοσι λεπτά.’

«Ήταν εξαιρετικά καλό για να το χάσω, Γουώτσον. Απλά το ζύγιζα αν θα έπρεπε να τρέξω πίσω τους, ή αν θα έπρεπε να κουρνιάσω πίσω από το λαντό της όταν μια άμαξα πέρασε. Ο οδηγός κοίταξε δις ένα τόσο ελεεινό επιβάτη, ωστόσο πήδηξα πάνω προτού προλάβει να αντιδράσει. ‘Στην εκκλησία της Αγίας Μόνικα,’ είπα, ‘και μισή χρυσή λίρα αν φτάσεις σε είκοσι λεπτά.’ Ήταν δώδεκα παρά είκοσι-πέντε, και φυσικά ήταν αρκετά σαφές κατά που φυσούσε ο αέρας.

«Ο αμαξάς μου οδήγησε γρήγορα. Δεν πιστεύω πως ταξίδεψα ποτέ τόσο γρήγορα, όμως οι άλλοι είχαν φτάσει εκεί πριν από εμάς. Η άμαξα και το λαντό με τα ιδρωμένα άλογα τους ήταν μπροστά στην πόρτα όταν έφτασα. Πλήρωσα τον άνθρωπο και βιάστηκα να μπω στην εκκλησία. Δεν υπήρχε ψυχή εκεί πέραν των δυο που είχα ακολουθήσει και ενός έκπληκτου ιερέα, ο οποίος έδειχνε να τους εναντιώνεται. Και οι τρεις τους στέκονταν σε ένα πηγαδάκι κοντά στην αγία τράπεζα. Σουλατσάρισα στο πλαϊνό διάδρομο όπως θα έκανε κάθε αργόσχολος που περνούσε από μια εκκλησία. Ξαφνικά, προς έκπληξη μου, οι τρεις τους από την αγία τράπεζα στράφηκαν προς το μέρος μου, και ο Γκόντφρη Νόρτον ήρθε τρέχοντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς το μέρος μου.

«’Δόξα σοι ο θεός,’ φώναξε. ’Μας κάνεις. Έλα! Έλα!’»

«’Τι τρέχει;’» ρώτησα.

«’Έλα, άνθρωπε μου, έλα, μόνο τρία λεπτά, αλλιώς δε θα είναι νόμιμο.’»

Μισό-σύρθηκα μέχρι την αγία τράπεζα, και πριν καταλάβω που ήμουν βρέθηκα να μουρμουρίζω απαντήσεις που ψιθυρίζονταν στο αυτί μου, και να ορκίζομαι για πράγματα που δε γνώριζα τίποτα, και γενικά να συμβάλω στην ασφαλή δέσμευση της Αϊρίν Άντλερ, ανύπαντρης, με τον Γκόντφρη Νόρτον, εργένη. Έγιναν όλα στη στιγμή, και είχα τον κύριο να με ευχαριστεί από τη μια πλευρά και την κυρία από την άλλη, ενώ ο ιερέας μου χαμογελούσε από μπροστά. Επρόκειτο για την πλέον παράλογη θέση στην οποία βρέθηκα ποτέ στη ζωή μου, και η σκέψη αυτή με έκανε να αρχίσω να γελάω μόλις τώρα. Φαίνεται πως υπήρχε κάποια παρατυπία σχετικά με την άδεια τους, έτσι ο ιερέας αρνιόταν κατηγορηματικά να τους παντρέψει δίχως κάποιου είδους μάρτυρα, και πως η τυχαία εμφάνιση μου έσωσε το γαμπρό από το να αναγκαστεί να πάρει τους δρόμους σε αναζήτηση ενός κουμπάρου. Η νύφη μου έδωσε μια χρυσή λίρα, και σκοπεύω να τη φοράω στην αλυσίδα του ρολογιού μου εις ανάμνηση της περίστασης.»

Strand2-069-IFoundMyselfMumblingResponses.jpg

«Πρόκειται περί μιας ιδιαιτέρως απροσδόκητης τροπής της υπόθεσης,» είπα· «και τώρα τι γίνεται;»

«Λοιπόν, ανακάλυψα πως τα σχέδια μου απειλούνταν σοβαρότατα. Έδειχνε πως το ζεύγος ίσως να αναχωρούσε αμέσως, και έτσι απαιτούνταν εξαιρετικά άμεσα και δραστικά μέτρα από πλευράς μου. Στην πόρτα της εκκλησίας, ωστόσο, χώρισαν, εκείνος επέστρεψε πίσω στο Τεμπλ, και εκείνη στο δικό της σπίτι. ‘Θα έρθω στο πάρκο στις πέντε όπως συνήθως,’ είπε εκείνη καθώς τον άφησε. Δεν άκουσα τίποτα άλλο. Απομακρύνθηκαν κινούμενοι προς διαφορετικές κατευθύνσεις, και εγώ έφυγα για να κάνω τα δικά μου σχέδια.»

«Τα οποία είναι;»

«Λίγο κρύο βοδινό και ένα ποτήρι μπύρας,» απάντησε χτυπώντας το κουδούνι. «Ήμουν πολύ απασχολημένος για να σκεφτώ το φαγητό, και είναι πιθανό πως θα είμαι ακόμη περισσότερο το απόγευμα. Επί τη ευκαιρία, Γιατρέ, θα ήθελα τη συνεργασία σου.»

«Θα χαρώ αφάνταστα.»

«Δε σε πειράζει να παραβιάσεις το νόμο;»

«Ούτε στο ελάχιστο.»

«Ούτε να διακινδυνέψεις μια σύλληψη;»

«Όχι για καλό λόγο.»

«Ω, ο λόγος είναι υπέροχος!»

«Τότε είμαι ο άνθρωπος σου.»

«Ήμουν βέβαιος πως θα μπορούσα να βασισθώ πάνω σου.»

«Όμως τι είναι αυτό που επιθυμείς;»

«Όταν η κ, Τέρνερ θα έχει ανεβάσει το δίσκο θα σου το ξεκαθαρίσω. Λοιπόν,» είπα καθώς στράφηκε πεινασμένα προς το απλό φαγητό που η σπιτονοικοκυρά μας είχε ετοιμάσει, «πρέπει να το συζητήσω καθώς θα τρώω, γιατί δεν έχω αρκετό χρόνο. Πάει σχεδόν πέντε. Σε δυο ώρες πρέπει να βρισκόμαστε στη σκηνή της επιχείρησης. Η δεσποινίδα Άϊριν, ή κυρία, καλύτερα, επιστρέφει από τη βόλτα της στις επτά. Πρέπει να βρισκόμαστε στην οικία Μπριόνη για να τη συναντήσουμε.»

«Και έπειτα τι;»

«Θα το αφήσεις σε μένα αυτό. Έχω ήδη κανονίσει τι πρόκειται να συμβεί. Υπάρχει μονάχα ένα σημείο στο οποίο οφείλω να επιμείνω. Δεν πρέπει να παρέμβεις, ότι κι αν προκύψει. Καταλαβαίνεις;»

«Να παραμείνω ουδέτερος;»

«Να μην κάνεις το παραμικρό. Πιθανότατα να υπάρξει κάποια μικρή αναστάτωση. Μην έρθεις κοντά μου. Θα καταλήξει με τη μεταφορά μου εντός της οικίας. Τέσσερα με πέντε λεπτά αργότερα το παράθυρο του καθιστικού θα ανοίξει. Εσύ θα τοποθετηθείς κοντά σε εκείνο το ανοικτό παράθυρο.»

«Μάλιστα.»

«Θα με παρακολουθείς, γιατί θα σου είμαι ορατός.»

«Μάλιστα.»

«Και όταν σηκώσω το χέρι μου —έτσι— θα πετάξεις μέσα στο δωμάτιο αυτό που θα σου δώσω να πετάξεις, και, συγχρόνως, θα σημάνεις συναγερμό φωτιάς. Με ακολουθείς εντελώς;»

«Απολύτως.»

«Δεν πρόκειται για τίποτα τόσο επικίνδυνο,» είπε, βγάζοντας ένα μακρύ ρολό σα τσιγάρο από την τσέπη του. «Είναι ένα συνηθισμένο καπνογόνο υδραυλικού, με εφαρμοσμένο από ένα καπάκι σε κάθε άκρη για να το καθιστά αυτανάφλεκτο. Η αποστολή σου περιορίζεται σε αυτό. Μόλις σημάνεις συναγερμό φωτιάς, θα αναλάβει πολύς κόσμος. Θα μπορέσεις τότε να πάς στην άκρη του δρόμου, και θα σε συναντήσω σε δέκα λεπτά. Ελπίζω να έγινα σαφής;»

«Οφείλω να παραμείνω ουδέτερος, να πλησιάσω κοντά στο παράθυρο, να σε παρακολουθήσω, και στο σινιάλο σου να ρίξω μέσα αυτό το αντικείμενο, κατόπιν να βάλω μια φωνή για φωτιά, και να σε περιμένω στη γωνιά του δρόμου.»

«Ακριβώς.»

«Τότε μπορείς απολύτως να βασισθείς πάνω μου.»

«Έξοχα. Πιστεύω, πως μάλλον, είναι σχεδόν ώρα να προετοιμαστώ για το νέο ρόλο που θα πρέπει να παίξω.»

Εξαφανίστηκε στο υπνοδωμάτιο του και επέστρεψε σε μερικά λεπτά υπό την αμφίεση ενός προσηνούς και απλοϊκού διισταμένου ιερωμένου. Το φαρδύ μαύρο καπέλο του, το ξεχειλωμένο παντελόνι, η λευκή γραβάτα, το συμπονετικό του χαμόγελο, και η γενικότερη εμφάνιση της εστιασμένης προσοχής και της καλοπροαίρετης περιέργειας ήταν τέτοια που μόνο ένας κ. Τζων Χέαρ θα μπορούσε να έχει αντίστοιχη. Δεν ήταν απλά το γεγονός πως ο Χολμς είχε αλλάξει το κοστούμι του. Η έκφραση του, η συμπεριφορά του, η ίδια του η ψυχή έμοιαζε να διαφοροποιείται με κάθε νέο ρόλο που αναλάμβανε. Η σκηνή έχασε έναν υπέροχο ηθοποιό, όπως και η επιστήμη έχασε έναν διεισδυτικό αναλυτή, όταν έγινε ειδικός του εγκλήματος.

Strand2-070-ASimpleMindedClergyman.jpg

Ήταν έξι και τέταρτο όταν αφήσαμε την οδό Μπέϊκερ, κι ήθελε ακόμη δέκα λεπτά για να φτάσει η ώρα όταν βρεθήκαμε στη λεωφόρο Σέρπεντιν. Είχε ήδη σουρουπώσει, και οι λάμπες μόλις ανάβονταν καθώς βηματίσαμε πάνω και κάτω εμπρός από την οικία Μπριόνη, αναμένοντας τον ερχομό της ενοίκου της. Το σπίτι ήταν όπως ακριβώς το είχε παρουσιάσει η συνοπτική περιγραφή του Σέρλοκ Χολμς, όμως η τοποθεσία εμφανιζόταν λιγότερο μοναχική από όσο ανέμενα. Αντιθέτως, για μικρός δρόμος σε μια ήσυχη γειτονιά, ήταν εξαιρετικά ζωντανός. Υπήρχε μια ομάδα από άθλια ντυμένους άντρες που κάπνιζαν και γελούσαν σε μια γωνία, ένας ακονιστής ψαλιδιών με τον τροχό του, δυο φύλακες που φλερτάριζαν με μια νοσοκόμα, και αρκετοί καλοντυμένοι νεαροί που σουλατσάριζαν πάνω κάτω με πούρα στο στόμα.

«Βλέπεις,» σχολίασε ο Χολμς, καθώς βαδίσαμε πέρα δώθε μπροστά από το σπίτι, «ο συγκεκριμένος γάμος μάλλον απλουστεύει την κατάσταση. Η φωτογραφία μεταβάλλεται σε δίκοπο μαχαίρι πλέον. Οι πιθανότητες είναι πως δε θα επιθυμούσε να τη δει ο κ. Γκόντφρη Νόρτον, όπως ο πελάτης μας δε θα ήθελε να φτάσει ενώπιον της πριγκίπισσας του. Τώρα το ζητούμενο είναι, που θα βρούμε τη φωτογραφία;»

«Που, όντως;»

«Είναι εξαιρετικά απίθανο να τη μεταφέρει μαζί της. Είναι μεγέθους κορνίζας. Πολύ μεγάλη για να καλυφθεί από ένα γυναικείο φόρεμα. Γνωρίζει πως ο βασιλιάς είναι ικανός να της στήσει ενέδρα και να την ψάξει. Δυο απόπειρες τέτοιου είδους έχουν ήδη πραγματοποιηθεί. Μπορούμε να θεωρήσουμε, τότε, πως δεν τη μεταφέρει μαζί της.»

«Που, τότε;»

«Ο τραπεζίτης της ή ο δικηγόρος της. Υπάρχει αυτή η διπλή πιθανότητα. Όμως τείνω να μη δεχτώ καμία. Οι γυναίκες είναι εκ φύσεως μυστικοπαθείς, και προτιμούν να φυλάνε τα μυστικά τους. Γιατί να την παραδώσει σε κάποιον άλλο; Μπορεί να εμπιστευθεί μόνο τη δική της επιμέλεια, μα είναι αδύνατον να γνωρίζει τι έμμεση ή πολιτική επιρροή ενδεχομένως θα επέφερε στους ώμους ενός επιχειρηματία. Επιπλέον, θυμήσου πως είναι αποφασισμένη να τη χρησιμοποιήσει εντός λίγων ημερών. Θα πρέπει να βρίσκεται κάπου όπου να μπορεί να την έχει άμεσα. Θα πρέπει να βρίσκεται στο ίδιο της το σπίτι.»

«Όμως έχει ήδη διαρρηχτεί δυο φορές.»

«Σιγά το πράγμα! Δεν ήξεραν που να ψάξουν.»

«Όμως πως θα ψάξεις εσύ;»

«Δε θα ψάξω.»

«Τότε πως;»

«Θα την κάνω να μου δείξει.»

«Μα θα αρνηθεί.»

«Δεν θα είναι σε θέση να το κάνει. Όμως ακούω το θόρυβο τροχών. Είναι η άμαξα της. Τώρα ακολούθησε τις οδηγίες μου κατά γράμμα.»

Καθώς μίλησε η λάμψη από τα πλευρικά φώτα της άμαξας έστριψαν στη γωνία της λεωφόρου. Επρόκειτο για ένα φίνο μικρό λαντό το οποίο ανέβηκε κροταλίζοντας μέχρι την πόρτα της οικίας Μπριόνη. Καθώς σταμάτησε, ένας από τους αργόσχολους στην γωνίας όρμησε εμπρός να ανοίξει την πόρτα με την ελπίδα να κερδίσει μια δεκάρα, όμως σπρώχθηκε μακριά από τον αγκώνα ενός άλλου, ο οποίος όρμησε με την ίδια πρόθεση. Μια άγρια διαμάχη ξέσπασε, η οποία εντάθηκε από τους δυο φύλακες, που πήραν την μεριά του ενός αργόσχολου, και από τον ακονιστή ψαλιδιών, που υποστήριξε ένθερμα την αντίπαλη πλευρά. Μια γροθιά έπεσε, και στη στιγμή η κυρία, που είχε βγει από την άμαξα, αποτελούσε το επίκεντρο της μπλεγμένης μάζας από αναψοκοκκινισμένους άντρες που πάλευαν, οι οποίοι χτυπούσαν βάναυσα ο ένας τον άλλο με τις γροθιές και τα ραβδιά τους. Ο Χολμς όρμησε μες στο πλήθος για να προστατέψει την κυρία· μα καθώς την έφτασε έβγαλε μια κραυγή και έπεσε στο έδαφος, με αίμα να τρέχει άπλετα από το πρόσωπο του. Στην πτώση του οι φύλακες το έβαλαν στα πόδια προς τη μια πλευρά και οι αργόσχολοι προς την άλλη, ενώ μερικοί από τους καλύτερα ντυμένους ανθρώπους, που είχαν παρακολουθήσει τον καυγά δίχως να λάβουν μέρος, συνωστίστηκαν για να βοηθήσουν την κυρία και να φροντίσουν τον τραυματία. Η Άϊριν Άντλερ, όπως ακόμη θα την αποκαλώ, είχε βιαστεί να ανέβει τα σκαλιά της· όπως στάθηκε στην κορυφή με την εξαίρετη φιγούρα της να διαγράφεται ενάντια στα φώτα της εισόδου, κοιτώντας πίσω στο δρόμο.

Strand2-071-HeGaveACryAndDropped.jpg

«Είναι ο κακόμοιρος ο κύριος πολύ τραυματισμένος;» ρώτησε.

«Είναι νεκρός,» φώναξαν αρκετές φωνές.

«Όχι, όχι, υπάρχει ακόμη ζωή μέσα του!» φώναξε κάποιος άλλος. «Μα θα σβήσει πριν μπορέσετε να τον πάτε στο νοσοκομείο.»

«Είναι γενναίος τύπος,» είπε μια γυναίκα. «Θα είχαν πάρει τσάντα και ρολόι από την κυρία αν δεν ήταν αυτός. Ήταν συμμορία, και αρκετά άγρια, μάλιστα. Αχά, αναπνέει τώρα.»

«Δε μπορεί να μείνει στο δρόμο. Να τον φέρουμε μέσα κυρία;»

«Βεβαίως. Φέρτε τον στο καθιστικό. Υπάρχει ένας άνετος καναπές. Από εδώ, παρακαλώ!»

Αργά και με επισημότητα μεταφέρθηκε εντός της οικίας Μπριόνη και αποτέθηκε στο σαλόνι, καθώς εγώ παρατηρούσα τα τεκταινόμενα από τη θέση μου στο παράθυρο. Οι λάμπες είχαν ανάψει, όμως οι κουρτίνες δεν είχαν τραβηχτεί, έτσι ώστε να μπορώ να δω τον Χολμς καθώς ήταν ξαπλωμένος στον καναπέ. Δε γνωρίζω αν είχε καταληφθεί από τύψεις την προκειμένη στιγμή για το ρόλο που έπαιζε, όμως γνωρίζω πως ποτέ δεν ένοιωσα τόσο βαθιά ντροπή στη ζωή μου από όση όταν αντίκρισα το πανέμορφο πλάσμα ενάντια του οποίου συνωμοτούσα, είτε τη χάρη και την ευγένεια με την οποία φρόντισε τον τραυματία. Και όμως θα αποτελούσε τη μελανότερη προδοσία προς τον Χολμς αν αποτραβιόμουν από το ρόλο για τον οποίο με είχε ορμηνεύσει. Έκανα πέτρα την καρδιά μου, και έβγαλα το καπνογόνο από τη χλαίνη μου. Σε τελική ανάλυση, συλλογίστηκα, δεν τη βλάπταμε. Αλλά την αποτρέπαμε από το να βλάψει κάποιον άλλο.

Ο Χολμς είχε ανακαθίσει στον καναπέ, και τον είδα να κάνει την κίνηση κάποιου που ήθελε αέρα. Μια υπηρέτρια έτρεξε βιαστικά κι άνοιξε το παράθυρο. Την ίδια στιγμή τον είδα να σηκώνει το χέρι του και στο σινιάλο του πέταξα το καπνογόνο μέσα στο δωμάτιο με μια κραυγή «Φωτιά!» Η λέξη δεν είχε προλάβει να βγει από το στόμα μου όταν όλο το πλήθος των παρατηρητών, καλοντυμένοι και κακοντυμένοι —κύριοι, σταβλίτες και υπηρέτριες —ακολούθησαν σε μια γενικευμένη κραυγή «Φωτιά!» Πυκνά σύννεφα καπνού στριφογύρισαν μέσα στο δωμάτιο και βγήκαν από το ανοικτό παράθυρο. Πρόλαβα να δω μορφές που έτρεχαν, και μια στιγμή αργότερα η φωνή του Χολμς από μέσα τις διαβεβαίωνε πως επρόκειτο περί ενός λανθασμένου συναγερμού. Ξεγλιστρώντας μέσα από το πλήθος που φώναζε προχώρησα προς τη γωνία του δρόμου, και σε δέκα λεπτά αγαλλίασα βρίσκοντας το χέρι του φίλου μου στο δικό μου, και αποχωρώντας από τη σκηνή του ταραχώδους επεισοδίου. Περπάτησε βιαστικά και σιωπηλός για μερικά λεπτά μέχρι που είχε στρίψει σε κάποιο από τα ήρεμα δρομάκια που οδηγούσαν προς την οδό Ετζγουέρ.

«Τα πήγες περίφημα, Γιατρέ,» σχολίασε. «Τίποτα δε θα μπορούσε να είναι καλύτερο. Όλα πήγαν σωστά.»

«Έχεις τη φωτογραφία;»

«Γνωρίζω που βρίσκεται.»

«Και πως το ανακάλυψες;»

«Μου έδειξε εκείνη, όπως σου είπα πως θα έκανε.»

«Έχω ακόμη μαύρα μεσάνυχτα.»

«Δε θέλω να στο καταστήσω μυστήριο,» είπε εκείνος γελώντας. «Το ζήτημα υπήρξε απολύτως απλό. Αντιλήφθηκες, φυσικά, πως καθένας στο δρόμο υπήρξε συνεργός. Είχαν όλοι τους προσληφθεί για απόψε.»

«Αυτό το μάντεψα.»

«Λοιπόν, μόλις ο καυγάς ξέσπασε, είχα λίγη υγρή μπογιά στην παλάμη του χεριού μου. Όρμησα μπροστά, έπεσα κάτω, κόλλησα το χέρι μου στο πρόσωπο μου, και έγινα ένα αξιολύπητο θέαμα. Πρόκειται για παλιό κόλπο.»

«Κι αυτό επίσης μπόρεσα να το αντιληφθώ.»

«Τότε με μετέφεραν εντός. Ήταν υποχρεωμένη να με δεχθεί. Τι άλλο να έκανε; Και στο καθιστικό της, το οποίο είναι το ίδιο το δωμάτιο που είχα υποπτευθεί. Με απόθεσαν σε έναν καναπέ, κούνησα τα χέρια μου να πάρω αέρα, και ήταν υποχρεωμένες να ανοίξουν το παράθυρο, και εσύ είχες την ευκαιρία σου.»

«Πως σε βοήθησε αυτό;»

«Ήταν το σημαντικότερο. Όταν μια γυναίκα πιστεύει πως το σπίτι της έχει πιάσει φωτιά, το άμεσο ένστικτο της είναι να ορμήσει προς το αντικείμενο που της είναι πολυτιμότερο. Πρόκειται περί μιας εντελώς ακατανίκητης παρόρμησης, και την έχω εκμεταλλευτεί περισσότερες από μια φορές. Στην υπόθεση του σκανδάλου της αντικατάστασης του Ντάρλινγκτον μου απέβη χρήσιμο, και επίσης στην ιστορία του Κάστρου Αρνσγουόρθ. Μια παντρεμένη γυναίκα αρπάζει το μωρό της· μια ανύπαντρη κάνει να πιάσει την κοσμηματοθήκη της. Εν προκειμένω μου ήταν σαφές πως η σημερινή κυρία μας δεν είχε τίποτα στο σπίτι πολυτιμότερο για εκείνη από αυτό το οποίο αναζητούμε. Θα έτρεχε να το ασφαλίσει. Ο συναγερμός φωτιάς εξελίχθηκε περίφημα. Ο καπνός και οι φωνές αρκούσαν για να ταράξουν και νεύρα από ατσάλι. Ανταποκρίθηκε υπέροχα. Η φωτογραφία βρίσκεται σε μια εσοχή πίσω από ένα κυλιόμενο πάνελ μόλις πάνω από το αριστερό κορδόνι κλήσης. Βρισκόταν εκεί στη στιγμή, και πρόλαβα μια φευγαλέα ματιά της καθώς τη μισοτράβηξε έξω. Όταν φώναξα πως επρόκειτο για λανθασμένο συναγερμό, την έβαλε πίσω, κοίταξε το καπνογόνο, βγήκε ορμητικά από το δωμάτιο, και δεν την είδα έκτοτε. Σηκώθηκα, και, δικαιολογούμενος, ξεγλίστρησα από το σπίτι. Κοντοστάθηκα όσον αφορά το αν θα επιχειρούσα να εξασφαλίσω τη φωτογραφία αμέσως· όμως ο αμαξάς είχε έρθει μέσα, και με παρακολουθούσε από κοντά έτσι φάνηκε ασφαλέστερο να περιμένω. Λίγη υπερβολική βιασύνη ίσως να τα κατέστρεφε όλα.»

«Και τώρα;» ρώτησα.

«Η αποστολή μας πρακτικά τελείωσε. Θα επισκεφθώ το Βασιλιά αύριο, και μαζί σου, αν θα ενδιαφερόσουν να έρθεις μαζί μας. Θα οδηγηθούμε στο καθιστικό όπου θα περιμένουμε για την κυρία· όμως είναι πιθανό πως όταν θα έρθει ίσως να μη βρει ούτε εμάς ούτε τη φωτογραφία. Ενδεχομένως να αποτελέσει μεγάλη ικανοποίηση για τη Μεγαλειότητα του να την επανακτήσει με τα ίδια του τα χέρια.»

«Και πότε θα κάνεις την επίσκεψη;»

«Στις οχτώ το πρωί. Δε θα έχει σηκωθεί ακόμη, έτσι ώστε θα έχουμε το πεδίο καθαρό. Επιπλέον, πρέπει να είμαστε άμεσοι, επειδή αυτός ο γάμος ίσως να σημάνει μια πλήρη αλλαγή στη ζωή της και τις συνήθειες της. Πρέπει να τηλεγραφήσω στο Βασιλιά δίχως καθυστέρηση.»

Είχαμε φτάσει στην οδό Μπέϊκερ και είχαμε σταθεί στην πόρτα. Έψαχνε τις τσέπες του για το κλειδί όταν κάποιος περνώντας είπε:

Strand2-073-GoodnightMrSherlockHolmes.jpg

«Καληνύχτα, κ. Σέρλοκ Χολμς.»

Υπήρχε αρκετός κόσμος στο δρόμο την ώρα εκείνη, όμως ο χαιρετισμός φάνηκε να έρχεται από ένα λεπτό νεαρό με χλαίνη που είχε περάσει βιαστικά.

«Έχω ξανακούσει αυτή τη φωνή,» είπε ο Χολμς, κοιτώντας τον αμυδρά φωτισμένο δρόμο. Λοιπόν, αναρωτιέμαι ποιος στο δαίμονα να ήταν.

ΙΙΙ.

Κοιμήθηκα στην οδό Μπέϊκερ εκείνη τη νύχτα, και ήμασταν απασχολημένοι με τις φρυγανιές και τον καφέ μας το πρωί όταν ο Βασιλιάς της Βοημίας όρμησε μες το δωμάτιο.

«Πράγματι τη βρήκατε!» φώναξε, αρπάζοντας τον Σέρλοκ Χολμς από τους ώμους και κοιτάζοντας τον ανυπόμονα στο πρόσωπο.

«Όχι ακόμη.»

«Όμως ελπίζετε;»

«Ελπίζω.»

«Τότε, ελάτε. Ανυπομονώ να φύγουμε.»

«Πρέπει να καλέσουμε μια άμαξα.»

«Όχι, η δική μου περιμένει.»

«Τότε αυτό απλοποιεί τα πράγματα.» Κατεβήκαμε και ξεκινήσαμε για μια ακόμη φορά για την οικία Μπριόνη.

«Η Άϊριν Άντλερ παντρεύτηκε,» σχολίασε ο Χολμς.

«Παντρεύτηκε! Πότε;»

«Χθες.»

«Μα με ποιόν;»

«Με έναν Άγγλο δικηγόρο ονόματι Νόρτον.»

«Μα δε μπορεί να τον αγαπά.»

«Έχω την προσδοκία πως τον αγαπά.»

«Και γιατί έχετε την προσδοκία;»

«Επειδή θα γλίτωνε τη Μεγαλειότητα σας από κάθε φόβο μελλοντικής ενόχλησης. Αν η κυρία αγαπά το σύζυγο της, δεν αγαπά εσάς Μεγαλειότατε. Αν δεν αγαπά τη Μεγαλειότητα σας, δεν υπάρχει λόγος να παρεμβληθεί στα σχέδια της Μεγαλειότητας σας.»

«Πράγματι. Και όμως—Τι να γίνει! Εύχομαι να ήταν της δικής μου τάξης! Τι βασίλισσα θα γινόταν!» Βυθίστηκε ξανά σε μια βαρύθυμη σιωπή, η οποία δε διακόπηκε μέχρι που σταματήσαμε στη Λεωφόρο Σέρπεντιν.

Η πόρτα της οικίας Μπριόνη ήταν ανοικτή, και μια ηλικιωμένη γυναίκα στεκόταν στα σκαλοπάτια. Μας παρακολούθησε με ένα σαρδόνιο βλέμμα καθώς βγήκαμε από την άμαξα.

«Ο κ. Σέρλοκ Χολμς, να φαντασθώ;» είπε.

«Είμαι ο κ. Χολμς,» απάντησε ο σύντροφος μου, κοιτώντας την με απορημένο και μάλλον ξαφνιασμένο βλέμμα.

«Όντως! Η κυρία μου ανέφερε πως πιθανόν να περνούσατε. Έφυγε σήμερα το πρωί με το σύζυγο της με το τραίνο των 5:15 από το Τσάρινγκ Κρος για την Ήπειρο.»

«Πως!» Ο Σέρλοκ Χολμς παραπάτησε πίσω, ωχρός από στενοχώρια και έκπληξη. «Εννοείτε πως άφησε την Αγγλία;»

«Ποτέ δε θα επιστρέψει.»

«Και τα χαρτιά;» ρώτησε ο Βασιλιάς βραχνά. «Όλα χάθηκαν.»

«Θα δούμε.» Πέρασε σπρώχνοντας την υπηρέτρια και όρμησε στο καθιστικό, ακολουθούμενος από το Βασιλιά και από εμένα. Η επίπλωση ήταν σκορπισμένη σε κάθε κατεύθυνση, με ανασυρμένα ράφια κι ανοικτά συρτάρια, λες κι η κυρία τα είχε βιαστικά αδειάσει πριν τη φυγή της. Ο Χολμς όρμησε στο κορδόνι κλήσης, τράβηξε με δύναμη ένα μικρό συρόμενο εξώφυλλο, και, χώνοντας μέσα το χέρι του, τράβηξε έξω μια φωτογραφία και ένα γράμμα. Η φωτογραφία ήταν της Άϊριν Άντλερ με βραδινό φόρεμα, το γράμμα απευθυνόταν στον «Κύριο Σέρλοκ Χολμς. Να παραμείνει έως ότου ζητηθεί.» Ο φίλος μου το άνοιξε σκίζοντας το και οι τρεις μας το διαβάσαμε μαζί. Είχε χρονική σήμανση τα μεσάνυχτα της προηγουμένης και είχε ως εξής:


ΑΓΑΠΗΤΕ ΜΟΥ Κ. ΣΕΡΛΟΚ ΧΟΛΜΣ:
Ειλικρινά τα πήγατε περίφημα. Με ξεγελάσατε εντελώς. Μέχρι το συναγερμό φωτιάς δεν είχα ούτε μια υποψία. Όμως έπειτα, όταν ανακάλυψα πως είχα προδοθεί, άρχισα να σκέφτομαι. Είχα προειδοποιηθεί για εσάς προ μηνών. Μου είχε αναφερθεί πως αν ο Βασιλιάς προσλάμβανε κάποιον πράκτορα θα επρόκειτο σίγουρα για εσάς. Ακόμη κι όταν είχα υποψιαστεί, συνάντησα δυσκολία στο να βάλω κακό με το νου μου για έναν τόσο καλό, ευγενικό ηλικιωμένο ιερέα. Όμως, ξέρετε, έχω και η ίδια εξασκηθεί ως ηθοποιός. Το αντρικό κουστούμι δε μου είναι κάτι καινούργιο. Συχνά δράττομαι του πλεονεκτήματος της ελευθερίας την οποία προσφέρει. Έστειλα τον Τζων, τον αμαξά, να σας παρακολουθεί, ανέβηκα βιαστικά πάνω, έβαλα τα ρούχα περιπάτου μου, όπως τα αποκαλώ, και κατέβηκα τη στιγμή που αναχωρούσατε. Λοιπόν, σας ακολούθησα ως την πόρτα σας, και έτσι βεβαιώθηκα πως αποτελούσα όντως αντικείμενο ενδιαφέροντος του ονομαστού κ. Σέρλοκ Χολμς. Τότε, μάλλον απερίσκεπτα, σας ευχήθηκα καληνύχτα, και ξεκίνησα για το Τέμπλ να δω το σύζυγο μου. Και οι δυο μας θεωρήσαμε πως η καλύτερη αντιμετώπιση ήταν η φυγή, αφού καταδιωκόμασταν από έναν τόσο επικίνδυνο αντίπαλο· έτσι θα ανακαλύψετε άδεια τη φωλιά όταν περάσετε αύριο. Όσο για τη φωτογραφία, ο πελάτης σας μπορεί να μείνει ήσυχος. Αγαπάω και αγαπιέμαι από έναν άντρα καλύτερο από εκείνον. Ο Βασιλιάς μπορεί να κάνει ότι επιθυμεί δίχως εμπόδια από κάποια την οποία τόσο σκληρά αδίκησε. Την κρατάω μόνο για να προφυλάξω τον εαυτό μου, και για να κρατήσω ένα όπλο το οποίο πάντοτε θα με εξασφαλίζει από οποιαδήποτε βήματα τα οποία ενδεχομένως να λάβει στο μέλλον. Αφήνω μια φωτογραφία, την οποία ίσως να επιθυμεί να κρατήσει· και παραμένω, αγαπητέ Κ. Σέρλοκ Χολμς,
Αφάνταστα ειλικρινά δική σας,
ΑΪΡΙΝ ΝΟΡΤΟΝ, το γένος ΑΝΤΛΕΡ.


«Τι γυναίκα —ω, τι γυναίκα!» αναφώνησε ο Βασιλιάς της Βοημίας, όταν είχαμε και οι τρεις μας διαβάσει την επιστολή. «Δεν σας είπα πόσο έξυπνη και αποφασιστική ήταν; Δε θα γινόταν μια αξιοθαύμαστη βασίλισσα; Είναι τόσο κρίμα που δεν ήταν του επιπέδου μου;»

«Από ότι αντιλήφθηκα περί της κυρίας δείχνει όντως να βρίσκεται σε εντελώς διαφορετικό επίπεδο εκ του δικού σας Μεγαλειότατε,» είπε ο Χολμς παγερά. «Λυπούμαι που δε κατόρθωσα να φέρω την υπόθεση της Μεγαλειότητας σας σε μια περισσότερο επιτυχή κατάληξη.»

«Αντιθέτως, αγαπητέ μου κύριε,» αναφώνησε ο Βασιλιάς· «τίποτα δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο επιτυχές. Γνωρίζω πως ο λόγος της είναι απαράβατος. Η φωτογραφία είναι πλέον τόσο ασφαλής όσο κι αν βρισκόταν στη φωτιά.»

«Χαίρομαι που ακούω τη Μεγαλειότητα σας να το λέει.»

«Σας είμαι εξαιρετικά υποχρεωμένος. Παρακαλώ πείτε μου τι να κάνω για να σας ανταμείψω. Αυτό το δαχτυλίδι —» Έβγαλε ένα σμαραγδένιο δαχτυλίδι σε σχήμα φιδιού από το δάκτυλο του και το κράτησε επί της παλάμης του χεριού του.

Strand2-074-ThisPhotograph.jpg

«Η Μεγαλειότητα σας έχει κάτι το οποίο θα εκτιμούσα ακόμη βαθύτερα,» είπε ο Χολμς.

«Δεν έχετε παρά να το κατονομάσετε.»

«Αυτή τη φωτογραφία!»

Ο Βασιλιάς τον κοίταξε με κατάπληξη.

«Τη φωτογραφία της Άϊριν!» αναφώνησε. «Φυσικά, αν αυτό επιθυμείτε.»

«Σας ευχαριστώ Μεγαλειότατε. Λοιπόν δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο επί του ζητήματος. Έχω την τιμή να σας ευχηθώ μια πολύ καλή σας ημέρα.» Υποκλίθηκε, και, στρεφόμενος μακριά δίχως να παρατηρήσει το χέρι που είχε απλώσει ο Βασιλιάς προς το μέρος του, αναχώρησε υπό τη συνοδεία μου για το διαμέρισμα του.

Και έτσι συνέβη ώστε ένα σπουδαίο σκάνδαλο απείλησε να επηρεάσει το βασίλειο της Βοημίας, και πως τα καλύτερα σχέδια του κ. Σέρλοκ Χολμς κατατροπώθηκαν από το πνεύμα μιας γυναίκας. Συνήθιζε να αστειεύεται σχετικά με την εξυπνάδα των γυναικών, όμως δεν τον έχω ακούσει να το κάνει προσφάτως. Και όταν μιλά για την Άϊριν Άντλερ, ή όταν αναφέρεται στη φωτογραφία της, γίνεται πάντοτε υπό τον τιμητικό τίτλο της γυναίκας.

Σημειώσεις[Επεξεργασία]

  1. Inner Temple