Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς/Ο Άνθρωπος με το Στραβό Χείλος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς
Συγγραφέας:
Μεταφραστής: Αριστείδης Γεωργούτσος
Ο Άνθρωπος με το Στραβό Χείλος


Ο Αϊζα Γουίτνεϋ, αδελφός του μακαρίτη Ελάϊας Γουίτνεϋ, D. D., Διευθυντή της Θεολογικής Σχολής του Αγίου Γεωργίου, ήταν παρα-εξαρτημένος από το όπιο. Το συνήθειο τον κατέλαβε, όπως αντιλαμβάνομαι, από κάποια ανόητη μανία όταν ήταν στο κολέγιο· γιατί έχοντας διαβάσει την περιγραφή του Ντε Κουϊνσυ σχετικά με τα όνειρα και τις αισθήσεις του, είχε ποτίσει τον καπνό του με λάβδανο σε μια απόπειρα να παράγει τα ίδια αποτελέσματα. Ανακάλυψε, όπως πολλοί από όσους το είχαν κάνει, πως η χρήση είναι ευκολότερο να επιτευχθεί από όσο να την ξεφορτωθείς, και για πολλά χρόνια εξακολούθησε να είναι σκλάβος στο ναρκωτικό, ένα αντικείμενο ανάμεικτου τρόμου και οίκτου για τους φίλους και συγγενείς του. Μπορώ να τον δω και τώρα, με ωχρό, κρεμασμένο πρόσωπο, πεσμένα βλέφαρα, και κόρες σα καρφίτσες, σωριασμένο σε μια πολυθρόνα, ναυάγιο και ερείπιο ενός ευγενή ανθρώπου.

Μια νύχτα —τον Ιούνιο του ’89— το κουδούνι μου χτύπησε, περίπου την ώρα που κάποιος αφήνει το πρώτο του χασμουρητό και κοιτάζει το ρολόι. Ανακάθισα στην πολυθρόνα μου, κι η γυναίκα μου ακούμπησε το πλεχτό της στην ποδιά της κι έκανε μια μικρή γκριμάτσα απογοήτευσης.

«Ασθενής!» είπε. «Θα πρέπει να βγεις.»

Μούγκρισα, γιατί μόλις είχα γυρίσει από μια κουραστική μέρα.

Ακούσαμε την πόρτα να ανοίγει, μερικές βιαστικές κουβέντες, και έπειτα γρήγορα βήματα πάνω στο μουσαμά. Η πόρτα μας άνοιξε απότομα, και μια κυρία, ενδεδυμένη με σκουρόχρωμα ρούχα, και μαύρο βέλο, μπήκε στο δωμάτιο.

«Θα συγχωρήσετε την τόσο προχωρημένης ώρας επίσκεψη μου,» άρχισε, κι ύστερα, χάνοντας εντελώς τον αυτοέλεγχο της, έτρεξε, έβαλε τα χέρια της γύρω από το λαιμό της γυναίκας μου, και έκλαψε πάνω στον ώμο της. «Ω, έχω ένα σοβαρό πρόβλημα!» φώναξε· «Θέλω τόσο πολύ λίγη βοήθεια.»

«Μα,» είπε η γυναίκα μου, τραβώντας το πέπλο της, «είναι η Κέιτ Γουίτνεϋ. Πόσο με τρόμαξες, Κέιτ! Δεν είχα ιδέα ποια ήσουν όταν μπήκες μέσα.»

«Δεν ήξερα τι να κάνω, έτσι ήρθα ευθύς σε εσάς.» Έτσι γινόταν πάντα. Κόσμος που βρισκόταν σε απόγνωση ερχόντουσαν στη γυναίκα σαν πουλιά στο φάρο.

«Πολύ γλυκό εκ μέρους σου να έρθεις. Τώρα, θα πιεις λίγο κρασί με νερό, και θα βολευτείς εδώ λέγοντας τα όλα σε μας. Ή θα ‘θελες μήπως να στείλω τον Τζέιμς να πάει για ύπνο;»

«Ω, όχι, όχι! Θέλω τη συμβουλή και τη βοήθεια του γιατρού, επίσης. Πρόκειται για τον Άϊζα. Έχει να έρθει σπίτι εδώ και δυο μέρες. Φοβάμαι τόσο για αυτόν!»

Δεν ήταν η πρώτη φορά που μας μιλούσε για τα προβλήματα του συζύγου της, σε μένα ως γιατρό, στη γυναίκα μου σαν παλιά φίλη και συμμαθήτρια. Την ηρεμήσαμε και την καθησυχάσαμε με όποια λόγια μπορούσαμε να βρούμε. Ήξερε που βρισκόταν ο σύζυγος της; Ήταν δυνατόν να τον φέρουμε πίσω κοντά της;

Κατά τα φαινόμενα ήταν. Είχε τη σιγουρότερη πληροφόρηση πως τελευταία έκανε, όταν τον έπιανε η κρίση, χρήση ενός τεκέ οπίου στην άλλη μεριά στα ανατολικά της Πόλης. Ως στιγμής τα όργια του περιορίζονταν πάντοτε στη μια μέρα, κι ερχόταν πάλι πίσω, τρέμοντας και σμπαραλιασμένος το βράδυ. Όμως τώρα η κρίση τον είχε κρατήσει για σαράντα-οχτώ ώρες, και κειτόταν εκεί, αναμφίβολα μες τα αποβράσματα του λιμανιού, αναπνέοντας το δηλητήριο ή κοιμόταν αποδιώχνοντας την επίδραση του. Εκεί θα βρισκόταν, ήταν βέβαιη για αυτό, στο μπαρ του Χρυσού, στο δρόμο του Άνω Σουάνταμ. Όμως τι να έκανε; Πως μπορούσε, μια νέα και συνεσταλμένη γυναίκα, να κυκλοφορήσει σε ένα τέτοιο μέρος και να ξεκολλήσει τον άνθρωπο της ανάμεσα από τα καθάρματα που τον περιέβαλαν;

Αυτή ήταν η κατάσταση, και φυσικά υπήρχε ένας και μόνος τρόπος για να λυθεί. Γιατί να μην την συνόδευα σε εκείνο το μέρος; Και κατόπιν, σαν δεύτερη σκέψη, και γιατί καν να ερχόταν; Ήμουν ο ιατρικός σύμβουλος του Αϊζα Γουίτνεϋ, και συνεπώς είχα επιρροή πάνω του. Θα τα κατάφερνα καλύτερα αν ήμουν μόνος. Της έδωσα το λόγο μου πως θα τον έστελνα σπίτι σε κάνα δυο ώρες με ένα αμάξι αν βρισκόταν όντως στην διεύθυνση την οποία μου είχε δώσει. Και έτσι σε δέκα λεπτά είχα αφήσει την πολυθρόνα μου και το ευχάριστο καθιστικό πίσω μου, και έσπευδα ανατολικά με μια δίτροχη σε ένα παράξενο θέλημα, όπως μου φαινόταν την ώρα εκείνη, αν και μόνο το μέλλον θα έδειχνε πόσο παράξενο επρόκειτο να αποδειχθεί.

Ωστόσο δεν υπήρξε κάποια ιδιαίτερη δυσκολία στο πρώτο στάδιο της περιπέτειας μου. Ο δρόμος του Άνω Σουάνταμ είναι ένα ελεεινό σοκάκι που παραμονεύει πίσω από τις μεγάλες αποβάθρες που είναι αραδιασμένες στη βόρεια πλευρά του ποταμού στα ανατολικά της γέφυρας του Λονδίνου. Ανάμεσα σε μια αποθήκη ρούχων και ένα καπηλειό, προσεγγιζόμενο από μια απότομη σκάλα που οδηγούσε σε ένα σκοτεινό άνοιγμα σα το στόμιο ενός σπηλαίου, βγήκα το άντρο το οποίο αναζητούσα. Παραγγέλνοντας στην άμαξα μου να περιμένει, κατηφόρισα τα σκαλοπάτια, φθαρμένα στο κέντρο από την αδιάκοπη ροή μεθυσμένων ποδιών· και υπό το τρεμουλιαστό φως μιας λάμπας πετρελαίου πάνω από την πόρτα βγήκα το μάνδαλο και εισήλθα σε ένα μακρύ, χαμηλό δωμάτιο, φορτωμένο βαριά από τον καφετί καπνό του όπιου, και χωρισμένο με αράδες από ξύλινες κουκέτες, σα καμπούνι πλοίου μεταναστών.

Μέσα από το μισοσκόταδο μπορούσες να διακρίνεις αμυδρά μια ιδέα από σώματα ξαπλωμένα σε περίεργα απίστευτες στάσεις, γερμένους ώμους, λυγισμένα γόνατα, κεφάλια ριγμένα πίσω, και πηγούνια προτεταμένα, και που και που ένα μαύρο, μουντό μάτι στραμμένο πάνω στο νεοφερμένο. Μέσα από τις σκοτεινές σκιές λαμπύριζαν μικροί κόκκινοι κύκλοι από φως, πότε έντονα, πότε αχνά, καθώς το φλεγόμενο δηλητήριο πύρωνε ή ξεθώριαζε μες τα κοιλώματα των μεταλλικών τσιμπουκιών. Οι περισσότεροι κείτονταν σιωπηλά, μα άλλοι μουρμούριζαν, κι άλλοι μιλούσαν παρέα σε μια περίεργη, υπόκωφη, μονότονη φωνή με τις κουβέντες τους να έρχονται σε ξεσπάσματα, και κατόπιν ξαφνικά να σβήνουν στη σιωπή, καθένας μουρμουρώντας τις ίδιες του τις σκέψεις και δίνοντας ελάχιστη σημασία στις κουβέντες του πλαϊνού του. Στην άλλη μεριά βρισκόταν ένα μικρό μαγκάλι με πυρωμένα κάρβουνα, πλάι στο οποίο σε ένα τρίποδο ξύλινο σκαμνί καθόταν ένας ψηλός, λιανός γέρος, με το σαγόνι του να αναπαύεται πάνω στις γροθιές του, και με τους αγκώνες του στα γόνατα του, ατενίζοντας την φωτιά.

Twis-01.jpg

Καθώς μπήκα, ένας κιτρινιάρικος Μαλαισιανός φροντιστής είχε βιαστεί να ‘ρθει με μια πίπα για μένα και μια δόση από το ναρκωτικό, καλώντας με σε μια άδεια κουκέτα.

«Σε ευχαριστώ. Δεν ήρθα να μείνω,» είπε. «Είναι κάποιος φίλος μου εδώ, ο Κύριος Άϊζα Γουίτνεϋ, και επιθυμώ να του μιλήσω.»

Υπήρξε μια κίνηση και ένα επιφώνημα από τα δεξιά μου, και καταβάλλοντας προσπάθεια μέσα στο σκοτάδι διέκρινα τον Γουίτνεϋ, ωχρό, τσακισμένο, και απεριποίητο, να με κοιτάζει.

«Θεέ μου! Είναι ο Γουώτσον,» είπε. Βρισκόταν σε μια αξιοθρήνητη κατάσταση αντίδρασης, με κάθε νεύρο του σε υπερδιέγερση. «Να σου πω, Γουώτσον, τι ώρα είναι;»

«Κοντά έντεκα.»

«Ποιας μέρας;»

«Της Παρασκευής, 19ης του Ιούνη.»

«Μα τους ουρανούς! Είχα την εντύπωση πως ήταν Τετάρτη. Είναι Τετάρτη. Γιατί θέλεις να τρομάξεις τον ανθρωπάκο;» Βύθισε το κεφάλι στα χέρια και άρχισε να κλαίει με λυγμούς σε στριγκό τόνο.

«Σου λέω πως είναι Παρασκευή, άνθρωπε. Η γυναίκα σου σε περίμενε για δυο μέρες. Θα ‘πρεπε να ντρέπεσαι!»

«Ντρέπομαι. Μα τα ‘χεις μπλέξει, Γουώτσον, γιατί βρίσκομαι εδώ μονάχα λίγες ώρες, τρεις πίπες, τέσσερις πίπες—ξεχνώ πόσες. Μα θα ‘ρθω σπίτι μαζί σου. Δεν θα τρόμαζα την Κέιτ — την καημενούλα την Κέιτ. Δώσε μου το χέρι σου! Έχεις αμάξι;»

«Ναι, έχω ένα να περιμένει.»

«Τότε θα πάω σ’ αυτό. Όμως κάτι πρέπει να χρωστάω. Βρες τι χρωστάω, Γουώτσον. Είμαι εντελώς χαμένος. Δεν μπορώ να κάνω τίποτα μόνος μου.»

Κατηφόρισα το στενό διάδρομο ανάμεσα στη διπλή σειρά των κοιμισμένων, κρατώντας την ανάσα μου για να κλείσω έξω τις αηδιαστικές, αποχαυνωτικές αναθυμιάσεις του ναρκωτικού, και ψάχνοντας για το αφεντικό. Καθώς περνούσα τον ψηλό άντρα που καθόταν πλάι στο μαγκάλι ένοιωθε ένα άξαφνο τράβηγμα στο πουκάμισο μου, και μια χαμηλή φωνή ψιθύρισε, «Προσπέρνα με, και έπειτα κοίταξε πίσω.» Οι λέξεις αντήχησαν ξεκάθαρα στο αυτί μου. Κοίταξα κάτω. Θα μπορούσαν να έχουν έρθει μονάχα από τον γέρο στο πλάι μου, κι όμως καθόταν το ίδιο απορροφημένος όπως πάντα, υπερβολικά λεπτός, υπερβολικά ρυτιδωμένος, σκυφτός από τα χρόνια, με μια πίπα οπίου να κρέμεται ανάμεσα στα γόνατα του, σαν να του είχε πέσει σε πλήρη αποχαύνωση από τα δάκτυλα του. Έκανα δυο βήματα εμπρός και κοίταξα πίσω. Χρειάστηκα όλον τον αυτοέλεγχο μου για με αποτρέψω από το να ξεσπάσω σε μια κραυγή έκπληξης. Είχε στρέψει την ράχη του ώστε να κανείς δεν μπορούσε να τον δει παρά μόνο εγώ. Η μορφή του είχε ξεκαθαρίσει, οι ρυτίδες είχαν χαθεί, τα μουντά μάτια είχαν ανακτήσει την φλόγα τους, και εκεί, καθισμένος πλάι στη φωτιά και χαμογελώντας στην έκπληξη μου, δεν βρισκόταν άλλος από τον Σέρλοκ Χολμς. Μου έκανε ένα αμυδρό νεύμα να τον πλησιάσω, και στην στιγμή, καθώς μισο-έστρεψε το πρόσωπο του προς την παρέα και πάλι, βυθίστηκε σε μια αβέβαιη (doddering), (loose-lipped) άνοια.

Twis-02.jpg

«Χολμς!» ψιθύρισα, «τι στο καλό κάνεις εσύ σε τούτο το καταγώγιο;»

«Όσο πιο χαμηλά μπορείς,» απάντησε· «Έχω τέλεια αυτιά. Αν θα είχες την ευγενή καλοσύνη να ξεφορτωθείς αυτόν τον μεθυσμένο φίλο σου θα ήμουν εξαιρετικά ευτυχής να κουβεντιάσω λιγάκι μαζί σου.»

«Έχω ένα αμάξι απέξω.»

«Τότε παρακαλώ στείλε τον σπίτι του μ’ αυτό. Μπορείς με σιγουριά να τον εμπιστευτείς, γιατί δείχνει πολύ υποτονικός για να μπλεχθεί σε οποιαδήποτε διαβολιά. Θα σου συνιστούσα να στείλεις επίσης ένα μήνυμα με τον αμαξά στη γυναίκα σου για να της πεις πως συνέδεσες την τύχη σου με μένα. Αν με περιμένεις απέξω θα είμαι μαζί σου σε πέντε λεπτά.»

Ήταν δύσκολο να αρνηθώ καθένα από τα αιτήματα του Σέρλοκ Χολμς, γιατί ήταν πάντοτε τόσο υπερβολικά οριστικά, και τοποθετημένα με έναν τόσο ακριβή και δεξιοτεχνικό τρόπο. Ένοιωσα, ωστόσο, πως μόλις ο Γουίτνεϋ περιοριζόταν στην άμαξα η αποστολή πρακτικά είχε λήξει· και για τα υπόλοιπα, δεν θα μπορούσα να ζητήσω τίποτα καλύτερο από το ακολουθήσω το φίλο μου σε μια από εκείνες τις μοναδικές του περιπέτειες οι οποίες αποτελούσαν την συνήθη κατάσταση της ύπαρξης του. Σε λίγα λεπτά είχα γράψει ένα σημείωμα, πληρώσει το λογαριασμό του Γουίτνεϋ, τον είχαν οδηγήσει στο αμάξι, και τον είχα παρακολουθήσει να απομακρύνεται μέσα στο σκοτάδι. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα μια σαραβαλιασμένη μορφή είχε ξεπροβάλει από το καταγώγιο του όπιου, και κατηφόριζα το δρόμο με τον Σέρλοκ Χολμς. Για δυο δρόμους είχε ακολουθήσει σερνάμενος με γυρτή ράχη και ένα αβέβαιο βήμα. Έπειτα, ρίχνοντας μια βιαστική ματιά γύρω, ίσιωσε και ξέσπασε σε ένα γερό γέλιο.

«Υποθέτω, Γουώτσον,» είπε, «πως φαντάζεσαι ότι πρόσθεσα και το κάπνισμα οπίου στις ενέσεις κοκαΐνης, και όλες τις άλλες μικρές μου αδυναμίες επί των οποίων μου έκανες τη χάρη να μου προσφέρεις τις ιατρικές σου απόψεις.»

«Το βέβαιον είναι πως εξεπλάγην βρίσκοντας σε εκεί.»

«Όμως όχι περισσότερο από εμένα να βρω εσένα.»

«Ήρθα να βρω ένα φίλο.»

«Και εγώ να βρω έναν εχθρό.»

«Έναν εχθρό;»

«Ναi· έναν από τους φυσικούς εχθρούς μου, ή, να πω, το φυσικό μου θήραμα. Εν συντομία, Γουώτσον, βρίσκομαι εν τω μέσω μιας ιδιαίτερα σημαντικής έρευνας, και ήλπιζα να βρω κάποιο στοιχείων στα ασυνάρτητα παραληρήματα εκείνων των ζαβλακωμένων, όπως έχω κάνει και παλαιότερα. Αν είχα αναγνωριστεί σε εκείνο το καταγώγιο η ζωή δεν θα ούτε άξιζε να την αγοράσεις για μια ώρα· γιατί το έχω χρησιμοποιήσει ξανά για τους σκοπούς μου, και ο μπαγαπόντης ο Λασκάρ που το λειτουργεί έχει ορκιστεί εκδίκηση. Υπάρχει μια καταπακτή στο πίσω μέρος του κτιρίου, κοντά στη γωνία της Προβλήτα του Πώλ ο οποίος μπορεί να πει περίεργες ιστορίες σχετικά με το τι έχει περάσει από μέσα της κάποιες αφέγγαρες νύχτες.»

«Πως! Δεν εννοείς σώματα;»

«Αχ, σώματα, Γουώτσον. Θα ήμασταν πλούσιοι αν είχαμε 1000 λίρες για κάθε φτωχοδιάβολο που καθάρισαν σε εκείνο το καταγώγιο. Πρόκειται για την πλέον αποτρόπαιη δολοφονική παγίδα ολόκληρης της όχθης, και φοβάμαι πως ο Νέβιλ Σ. Κλέρ μπήκε μέσα και ποτέ δεν ξαναβγήκε. Όμως το άμαξι μας πρέπει να είναι εδώ.» Έβαλε τα δυο δάκτυλα ανάμεσα στα δόντια του και σφύριξε διαπεραστικά —ένα σινιάλο το οποίο απαντήθηκε από ένα παρόμοιο σφύριγμα στην απόσταση, ακολουθούμενο σύντομα από το κροτάλισμα τροχών και το κουδούνισμα οπλών αλόγων.

«Λοιπόν, Γουώτσον,» είπε ο Χολμς, καθώς ένα ψηλό δίτροχο αμάξι όρμησε μέσα από το σκοτάδι, ρίχνοντας δυο χρυσές σήραγγες κίτρινου φωτός από τις πλευρικές του λάμπες. «Θα έρθεις μαζί μου, έτσι;»

«Αν μπορώ να φανώ χρήσιμος.»

«Ω, ένας έμπιστος σύντροφος είναι πάντοτε χρήσιμος· και ένας χρονικογράφος είναι ακόμη περισσότερο. Το δωμάτιο μου στο Κέδροι έχει δυο κρεβάτια.»

«Οι Κέδροι;»

«Ναι· πρόκειται για το σπίτι του Κυρίου Σ. Κλερ. Διαμένω εκεί για την διεξαγωγή της έρευνας.»

«Που είναι, λοιπόν;»

«Κοντά στο Λή, στο Κέντ. Έχουμε ένα δρόμο δέκα χιλιομέτρων μπροστά μας.»

«Μα είμαι εντελώς στο σκοτάδι.»

«Φυσικά είσαι. Θα τα μάθεις όλα αμέσως. Πήδα πάνω. Εντάξει, Τζων· δεν θα σε χρειαστούμε. Ορίστε μισή κορώνα. Περίμενε με αύριο, περί τις έντεκα. Άσε το κεφάλι της. Άντε γεια, λοιπόν!»

Twis-03.jpg

Χτύπησε στιγμιαία το άλογο με το καμτσίκι, και ορμήσαμε μπρος μέσω της ατέλειωτης διαδρομής ήρεμων και ερημωμένων δρόμων, με τον κατασκότεινο ποταμό να ρέει νωχελικά από κάτω μας. Μακρύτερα απλωνόταν άλλη μια μουντή ερημιά από τούβλα και πίσσα, η σιγαλιά της διακοπτόμενη μόνο από το βαρύ, ταχτικό βηματισμό του αστυνομικού, ή των τραγουδιών και των φωνών από κάποια αργοπορημένη παρέα γλεντζέδων. Ένα χλωμό απομεινάρι παρασυρόταν αργά στον ουρανό, και ένα δυο άστρα λαμπύριζαν αχνά εδώ κι εκεί μέσα από τα ανοίγματα των σύννεφων. Ο Χολμς οδηγούσε σιωπηλός με το κεφάλι του βυθισμένο στο στήθος, και τον αέρα ανθρώπου που είναι χαμένος στις σκέψεις, ενώ εγώ καθόμουν πλάι του, περίεργος να μάθω τι να ήταν αυτή η νέα αναζήτηση η οποία έδειχνε να θέτει υπό δοκιμασία τις δυνάμεις του τόσο βαριά, και όμως φοβούμενος να διακόψω την ροή των σκέψεων του. Είχαμε ταξιδέψει αρκετά χιλιόμετρα, και αρχίζαμε να φτάνουμε στις παρυφές της ζώνης των προαστιακών κατοικιών, όταν τραντάχτηκε, ανασήκωσε τους ώμους του, και άναψε την πίπα του με τον αέρα ανθρώπου που έχει ικανοποιηθεί πως ενεργεί προς το καλύτερο.

«Έχεις το μεγαλειώδες δώρο της σιωπής, Γουώτσον,» είπε. «Σε καθιστά απολύτως αναντικατάστατο ως σύντροφο. Στο λόγο μου, είναι σπουδαίο πράγμα για μένα να έχω κάποιον να μιλήσω, γιατί οι δικές μου οι σκέψεις δεν είναι υπερβολικά ευχάριστες. Αναρωτιόμουν τι να πω σε εκείνη την καλή γυναίκα απόψε όταν με συναντήσει στην πόρτα.»

«Ξεχνάς πως δεν γνωρίζω τίποτα σχετικά.»

«Θα ‘χω αρκετό χρόνο για να σου αναφέρω τα γεγονότα της υπόθεσης προτού φτάσουμε στο Λη. Φαντάζει παράλογα απλή, και όμως, κάπως δεν βρίσκω τίποτα για να την προσεγγίσω. Υπάρχουν άφθονες άκρες, δεν τίθεται θέμα, ωστόσο δεν μπορώ να τις βάλω στο χέρια. Λοιπόν, θα σου αναφέρω την υπόθεση σαφώς και επακριβώς, Γουώτσον, και ίσως εσύ να δεις κάποια λάμψη εκεί που όλα είναι σκοτεινά για μένα.»

«Συνέχισε, τότε.»

«Μερικά χρόνια πριν —για να είμαι ακριβής, το Μάιο του 1884— ήρθε στο Λη ένας κύριος, ο Νέβιλ Σ. Κλέρ κατ’ όνομα, ο οποίος εμφανιζόταν να έχει άφθονο χρήμα. Πήρε μια μεγάλη βίλα, διαμόρφωσε την περιοχή πολύ ωραία, και γενικά έζησε όμορφα κι ωραία. Βαθμιαία έκανε φίλους στην περιοχή, και το 1887 παντρεύτηκε την κόρη ενός ντόπιου ζυθοποιού, με την οποία έχει σήμερα δυο παιδιά. Δεν είχε κάποια απασχόληση, μα ενδιαφερόταν για αρκετές εταιρίες και πήγαινε στην πόλη κατά κανόνα στο πρωί, επιστρέφοντας με των 5:14 από την οδό Κάννον κάθε βράδυ. Ο κύριος Σ. Κλέρ είναι πλέον τριάντα εφτά ετών, άντρας με μετρημένες συνήθειες, καλός σύζυγος, πολύ στοργικός πατέρας, κι άνθρωπος δημοφιλής με όλους όσους τον γνωρίζουν. Μπορώ να προσθέσω πως όλα του τα χρέη επί της παρούσης, από όσο ήμασταν σε θέση να εξακριβώσουμε ανέρχονται στις 88 λίρες και 10 σελίνια, ενώ έχει 220 λίρες διαθέσιμες στην τράπεζα Κεφαλαίου και Αξιών. Δεν υπάρχει κανένας λόγος, επομένως, να σκεφθώ πως οικονομικά προβλήματα τον βάραιναν.

«Την περασμένη Δευτέρα ο κύριος Νέβιλ Σ. Κλερ πήγε στην πόλη κάπως νωρίτερα από το σύνηθες, σχολιάζοντας προτού ξεκινήσει πως είχε δυο σημαντικές αναθέσεις να πραγματοποιήσει, και πως το έφερνε στο μικρό του γιο ένα κουτί τουβλάκια. Τώρα, από την απλούστερη σύμπτωση, η σύζυγος του έλαβε ένα τηλεγράφημα την ίδια εκείνη Δευτέρα, πολύ σύντομα κατόπιν της αναχώρησης του, που ανέφερε πως ένα μικρό πακέτο υπολογίσιμης αξίας το οποίο ανέμενε την περίμενε στα γραφεία της ναυτιλιακής εταιρείας Άμπερντην. Τώρα, αν έχεις ξεψαχνίσει καλά το Λονδίνο σου, θα γνωρίζεις πως το γραφείο της εταιρείας βρίσκεται στην οδό Φρέσνο, το οποίο εκτείνεται μόλις έξω από την οδό Άνω Σουάνταμ, όπου με βρήκες απόψε. Η κυρία Σ. Κλαιρ πήρε το γεύμα της, ξεκίνησε για την Πόλη, έκανε μερικά ψώνια, πήγε στο γραφείο της εταιρείας, πήρε το πακέτο της, και βρέθηκε στις 4:35 ακριβώς να περπατά μέσα στην οδό Σουάνταμ επιστρέφοντας στο σταθμό. Με ακολουθείς μέχρι εδώ;»

«Είναι ξεκάθαρο.»

«Αν θυμάσαι, η Δευτέρα υπήρξε μια εξαιρετικά θερμή ημέρα, και η κυρία Σ. Κλέρ περπατούσε αργά, κοιτάζοντας γύρω της με την ελπίδα να δει κάποιο αμάξι, καθώς δεν της άρεσε καθόλου η γειτονιά στην οποία είχε βρεθεί. Ενώ περπατούσε καθαυτό τον τρόπο κατηφορίζοντας την οδό Σουάνταμ, άκουσε ξαφνικά ένα επιφώνημα ή κραυγή, και πάγωσε βλέποντας τον σύζυγο της να την κοιτάζει και, όπως της φάνηκε, να της κάνει νόημα από το παράθυρο του δευτέρου ορόφου. Το παράθυρο ήταν ανοικτό, και εκείνη είδε ευκρινώς το πρόσωπο του, το οποίο περιγράφει ως τρομερά αναστατωμένο. Κούνησε τα χέρια του μανιασμένα προς το μέρος της, και κατόπιν εξαφανίσθηκε από το παράθυρο τόσο αιφνίδια ώστε της δόθηκε η εντύπωση πως είχε τραβηχτεί πίσω από κάποια ακατανίκητη δύναμη. Ένα ιδιάζον στοιχείο το οποίο χτύπησε στο οξύ γυναικείο της μάτι ήταν πως μολονότι φορούσε κάποιο σκούρο σακάκι, όπως αυτό με το οποίο είχε ξεκινήσει για την πόλη, δε φορούσε ούτε κολάρο, ούτε γραβάτα.»

Twis-04.jpg

«Πεπεισμένη πως κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του, όρμησε κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια —γιατί το σπίτι δεν ήταν άλλο από το καταγώγιο του οπίου στο οποίο με βρήκες απόψε—και τρέχοντας μέσα από το μπροστινό δωμάτιο αποπειράθηκε να ανέβει τις σκάλες που οδηγούσαν στο πρώτο πάτωμα. Στη σκάλα, ωστόσο, συναντήθηκε με εκείνο το παλιοτόμαρο, τον Λασκάρ, για τον οποίο σου μίλησα, ο οποίος την έσπρωξε πίσω και, υποβοηθούμενος έναν Δανό, ο οποίος λειτουργεί σα βοηθός εκεί, την πέταξαν έξω στο δρόμο. Πλημμυρισμένη από τους πλέον ξέφρενους φόβους κι αμφιβολίες, κατηφόρισε τρέχοντας το δρόμο και, από σπάνια καλοτυχία, συνάντησε στο Φρέσνο μια ομάδα από αστυνομικούς με έναν επιθεωρητή, πηγαίνοντας όλοι τους στη βάρδια. Ο επιθεωρητής και δυο άντρες την συνόδεψαν πίσω, και παρά την συνεχιζόμενη αντίσταση του ιδιοκτήτη, έφτασαν μέχρι το δωμάτιο στο οποίο ο κύριος Σ. Κλέρ είχε τελευταία φορά θεαθεί. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος του εκεί. Στην πραγματικότητα, σε ολόκληρο εκείνο το πάτωμα δεν υπήρχε κανείς παρεκτός ενός σακατεμένου κακομοίρη αποτρόπαιου παρουσιαστικού, ο οποίος κατά τα φαινόμενα, διέμενε εκεί. Τόσο εκείνος όσο και ο Λασκάρ ορκίζονταν πως κανείς άλλος δεν είχε έρθει στο εμπρόσθιο δωμάτιο κατά τη διάρκεια του απογεύματος. Τόσο ανυποχώρητη ήταν η άρνηση τους ώστε ο επιθεωρητής κλονίστηκε, και έφτασε σχεδόν να πιστέψει πως η κυρία Σ. Κλέρ είχε παραπλανηθεί όταν, με μια κραυγή, εκείνη τινάχτηκε προς ένα μικρό μεταλλικό κουτί το οποίο ήταν ακουμπισμένο στο τραπέζι και άνοιξε το καπάκι του. Από μέσα του ξεχύθηκε ένας χείμαρρος από παιδικά τουβλάκια. Επρόκειτο για το παιχνίδι το οποίο είχε υποσχεθεί να φέρει σπίτι.»

«Η ανακάλυψη αυτή, και η εμφανής σύγχυση την οποία εμφάνισε ο σακάτης, έκαναν τον επιθεωρητή να συνειδητοποιήσει πως το ζήτημα ήταν σοβαρό. Τα δωμάτια εξετάστηκαν σχολαστικά, και το αποτέλεσμα υπέδειξε πως ένα αποτρόπαιο έγκλημα. Το εμπρόσθιο δωμάτιο ήταν απλά επιπλωμένο σαν καθιστικό και οδηγούσε σε ένα μικρό υπνοδωμάτιο, το οποίο έβλεπε στο πίσω μέρος μιας από τις προβλήτες. Μεταξύ της προβλήτας και του παραθύρου του υπνοδωματίου υπάρχει μια στενή λωρίδα γης, η οποία είναι στεγνή με χαμηλή παλίρροια αλλά σκεπάζεται με την ψηλή παλίρροια με τουλάχιστον ενάμιση μέτρο νερό. Το παράθυρο του δωματίου ήταν πλατύ και άνοιγε από κάτω. Σε εξέταση ίχνη αίματος παρατηρήθηκαν στο πρεβάζι, και αρκετές σκόρπιες σταγόνες ήταν ορατές επί του πατώματος του υπνοδωματίου. Ριγμένα πίσω από μια κουρτίνα στο εμπρόσθιο δωμάτιο βρίσκονταν όλα τα ρούχα του κυρίου Νέβιλ Σ. Κλερ, εκτός του παλτού του. Οι μπότες του, οι κάλτσες του, το καπέλο του, και το ρολόι του— όλα ήταν εκεί. Δεν υπήρχαν ενδείξεις βίας σε κανένα από τα ενδύματα, και δεν υπήρχαν άλλα ίχνη του κυρίου Νέβιλ Σ. Κλερ. Έξω από το παράθυρο θα έπρεπε προφανώς να είχε ριχθεί διότι δεν στάθηκε δυνατόν να εντοπισθεί κάποια άλλη έξοδο, κι οι δυσοίωνες κηλίδες αίματος επί του πρεβαζιού ελάχιστες ελπίδες προσέφεραν πως θα υπήρχε περίπτωση να είχε σωθεί κολυμπώντας, γιατί η παλίρροια βρισκόταν στο υψηλότερο σημείο της τη στιγμή της τραγωδίας.»

«Και τώρα όσον αφορά τους κακούργους που εμφανίζονταν να είναι άμεσα εμπλεκόμενοι με το ζήτημα. Ο Λασκάρ είναι γνωστό πως πρόκειται περί άνθρωπου της πλέον ποταπής προέλευσης, όμως καθώς, βάση της ιστορίας της κυρίας Σ. Κλερ, ήταν γνωστό πως βρισκόταν στη σκάλα εντός μερικών στιγμών από την εμφάνιση του συζύγου της στο παράθυρο, δύσκολα θα μπορούσε να είχε καταστεί κάτι περισσότερο από συνεργό στο έγκλημα. Η υπεράσπιση του ήταν αυτή της απόλυτης άγνοιας, και προέβαλε πως δεν είχε καμία γνώση για τις πράξεις του Χιου Μπούν, του νοικάρη του, και πως δεν μπορούσε να λογοδοτήσει για κανένα λόγο για την παρουσία των ρούχων του αγνοούμενου κυρίου.»

«Αυτά λοιπόν για το διευθυντή Λασκάρ. Τώρα σχετικά με τον δυσοίωνο σακάτη που ζει επί του δεύτερου πατώματος του τεκέ, και ο οποίος ήταν σίγουρα ο τελευταίος άνθρωπος που είδε με τα μάτια του τον Νέβιλ Σ. Κλερ. Το όνομα του είναι Χιου Μπούν, και το αποτρόπαιο πρόσωπο του είναι γνώριμο σε κάθε άνθρωπο που κυκλοφορεί αρκετά στην Πόλη. Είναι επαγγελματίας επαίτης, αν και για να αποφύγει τους κανονισμούς της αστυνομίας προφασίζεται πως είναι μικροπωλητής σπίρτων. Κάπου λίγα βήματα παρακάτω στην οδό Θρεντνήντλ, επί της αριστερής πλευράς, υπάρχει, όπως ενδεχομένως να έχεις παρατηρήσει, μια μικρή εσοχή στον τοίχο. Εκεί είναι που αυτό το πλάσμα παίρνει καθημερινά θέση, οκλαδόν με το μικρό του εμπόρευμα σπίρτων στην ποδιά του, και καθώς αποτελεί οικτρό θέαμα μια μικρή βροχή γενναιοδωρίας πέφτει μέσα στη λιγδιασμένη δερμάτινη τραγιάσκα του η οποία αναπαύεται ακουμπισμένη στο πεζοδρόμιο πλάι του. Παρακολούθησα τον τύπο περισσότερο από μια φορά προτού καν σκεφθώ να προβώ σε επαγγελματική γνωριμία, και εξεπλάγην από την σοδιά την οποία δρέπει σε σύντομο διάστημα. Η εμφάνιση του, βλέπεις, είναι τόσο αξιοπερίεργη ώστε κανείς δεν περνά δίχως να τον παρατηρήσει. Μια τούφα πορτοκαλί (???) μαλλιών, χλωμό πρόσωπο παραμορφωμένο από μια φριχτή ουλή, η οποία, από τη σύσπαση, έχει ανασηκώσει την εξωτερική πλευρά του άνω χείλους του, ένα σαγόνι μπουλντόγκ, κι ένα ζευγάρι ιδιαίτερα διεισδυτικών μαύρων ματιών, τα οποία παρουσιάζουν μια ιδιάζουσα αντίθεση προς το χρώμα των μαλλιών του, όλα τον κάνουν να ξεχωρίζει ανάμεσα από το κοινό πλήθος των ζητιάνων και το ίδιο, επίσης, και το πνεύμα του, γιατί είναι πάντοτε έτοιμος με μια απάντηση σε κάθε τσόφλι που του πετιέται από τους περαστικούς. Αυτός είναι ο άνθρωπος ο οποίος πλέον μάθαμε πως υπήρξε νοικάρης στον τεκέ του οπίου, και που υπήρξε ο τελευταίος άνθρωπος που είδε τον κύριο τον οποίο αναζητούμε.»

Twis-05.jpg

«Μα ένας σακάτης!» είπα εγώ. «Τι θα είχε κάνει με το ένα του χέρι ενάντια σε έναν άντρα στα καλά του;»

«Είναι σακάτης υπό την έννοια πως περπατά χωλαίνοντας· μα κατά τα άλλα εμφανίζεται να είναι ένας δυνατός και καλοζωισμένος άνθρωπος. Σίγουρα η ιατρική σου πείρα θα σου έλεγε, Γουώτσον, πως η αδυναμία σε ένα άκρο συχνά αντισταθμίζεται από εξαιρετική δύναμη στα άλλα.»

«Παρακαλώ συνέχισε την αφήγηση σου.»

«Η Κυρία Σ. Κλέρ είχε λιποθυμήσει στη θέα του αίματος επί του παραθύρου, και συνοδεύτηκε σπίτι σε μια άμαξα από την αστυνομία, καθώς η παρουσία της δεν θα τους συνέδραμε στις έρευνες τους. Ο επιθεωρητής Μπάρτον, ο οποίος τέθηκε υπεύθυνος της υπόθεσης, προέβη σε μια εξονυχιστική εξέταση του κτιρίου, δίχως όμως να βρει κάτι το οποίο θα έριχνε κάποιο φως επί του ζητήματος. Ένα σφάλμα έγινε με το να μην συλληφθεί ο Μπουν άμεσα, καθώς του δόθηκαν έτσι μερικά λεπτά κατά την διάρκεια των οποίων θα μπορούσε να έχει επικοινωνήσει με τον φίλο του, τον Λασκάρ, ωστόσο το λάθος διορθώθηκε σύντομα, και συνελήφθηκε και ψάχτηκε, δίχως κάτι να ανεβρεθεί το οποίο να τον ενοχοποιεί. Υπήρχαν, είναι αλήθεια, κάποιες σταγόνες αίματος πάνω στο δεξί του μανίκι, όμως έδειξε το παράμεσο του δαχτυλιδιού, ο οποίος είχε κοπεί κοντά στο νύχι, και εξήγησε πως το αίμα είχε προέρθει από εκεί, προσθέτοντας πως προ ολίγου είχε βρεθεί στο παράθυρο, και πως οι κηλίδες οι οποίες είχαν παρατηρηθεί προέρχονταν αναμφίβολα από την ίδια πηγή. Αρνήθηκε εντονότατα πως είχε δει ποτέ τον Κύριο Σ. Κλερ και ορκίστηκε πως η παρουσία των ρούχων στο δωμάτιο του αποτελούσε τόσο μυστήριο και για εκείνον όσο και για την αστυνομία. Όσο για τον ισχυρισμό της κυρίας Σ. Κλερ πως είχε πραγματικά δει το σύζυγο της στο παράθυρο, δήλωσε πως πρέπει να ήταν είτε τρελή ήταν να ονειρευόταν. Μεταφέρθηκε, διαμαρτυρόμενος εντόνως, στο αστυνομικό τμήμα, ενώ ο επιθεωρητής παρέμεινε στο χώρο με την ελπίδα πως η υποχώρηση της παλίρροιας ίσως να προσέφερε ορισμένα φρέσκα στοιχεία.

«Και έτσι έγινε, μολονότι ούτε κατ’ ιδέα δεν βρήκαν επί του βούρκου ότι φοβούνταν πως θα έβρισκαν. Επρόκειτο για το παλτό του Νέβιλ Σ. Κλερ, και όχι ο Νέβιλ Σ. Κλερ, που ανακαλύφθηκε καθώς η παλίρροια υποχώρησε. Και τι πιστεύεις πως ανακάλυψαν στις τσέπες του;»

«Αδυνατώ να φαντασθώ.»

«Όχι, δεν πιστεύω πως θα το μάντευες. Κάθε τσέπη παραγεμισμένη με πέννες και μισόπεννα –421 πέννες και 270 μισόπεννα. Δεν αποτελούσε μυστήριο γιατί δεν είχε παρασυρθεί από την παλίρροια. Όμως ένα ανθρώπινο σώμα είναι εντελώς άλλο ζήτημα. Υπάρχει ένα αγριεμένο ρεύμα μεταξύ της προβλήτας και του σπιτιού. Έδειχνε πιθανό αρκετά πως το βαρύ παλτό είχε παραμείνει όταν το γυμνό σώμα είχε παρασυρθεί μέσα στο ποτάμι.

«Μα όπως αντιλαμβάνομαι όλα τα υπόλοιπα ρούχα βρέθηκαν στο δωμάτιο. Να ήταν το σώμα ντυμένο μονάχα με το παλτό;»

«Όχι, αγαπητέ, όμως τα στοιχεία ενδεχομένως να στηρίζονταν φαινομενικά. Υπέθεσε πως αυτός ο άνθρωπος, ο Μπούν, είχε ρίξει τον Νέβιλ Σ. Κλερ από το παράθυρο, δεν υπάρχει μάτι ανθρώπινο το οποίο να είδε το έγκλημα. Τι θα έκανε τότε; Θα του ερχόταν φυσικά στη στιγμή πως έπρεπε να ξεφορτωθεί τα ρούχα που θα τον μαρτυρούσαν. Θα άρπαζε το παλτό, λοιπόν, και θα ήταν έτοιμος να το πετάξει έξω, όταν θα του ερχόταν στο μυαλό πως θα επέπλεε και δεν θα βυθιζόταν. Έχει ελάχιστο χρόνο, γιατί έχει ακούσει την ανακατωσούρα από κάτω όταν η σύζυγος προσπάθησε να ανέβει δια της βίας, και ίσως να έχει ήδη ακούσει από τον Λασκάρ, τον συνεργό του, πως η αστυνομία έρχεται από το δρόμο. Δεν υπάρχει στιγμή για χάσιμο. Ορμά σε κάποια κρυψώνα, όπου είχε συσσωρεύσει τους καρπούς της επαιτείας του, και παραχώνει όλα τα νομίσματα που προλαβαίνει να πιάσει στα χέρια του μέσα στις τσέπες για να σιγουρέψει πως το παλτό θα βυθισθεί. Το πετάει έξω, και θα είχε κάνει το ίδιο και για τα υπόλοιπα ρούχα αν δεν είχε ακούσει βιαστικά βήματα από κάτω, και είχε μόνο το χρόνο να κλείσει το παράθυρο πριν η αστυνομία εμφανισθεί.»

«Σίγουρα ακούγεται εφικτό.»

«Λοιπόν, θα το δεχθούμε ως λειτουργική υπόθεση ελλείψει καλύτερης. Ο Μπούν, όπως σου ανέφερα, συνελήφθη και μεταφέρθηκε στο τμήμα, όμως δεν μπορούσε να παρουσιασθεί πως υπήρξε κάποιο προηγούμενο ενάντια του. Ήταν γνωστός για χρόνια ως επαγγελματίας επαίτης, όμως η ζωή του εμφανιζόταν να είναι πολύ ήρεμη και αθώα. Εκεί μένει το ζήτημα επί του παρόντος, και τα ερωτήματα τα οποία πρέπει να απαντηθούν—τι δουλειά είχε ο Νέβιλ Σ. Κλερ στον τεκέ, τι του συνέβη όταν βρέθηκε εκεί, που βρίσκεται τώρα, και τι έχει, ο Χιου Μπούν να κάνει με την εξαφάνιση του— απέχουν περισσότερο παρά ποτέ κάποιας απάντησης. Ομολογώ πως αδυνατώ να θυμηθώ κάποια υπόθεση εντός των εμπειριών μου η οποία να έδειχνε στην πρώτη ματιά τόσο απλή και όμως η οποία να παρουσίασε τέτοιες δυσκολίες.»

Καθόσον ο Σέρλοκ Χολμς περιέγραφε τη μοναδική αυτή αλληλουχία γεγονότων, είχαμε περάσει γοργά μέσα από τα προάστια της μεγάλης πόλης ώσπου και το τελευταίο από τα σκόρπια σπίτια είχε αφεθεί πίσω, και κινούμασταν μέσα σε κροταλίσματα ανάμεσα από βατουλιές σε κάθε πλευρά μας. Μόλις τελείωσε, ωστόσο, περάσαμε μέσα από δυο αραιά χωριά, όπου λίγα φώτα αχνόφεγγαν ακόμη στα παράθυρα.

«Βρισκόμαστε στα προάστια του Λη,» είπε ο σύντροφος μου. «Αγγίξαμε τρεις Αγγλικές επαρχίες στη σύντομη διαδρομή μας, ξεκινώντας από Μίντλεσεξ, περνώντας πάνω από μια άκρη του Σάρρεϋ, και τελειώνοντας στο Κέντ. Βλέπεις αυτό το φως ανάμεσα στα δέντρα. Αυτό είναι Οι Κέδροι, και πλάι στην λάμπα στέκεται μια γυναίκα της οποίας τα ανήσυχα αυτιά έχουν ήδη, ελάχιστα αμφιβάλω, πιάσει το κροτάλισμα από τα πόδια των αλόγων.»

«Μα γιατί δεν χειρίζεσαι την υπόθεση από την οδό Μπέϊκερ;» ρώτησα.

«Επειδή υπάρχουν αρκετές έρευνες οι οποίες οφείλουν να πραγματοποιηθούν εδώ. Η κυρία Σ. Κλερ είχε την καλοσύνη να θέσει δυο δωμάτια στη διάθεση μου, και να είσαι βέβαιος πως δε θα έχει τίποτα άλλο παρά ένα καλωσόρισμα για το φίλο και συνάδελφο μου. Μισώ το να την συναντήσω, Γουώτσον, όταν δεν έχω διόλου νέα για τον σύζυγο της. Ορίστε εδώ είμαστε! Όπα, ήρεμα, όπα!»

Είχαμε σταματήσει μπροστά από μια μεγάλη βίλα η οποία υψωνόταν σε ιδιόκτητη έκταση. Ένας σταβλίτης είχε τρέξει στο κεφάλι του αλόγου, και σαλτάροντας κάτω, ακολούθησα τον Σέρλοκ Χολμς στο μικρό, φιδοφυριστό χαλικόστρωτο δρομάκι που οδηγούσε στο σπίτι. Καθώς πλησιάσαμε, η πόρτα άνοιξε με δύναμη, και μια μικροκαμωμένη ξανθιά γυναίκα στάθηκε στο άνοιγμα, ντυμένη με κάποιου είδους (mousseline de soie), με ένα τελείωμα από χνουδωτό ροζ σιφόν στο λαιμό και τους καρπούς. Στεκόταν με την μορφή της να διαγράφεται ενάντια στο άπλετο φως, με το ένα χέρι στην πόρτα, και το άλλο μισοσηκωμένο στον ενθουσιασμό της, με το σώμα της ελαφρώς γυρτό, το κεφάλι και το πρόσωπο προτεταμένα, με ανυπόμονα μάτια και χωρισμένα χείλη, μια ιστάμενη ερώτηση.

«Λοιπόν;» φώναξε, «λοιπόν;» Και τότε, βλέποντας πως ήμασταν δυο, έβγαλε μια κραυγή ελπίδας η οποία βούλιαξε σε ένα βογκητό όταν είδε πως ο σύντροφος μου κούνησε αρνητικά το κεφάλι του και ανασήκωσε τους ώμους του.

«Δεν υπάρχουν καλά μαντάτα;»

«Τίποτα.»

«Ούτε άσχημα;»

«Όχι.»

«Δόξασοι ο Θεός για αυτό. Μα ελάτε μέσα. Θα πρέπει να είστε κατάκοπος, γιατί είχατε μια πολύ φορτωμένη μέρα.»

«Αυτός είναι ο φίλος μου, ο Δρ. Γουώτσον. Υπήρξε πολύτιμος για μένα σε αρκετές από τις υποθέσεις μου, και μια ευτυχής συγκυρία κατέστησε δυνατό να τον φέρω εδώ και να τον συσχετίσω με την έρευνα.»

«Χαίρομαι που σας γνωρίζω,» είπε εκείνη, σφίγγοντας μου θερμά το χέρι. «Θα, είμαι βέβαιη, συγχωρήσετε οτιδήποτε ενδεχομένως να λείπει από τις (arrangements), όμως αντιλαμβάνεστε το πλήγμα το οποίο τόσο αιφνίδια μας βρήκε.»

«Αγαπητή μου κυρία,» είπα εγώ, «είμαι παλιός στρατιώτης, και ακόμη κι αν δεν ήμουν κατανοώ απόλυτα πως δεν χρειάζεται καμία συγνώμη. Αν μπορώ να φανώ χρήσιμος, είτε σε εσάς είτε στον φίλο μου εδώ, θα είμαι ειλικρινά ευτυχής.»

«Λοιπόν, κύριε Σέρλοκ Χολμς,» είπε η κυρία καθώς μπήκαμε σε μια καλοφωτισμένη τραπεζαρία, επί του τραπεζιού της οποίας ένα κρύο δείπνο είχε ετοιμαστεί, «θα ήθελα πάρα πολύ να σας κάνω μια δυο απλές ερωτήσεις, στις οποίες σας ικετεύω να μου δώσετε μια απλή απάντηση.»

«Φυσικά, κυρία μου.»

«Μη σας προβληματίζουν τα συναισθήματα μου. Δεν είμαι υστερική, ούτε και λιπόψυχη. Απλώς επιθυμώ να μάθω την αληθινά, πραγματική σας γνώμη.»

«Επί ποιου ζητήματος;»

«Στο βάθος της καρδιάς σας, πιστεύετε πως ο Νέβιλ είναι ζωντανός;»

Twis-07.jpg

Ο Σέρλοκ Χολμς φάνηκε να έρχεται σε αμηχανία από την ερώτηση. «Ειλικρινά, λοιπόν!» επανέλαβε, στεκάμενη πάνω στο χαλί και κοιτώντας τον έντονα καθώς εκείνος έγερνε στην ψάθινη πολυθρόνα.

«Ειλικρινά, τότε, κυρία μου, δεν το πιστεύω.»

«Σκέφτεστε πως είναι νεκρός;»

«Μάλιστα.»

«Δολοφονημένος;»

«Δεν λέω κάτι τέτοιο. Ίσως.»

«Και ποια μέρα βρήκε το θάνατο του;»

«Τη Δευτέρα.»

«Τότε, ίσως, κύριε Χολμς, θα είχατε την καλοσύνη να μου εξηγήσετε πως και έλαβα γράμμα του σήμερα.»

Ο Σέρλοκ Χολμς τινάχτηκε από την καρέκλα του σαν να τον είχε διαπεράσει ηλεκτροσόκ.

«Πως!» Φώναξε δυνατά.

«Μάλιστα, σήμερα.» Στάθηκε χαμογελώντας, κρατώντας ένα μικρό κομμάτι χαρτιού στον αέρα.

«Επιτρέπεται να το δω;»

«Φυσικά.»

Της το άρπαξε στην ανυπομονησία του και ισιώνοντας τα επί του τραπεζιού έσυρε κοντά τη λάμπα και το εξέτασε διεξοδικώς. Είχα αφήσει την καρέκλα μου και κοίταζα πάνω από τον ώμο του. Ο φάκελος ήταν ιδιαίτερα τραχύς και έφερε την ταχυδρομική σφραγίδα του Γκρέιβσεντ και την ημερομηνία της ίδιας μέρας, ή μάλλον της προηγουμένης, γιατί ήμασταν για τα καλά μετά τα μεσάνυχτα.

«Πρόχειρη γραφή,» μουρμούρισε ο Χολμς. «Σίγουρα δεν πρόκειται για τη γραφή του συζύγου σας, κυρία μου.»

«Όχι, όμως το περιεχόμενο είναι.»

«Αντιλαμβάνομαι επίσης πως όποιος ταχυδρόμησε το φάκελο χρειάστηκε να πάει να ρωτήσει τη διεύθυνση.»

«Πως το καταλαβαίνετε;»

«Το όνομα, βλέπετε, είναι σε τέλεια μαύρο μελάνι, το οποίο έχει στεγνώσει μόνο του. Το υπόλοιπο έχει ένα γκριζωπό χρώμα, το οποίο δείχνει πως χρησιμοποιήθηκε στυπόχαρτο. Αν είχε γραφθεί απευθείας, και κατόπιν στυπωθεί, τότε δεν θα είχε αυτή την βαθιά μαύρη απόχρωση. Αυτός ο άνθρωπος έγραψε το όνομα, και υπήρξε ένα κενό πριν γράψει τη διεύθυνση, το οποίο μπορεί μόνο να σημαίνει πως δεν είχε γνώση της. Πρόκειται, φυσικά, περί λεπτομέρειας, εντούτοις δεν υπάρχει τίποτα πιο σημαντικό από τις λεπτομέρειες. Ας δούμε τώρα το γράμμα! Αχά! Υπήρχε κάποιο αντικείμενο εντός!»

«Μάλιστα, ένα δακτυλίδι. Ο σφραγιδόλιθος του.»

«Και είστε βέβαιη πως αυτή είναι η γραφή του συζύγου σας;»

«Μια από τις γραφές του.»

«Μια;»

«Η γραφή του όταν γράφει σε βιασύνη. Διαφέρει αφάνταστα από τη συνήθη γραφή του, κι όμως την γνωρίζω καλά.»

«’Αγαπούλα να μην φοβάσαι. Όλα θα πάνε καλά. Υπάρχει ένα τεράστιο λάθος το οποίος ίσως να χρειαστεί κάποιος χρόνος για να διορθωθεί. Κάνε υπομονή.— ΝΕΒΙΛ.’ Γραμμένο με μολύβι πάνω στο αντεξώφυλλο ενός βιβλίου, μέγεθος ογδόου (octavo size), δίχως υδατογράφημα. Χμ! Ταχυδρομημένο σήμερα στο Γκρέιβσεντ από κάποιο με βρώμικο αντίχειρα. Αχά! Και το κάλυμμα έχει κολληθεί, αν δεν σφάλλω αφάνταστα, από άτομο το οποίο μασούσε καπνό. Και δεν έχετε την παραμικρή αμφιβολία πως πρόκειται για τη γραφή του συζύγου σας, κυρία μου;»

«Καμία. Ο Νέβιλ έγραψε αυτά τα λόγια.»

«Και αποστάληκαν σήμερα στο Γκρέιβσεντ. Λοιπόν, κυρία Σ. Κλέρ, τα σύννεφα ελαφραίνουν, αν και δεν επιχειρούσα να πω ότι ο κίνδυνος πέρασε.»

«Μα θα πρέπει να είναι ζωντανός, κύριε Χολμς.»

«Εκτός κι αν πρόκειται περί μιας έξυπνης πλαστογραφίας για να μας στρέψει σε λάθος μεριά. Το δαχτυλίδι, στο κάτω-κάτω της γραφής, δεν αποδεικνύει τίποτα. Πιθανόν να του το πήραν.»

«Όχι, όχι· πρόκειται για την ίδια του την γραφή!»

«Πολύ καλά. Θα μπορούσε, ωστόσο, να έχει γραφτεί τη Δευτέρα και μόνο να ταχυδρομήθηκε σήμερα.»

«Είναι πιθανό.»

«Αν έχει έτσι, πολλά ενδεχομένως να συνέβησαν στο ενδιάμεσο.»

«Ω, μη με αποθαρρύνετε, κύριε Χολμς. Γνωρίζω πως όλα είναι καλά για εκείνον. Υπάρχει ένας τόσο στενός δεσμός μεταξύ μας ώστε θα ήξερα αν κάτι κακό του είχε συμβεί. Την ίδια εκείνη μέρα που τον είδα τελευταία φορά κόπηκε στην κρεβατοκάμαρα, και ενώ βρισκόμουν στην τραπεζαρία έτρεξα αμέσως επάνω με την απόλυτη σιγουριά πως κάτι είχε συμβεί. Πιστεύετε πως θα αντιδρούσα σε μια τέτοια λεπτομέρεια κι ωστόσο θα αγνοούσα το θάνατο του;»

«Έχω δει πολλά για να γνωρίζω πως η εντύπωση μιας γυναίκας μπορεί να είναι περισσότερο πολύτιμη από την απόφαση ενός αναλυτικού μυαλού. Και με αυτό το γράμμα είναι βέβαιο πως έχετε μια ισχυρή ένδειξη να επιβεβαιώνει την άποψη σας. Όμως αν ο σύζυγος σας είναι ζωντανός και ικανός να γράφει γράμματα, γιατί θα παρέμενε μακριά σας;»

«Αδυνατώ να φανταστώ. Είναι αδιανόητο.»

«Και τη Δευτέρα προέβη σε κάποια σχόλια πριν σας αφήσει;»

«Όχι.»

«Και εκπλαγήκατε βλέποντας τον στην οδό Σουάνταμ;»

«Πάρα πολύ.»

«Ήταν το παράθυρο ανοικτό;»

«Μάλιστα.»

«Τότε ίσως να σας είχε φωνάξει;»

«Ίσως.»

«Έβγαλε μόνο, όπως αντιλαμβάνομαι, μια άναρθρη κραυγή;»

«Μάλιστα.»

«Ένα κάλεσμα για βοήθεια, είχατε την εντύπωση;»

«Μάλιστα. Κούνησε τα χέρια του.»

«Μα ίσως να επρόκειτο για κραυγή έκπληξης. Κατάπληξης στην απρόσμενη θέα σας ίσως να τον έκανε να τινάξει τα χέρια του;»

«Είναι πιθανό.»

«Και σκεφθήκατε πως τραβήχτηκε πίσω;»

«Εξαφανίστηκε τόσο αιφνίδια.»

«Πιθανόν να πήδηξε πίσω. Δεν είδατε κάποιον άλλο στο δωμάτιο;»

«Όχι, όμως εκείνος ο φρικτός άντρας ομολόγησε πως βρισκόταν εκεί, και ο Λασκάρ ήταν κάτω στις σκάλες.»

«Ακριβώς. Ο σύζυγος σας, από όσο μπορούσατε να δείτε, φορούσε τα συνηθισμένα του ρούχα;»

«Μα δίχως το κολάρο ή γραβάτα. Είδα ξεκάθαρα το γυμνό λαιμό του.»

«Μίλησε ποτέ για την οδό Σουάνταμ;»

«Ποτέ.»

«Έδειξε ποτέ κάποια σημάδια πως είχε πάρει όπιο;»

«Ποτέ.»

«Σας ευχαριστώ, κυρία Σ. Κλερ. Αυτά ήταν τα κύρια σημεία περί των οποίων επιθυμούσα να είμαι απολύτως σαφής. Θα πάρουμε τώρα το δείπνο μας και κατόπιν θα αποσυρθούμε, γιατί ενδέχεται να έχουμε μια ιδιαίτερα πολυάσχολη ημέρα αύριο.»

Ένα μεγάλο κι άνετο δωμάτιο δυο κρεβατιών είχε τεθεί στη διάθεση μας, και χώθηκα αμέσως στα σεντόνια, γιατί ήμουν κατάκοπος κατόπιν της περιπετειώδους μου νύχτας. Ο Σέρλοκ Χολμς ήταν άνθρωπος, ωστόσο, ο οποίος, όποτε είχε κάποιο άλυτο πρόβλημα στο μυαλό του, θα περνούσε μέρες, και ακόμη για μια βδομάδα, δίχως ανάπαυση, στριφογυρίζοντας το, αναδιευθετώντας τα γεγονότα, εξετάζοντας τα από κάθε πιθανή οπτική γωνία μέχρι που είτε τα είχε βυθομετρήσει είτε ήταν πεπεισμένος πως τα στοιχεία του ήταν ανεπαρκή. Σύντομα μου ήταν προφανές πως στην προκειμένη περίπτωση ετοιμαζόταν για μια ολονύκτια συνεδρία. Έβγαλε το παλτό του και το γιλέκο του, έβαλε μια μεγάλη γαλάζια ρόμπα, και κατόπιν γύρισε γύρω από το δωμάτιο μαζεύοντας μαξιλάρια από το κρεβάτι του και μαξιλαράκια από τον καναπέ και τις πολυθρόνες. Με αυτά κατασκεύασε ένα Ανατολίτικο ντιβάνι, επί του οποίου κούρνιασε σταυροπόδι, με μια ουγκιά ψιλοκομμένου καπνού και ένα κουτί σπίρτων ακουμπισμένα εμπρός του. Στο αχνό φως της λάμπας τον έβλεπα να κάθεται εκεί, μια παλιά πίπα από ρείκι ανάμεσα στα χείλη του, τα μάτια καρφωμένα κενά στην γωνιά του ταβανιού, τον καπνό να ξετυλίγεται προς τα πάνω από μέσα του, σιωπηλό, ακίνητο, με το φως να λάμπει πάνω στα γερακ1ίσια χαρακτηριστικά του. Έτσι καθόταν καθώς αποκοιμήθηκα, και έτσι καθόταν όταν ένα ξαφνικό ξέσπασμα με έκανε να ξυπνήσω, και να ανακαλύψω τον καλοκαιρινό ήλιο να λάμπει στο διαμέρισμα. Η πίπα βρισκόταν ακόμη ανάμεσα στα χείλη του, ο καπνός ακόμη ξετυλιγόταν ανοδικά, και το δωμάτιο ήταν γεμάτο από μια πυκνή καταχνιά καπνού, μα καθόλου δεν απέμενε από το σωρό του καπνού που είχα δει την προηγούμενη νύχτα.

Twis-08.jpg

«Ξύπνιος, Γουώτσον;» ρώτησε.

«Ναι.»

«Είσαι μέσα για μια πρωινή βόλτα;»

«Βεβαίως.»

«Τότε ντύσου. Κανείς δεν κούνησε ακόμη, όμως ξέρω που κοιμάται ο σταβλίτης, και σύντομα θα έχουμε το κάρο έτοιμο.» Χασκογέλασε μόνος του καθώς μίλησε, τα μάτια του έλαμψαν, και φάνηκε νέος άνθρωπος από τον σοβαρό στοχαστή της περασμένης νύχτας.

Καθώς ντύθηκα έριξα μια ματιά στο ρολόι μου. Δεν ήταν να απορείς που κανείς δεν είχε ξυπνήσει. Ήταν είκοσι λεπτά μετά τις τέσσερις. Μόλις που είχα τελειώσει όταν ο Χολμς επέστρεψε με τα νέα πως το αγόρι έζευε το άλογο.

«Θέλω να δοκιμάσω μια θεωριούλα μου,» είπε εκείνος, βάζοντας τις μπότες του. «Θεωρώ, Γουώτσον, πως στέκεσαι υπό την παρουσία ενός από τους εντελώς ανόητους στην Ευρώπη. Μου αξίζουν κλωτσιές από εδώ μέχρι το Τσάρινγκ Κρος. Όμως νομίζω πως κρατώ το κλειδί της ιστορίας πλέον.»

«Και που βρίσκεται;» Ρώτησα, χαμογελώντας.

«Στο μπάνιο,» απάντησε. «Ω, ναι, δεν αστειεύομαι,» συνέχισε, βλέποντας το βλέμμα της δυσπιστίας μου. «Μόλις ήμουν εκεί, και το πήρα, και το έχω σε ετούτο το σακβουαγιάζ. Έλα, αγόρι μου, και θα ανακαλύψουμε αν θα ταιριάξει στην κλειδαριά.»

Κατεβήκαμε τις σκάλες όσο το δυνατόν πιο αθόρυβα, και βρεθήκαμε έξω στη λαμπρή πρωινή λιακάδα. Στο δρόμο στεκόταν το άλογο και το κάρο μας, με το μισοντυμμένο σταβλίτη να περιμένει στο πλάι. Πηδήξαμε και οι δυο πάνω, και εφορμήσαμε κατηφορίζοντας στο δρόμο για το Λονδίνο. Μερικά επαρχιακά κάρα αργοσάλευαν, κουβαλώντας τα λαχανικά στην μητρόπολη, όμως οι αράδες των εξοχικών προς κάθε πλευρά ήταν τόσο σιωπηλές και σε πλήρη ακινησία σαν κάποια πόλη σε ένα όνειρο.

«Σε ορισμένα σημεία υπήρξε μια εξαιρετική υπόθεση,» είπε ο Χολμς, χτυπώντας ελαφρά το άλογο σε έναν καλπασμό. «Ομολογώ πως ήμουν πιο τυφλός από τυφλοπόντικα, μα είναι καλύτερα να γίνεσαι σοφότερος έστω κι αργά από το να μην μάθεις ποτέ σου.»

Στην πόλη οι πρωινοί άρχιζαν μόλις να κοιτάν νυσταγμένα από τα παράθυρα τους καθώς περνούσαμε μέσα από τους δρόμους της μεριάς του Σάρρεϋ. Κατηφορίζοντας το δρόμο της γέφυρας του Γουώτερλου περάσαμε πάνω από το ποτάμι και ξεχυθήκαμε στην οδό Γουέλιγκτον κόβοντας απότομα στα αριστερά για να βρεθούμε στην οδό Μπόου. Ο Σέρλοκ Χολμς ήταν αρκετά γνωστός στο σώμα, και οι δυο αστυφύλακες στην πόρτα τον χαιρέτησαν. Ο ένας τους κράτησε το άλογο ενώ ο άλλος μας οδήγησε εντός.

«Ποιος έχει βάρδια;» ρώτησε ο Χολμς.

«Ο επιθεωρητής Μπραντστρητ, κύριε.»

«Α, Μπράντστρητ, πως είσαι;» Ένας ψηλός, γεροδεμένος αξιωματικός κατηφόρισε τον πλακόστρωτο διάδρομο με ένα κασκέτο και ένα σακάκι με σιρίτια. «Θα ήθελα να έχω μια κουβεντούλα μαζί σου, Μπράντστρητ.»

«Βεβαίως, Κύριε Χολμς. Ελάτε εδώ στο γραφείο μου.» Επρόκειτο περί ενός μικρού δωματίου σα γραφείο, με ένα πελώριο βιβλίο πάνω στο τραπέζι, κι ένα τηλέφωνο να ξεπροβάλει από τον τοίχο. Ο επιθεωρητής κάθισε στο γραφείο του.

«Τι μπορώ να κάνω για σας, Κύριε Χολμς;»

«Πέρασα για εκείνον τον διακονιάρη, τον Μπούν — που κατηγορήθηκε ως εμπλεκόμενος στην εξαφάνιση του Κυρίου Νέβιλ Σ. Κλερ, εκ του Λη.»

«Μάλιστα. Προσήχθη εδώ και προφυλακίστηκε για περαιτέρω ανάκριση.»

«Έτσι έμαθα. Τον έχεις εδώ;»

«Στα κελιά.»

«Είναι ήρεμος;»

«Ω, δεν προκαλεί φασαρίες. Μα είναι βρωμερό κάθαρμα.»

«Βρωμερό;»

«Μάλιστα, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τον βάλουμε να πλένει τα χέρια του, και το πρόσωπο του είναι τόσο μαύρο σαν καρβουνιάρη. Βασικά όταν θα έχει ρυθμιστεί η υπόθεση του, θα κάνει ένα κανονικό μπάνιο στη φυλακή· και πιστεύω, αν τον είδατε πως θα συμφωνήσετε ότι το ‘χει ανάγκη.’

«Θα ήθελα πάρα πολύ να τον δω.»

«Θα θέλατε; Εύκολα γίνεται. Ελάτε. Μπορείτε να αφήσετε το σάκο σας.»

«Όχι, νομίζω πως θα τον κουβαλήσω.»

«Πολύ καλά. Ελάτε από εδώ, αν έχετε την καλοσύνη.» Μας οδήγησε μέσα από κάποιο διάδρομο, άνοιξε μια αμπαρωμένη πόρτα. Κατεβήκαμε μια στρογγυλή σκάλα, και μας έφερε σε έναν ασπρισμένο διάδρομο με μια σειρά από πόρτες σε κάθε πλευρά.

«Το τρίτο στα δεξιά είναι το δικό του,» είπε ο επιθεωρητής. «Ορίστε!» Γρήγορα τράβηξε ένα χώρισμα στο άνω μέρος της πόρτας και έριξε μια ματιά μέσα.»

«Κοιμάται,» είπε. «Τον βλέπετε αρκετά καλά.»

Πλησιάσαμε και οι δυο τα μάτια μας στη θυρίδα. Ο κρατούμενος κειτόταν με το πρόσωπο προς το μέρος μας, σε ένα πολύ βαθύ ύπνο, αναπνέοντας αργά και βαριά. Ήταν ένας άντρας μετρίου αναστήματος, ντυμένος χοντρά (as became his calling), με ένα χρωματιστό πουκάμισο που προεξείχε μέσα από το κουρελιασμένο του πανωφόρι. Ήταν, όπως ο επιθεωρητής είχε αναφέρει, εξαιρετικά βρώμικος, όμως η μούργα που κάλυπτε το πρόσωπο του δεν έκρυβε την απωθητική ασχήμια του. Ένα φαρδύ εκβλάστημα από μια παλιά ουλή το διέτρεχε από το μάτι ως το σαγόνι, και από την σύσπαση της είχε ανασηκώσει την μια πλευρά του άνω χείλους, έτσι που τρία δόντια εκτίθονταν σε μια μόνιμη αγριωπή έκφραση. Μια τούφα από υπερβολικά ανοιχτόχρωμα κόκκινα μαλλιά έπεφταν καλύπτοντας τα μάτια του και το μέτωπο του.

«Κούκλος, έτσι;» είπε ο επιθεωρητής.

«Το βέβαιο είναι πως του χρειάζεται πλύσιμο,» σχολίασε ο Χολμς. «Είχα την ιδέα πως θα το χρειαζόταν, έτσι πήρα την πρωτοβουλία να φέρω τα σύνεργα μαζί μου.» Άνοιξε τον ταξιδιωτικό σάκο, και έβγαλε έξω, προς έκπληξη μου, ένα πολύ μεγάλο σφουγγάρι μπάνιου.

Twis-09.jpg

«Χε! Χε! Πλάκα έχεις,» είπε γελώντας ο επιθεωρητής.

«Τώρα, αν έχεις την αξεπέραστη καλοσύνη να ανοίξεις την πόρτα πολύ αθόρυβα, σύντομα θα τον έχουμε κομμένο και ραμμένο σε μια περισσότερο αξιοπρεπή φόρμα.»

«Λοιπόν, δεν βλέπω γιατί όχι,» είπε ο επιθεωρητής. «Δεν δείχνει να αποτελεί και κόσμημα για τα κρατητήρια της οδού Μπόουυ, έτσι;» Γλίστρησε το κλειδί στην κλειδαριά, και όλοι μας υπερβολικά αθόρυβα εισήλθαμε στο κελί. Ο κοιμισμένος μισογύρισε, και έπειτα ηρέμησε και πάλι σε έναν βαθύ ύπνο. Ο Χολμς έσκυψε πάνω από την καράφα του νερού, ύγρανε το σφουγγάρι, και κατόπιν το έτριξε με περισσή ζωντάνια στο πρόσωπο του κρατουμένου.

«Να σας συστήσω,» φώναξε, «στον Κύριο Νέβιλ Σ. Κλερ, εκ του Λη, της κομητείας του Κεντ.»

Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα αντικρίσει ένα τέτοιο θέαμα. Το πρόσωπο του άντρα ξεφλούδισε κάτω από το σφουγγάρι όπως η φλούδα από ένα δέντρο. Χάθηκε η λιγδιασμένη καφετιά απόχρωση! Χάθηκε, επίσης, εκείνη η φρικτή ουλή που το διέσχισε, και το ανεστραμμένο χείλος το οποίο έδινε αυτή την απεχθή γκριμάτσα στο πρόσωπο! Ένα απότομο τράβηγμα έβγαλε τα ανακατεμένα κόκκινα μαλλιά, και εκεί, καθισμένος στο κρεβάτι του, βρισκόταν ένας χλωμός, θλιμμένος, με καλλιεργημένη εμφάνιση άνθρωπος, με μαύρα μαλλιά και απαλό δέρμα, τρίβοντας τα μάτια του και κοιτώντας γύρω του με ένα αγουροξυπνημένο ξάφνιασμα. Τότε άξαφνα συνειδητοποιώντας το ξεσκέπασμα, ξέσπασε σε μια κραυγή και ρίχθηκε κάτω με το πρόσωπο του στο μαξιλάρι.

Twis-10.jpg

«Μα τους ουρανούς!» αναφώνησε ο επιθεωρητής, «πρόκειται, όντως, για τον αγνοούμενο. Τον αναγνωρίζω από τη φωτογραφία.»

Ο κρατούμενος στράφηκε με τον αψήφιστο αέρα ανθρώπου που εγκαταλείπεται στη μοίρα του. «Ας είναι,» είπε. «Και παρακαλώ γιατί κατηγορούμαι;»

«Για το ξεπάστρεμα του Κυρίου Νέβιλ Σ. –Ω, όπως έχει, δεν μπορείς να κατηγορηθείς για αυτό εκτός κι αν το μετατρέψουν σε μια υπόθεσης απόπειρας αυτοκτονίας,» είπε ο επιθεωρητής με ένα χαμόγελο. «Λοιπόν, έχω είκοσι-επτά χρόνια στο σώμα, αλλά αυτό ξεπερνά κάθε προηγούμενο.»

«Αφού είμαι ο Κύριος Νέβιλ Σ. Κλερ, τότε είναι προφανές πως κανένα έγκλημα δεν διεπράχθη, και πως, συνεπώς, κρατούμαι παρανόμως.»

«Κανένα έγκλημα, ωστόσο ένα εξαιρετικά μεγάλο σφάλμα διεπράχθη,» είπε ο Χολμς. «Θα είχες κάνει καλύτερα αν είχες εμπιστευθεί τη σύζυγο σου.»

«Δεν ήταν η σύζυγος μου· ήταν τα παιδιά μου,» μούγκρισε ο κρατούμενος. «Ο θεός να με βοηθήσει, δεν θα ‘θελα να ντροπιαστούν για τον πατέρα τους. Θεέ μου! Τι διαπόμπευση! Τι να κάνω;»

Ο Σέρλοκ Χολμς κάθισε κάτω στο κρεβάτι και τον χτύπησε φιλικά στον ώμο.

«Αν επιτρέψεις στο δικαστήριο να ξεκαθαρίσει το ζήτημα,» είπε, «φυσικά ελάχιστα θα διαφύγεις την δημοσιότητα. Από την άλλη, αν πείσεις τις αστυνομικές αρχές πως δεν υπάρχει κάποια υπόθεση ενάντια σου, δεν βλέπω πως θα υπάρξει λόγος όλες αυτές οι λεπτομέρειες να καταλήξουν στις εφημερίδες. Ο επιθεωρητής Μπράντστρητ, είμαι βέβαιος, πως θα κατέγραφε οτιδήποτε ενδεχομένως να μας λέγατε και να το κατέθετε στις κατάλληλες αρχές. Η υπόθεση συνεπώς δεν θα κατέληγε καν στο δικαστήριο.»

«Ο Θεός να σας ευλογεί!» αναφώνησε ο κρατούμενος συγκινημένα. «Θα υπέμενα την φυλάκιση, ναι, ακόμη και την εκτέλεση, από το να επιτρέψω το άθλιο μυστικό μου να κηλιδώσει τα παιδιά μου.

«Είστε ο πρώτος που άκουσε ποτέ την ιστορία μου. Ο πατέρας μου ήταν διευθυντής σε σχολείο του Τσέστερφιλντ, όπου έλαβα μια εξαίρετη μόρφωση. Ταξίδεψα στα νιάτα μου, ανέβηκα στο σανίδι, και τελικά έγινα δημοσιογράφος σε μια απογευματινή εφημερίδα του Λονδίνου. Μια μέρα ο εκδότης μου θέλησε μια σειρά άρθρων επί της επαιτείας στη μητρόπολη, και προσφέρθηκα εθελοντικά να τα παράσχω. Αυτό αποτέλεσε το σημείο από το οποίο όλες οι περιπέτειες μου άρχισαν. Μονάχα δοκιμάζοντας την επαιτεία σαν αρχάριος θα μπορούσα να βρω τα στοιχεία στα οποία να βασίσω τα άρθρα μου. Όταν ήμουν ηθοποιός είχα, φυσικά, μάθει όλα τα μυστικά του μακιγιάζ, και ήμουν ξακουστός στην κουΐντα του θεάτρου για τις ικανότητες μου. Αξιοποίησα έτσι τα επιτεύγματα μου, έβαψα το πρόσωπο μου, και για να κάνω τον εαυτό μου όσο πιο αξιοθρήνητο γινόταν έφτιαξα μια καλή ουλή και σταθεροποίησα την μια μεριά του χείλους μου σε μια παραμόρφωση με την βοήθεια ενός μικρού επιθέματος γύψου στο χρώμα της σάρκας. Κατόπιν με μια κόκκινη περούκα, και την κατάλληλη ένδυση, πήρα θέση στο εμπορικό κομμάτι της πόλης, φαινομενικά ως πωλητής σπίρτων αλλά στην πραγματικότητα ως επαίτης. Για εφτά ώρες άσκησα την ασχολία μου, και όταν επέστρεψα σπίτι το βράδυ ανακάλυψα προς έκπληξη μου πως είχα λάβει λίγο πολύ 26 σελίνια και 4 κέρματα.

«Έγραψα τα άρθρα μου και ελάχιστα συλλογίστηκα το ζήτημα έως ότου, κάποια στιγμή αργότερα, κάλυψα ένα γραμμάτιο για ένα φίλο κι δέχθηκα ένα ένταλμα 25 λιρών. Ήμουν σε αδιέξοδο σχετικά με το που να βρω τα χρήματα, όμως μια άξαφνη ιδέα μου ήρθε. Αιτήθηκα για δεκαπενθήμερη χάρη από τον πιστωτή, ζήτησα άδεια από τους εργοδότες μου, και πέρασα το χρόνο επαιτώντας στην πόλη υπό την μεταμφίεση μου. Σε δέκα ημέρες είχαν τα χρήματα και είχα πληρώσει το χρέος.

«Λοιπόν, φαντάζεστε πόσο δύσκολο ήταν προσαρμοστώ στην κοπιώδη εργασία για 2 λίρες την εβδομάδα όταν γνώριζα πως μπορούσα να κερδίσω τόσα σε μια ημέρα πασαλείφοντας το πρόσωπο μου με λίγη μπογιά, ακουμπώντας το κασκέτο μου στο έδαφος, και παραμένοντας ακίνητος. Υπήρξε μια μεγάλη μάχη μεταξύ της περηφάνιας μου και των χρημάτων, μα τα δολάρια κέρδισαν τελικά, και παράτησα τη δημοσιογραφία και καθόμουν μέρα τη μέρα στην γωνιά που είχα αρχικά επιλέξει, εκπνέοντας οίκτο με το αξιολύπητο πρόσωπο μου και γεμίζοντας την τσέπες μου με κέρματα. Μόνο ένας άνθρωπος γνώριζε το μυστικό μου. Ήταν ο κάτοχος ενός ταπεινού καταγωγίου στο οποίο ενοικίαζα στην οδό Σουάνταμ, όταν κάθε πρωινό θα ξεπρόβαλα σαν ελεεινός ζητιάνος και τα βράδια θα μεταμορφωνόμουν σε ένα καλοντυμένο άντρα που είχε βγει στην πόλη. Εκείνος ο τύπος, ο Λασκαρ, πληρωνόταν καλά από εμένα για το διαμέρισμα του, έτσι ώστε γνώριζα πως το μυστικό μου ήταν ασφαλές στην κατοχή του.

«Λοιπόν, πολύ σύντομα ανακάλυψα πως είχα αποταμιεύσει εξαιρετικά χρηματικά ποσά. Δεν εννοώ πως κάθε επαίτης των δρόμων του Λονδίνου θα μπορούσε να κερδίσει 700 λίρες το χρόνο—τα οποία είναι λιγότερα από τις μέσες απολαβές μου—όμως είχα εξαιρετικά πλεονεκτήματα από την ικανότητα μου στο μακιγιάζ, και επίσης μια ευχέρεια σε αποστομωτικές απαντήσεις, η οποία βελτίωσε την πρακτική μου και με κατέστησε ως μια αναγνωρίσιμη μορφή στην Πόλη. Όλη μέρα μια ροή από πέννες, με αλλαγές από ασήμι, κυλούσαν πάνω μου, και ήταν κακή η μέρα που απέτυχα να βγάλω 2 λίρες.

«Καθώς πλούτισα έγινα περισσότερο φιλόδοξος, πήρα ένα σπίτι στην εξοχή, και τελικά παντρεύτηκα, δίχως κανείς να έχει την παραμικρή υποψία ως προς την πραγματική μου απασχόληση. Η αγαπημένη μου γυναίκα ήξερε πως είχα δουλειές στην Πόλη. Ελάχιστα γνώριζε τι δουλειά.

«Την περασμένη Δευτέρα, είχα τελειώσει για την μέρα και ντυνόμουν στο δωμάτιο μου πάνω από τον τεκέ όταν κοίταξα έξω από το παράθυρο μου και είδα, προς μεγάλο μου τρόμο και έκπληξη, πως η σύζυγος μου στεκόταν στο δρόμο, με τα μάτια της καρφωμένα πάνω μου. Άφησα μια κραυγή έκπληξης, τίναξα πάνω τα χέρια μου για να κρύψω το πρόσωπο μου, και, τρέχοντας στον έμπιστο μου, τον Λασκάρ, τον θερμοπαρακάλεσα να αποτρέψει τον οποιονδήποτε ήθελε να ανέβει πάνω σε μένα. Άκουσα τις φωνές από κάτω, όμως ήξερα πως δεν μπορούσε να ανέβει. Βιαστικά πέταξα τα ρούχα μου, έβαλα εκείνα του επαίτη, και έβαλα τις μπογιές και την περούκα μου. Ακόμη και τα μάτια της συζύγου μου δεν μπόρεσαν να διαπεράσουν μια τόσο τέλεια μεταμφίεση. Όμως τότε μου ήρθε στο μυαλό πως ίσως να γινόταν έρευνα στο δωμάτιο και πως τα ρούχα πιθανόν να με πρόδιδαν. Άνοιξα το παράθυρο, ξανανοίγοντας στην βιάση μου ένα μικρό κόψιμο που είχα επιφέρει πάνω μου στο μπάνιο το ίδιο πρωί. Κατόπιν άρπαξα το παλτό μου, το οποίο βάραινε από τα χάλκινα τα οποία είχα μεταφέρει από το δερμάτινο σάκο στον οποίο κουβαλούσα τις απολαβές μου. Το εκσφενδόνισα έξω από το παράθυρο, και εκείνο χάθηκε μέσα στον Τάμεση. Τα υπόλοιπα ρούχα θα είχαν ακολουθήσει, όμως τη στιγμή εκείνη ακούστηκε μια φασαρία από τους αστυνόμους στη σκάλα, και μερικά λεπτά αργότερα ανακάλυψα, μάλλον, το ομολογώ, προς ανακούφιση μου, πως αντί να αναγνωρισθώ ως Κύριος Νέβιλ Σ. Κλερ, συνελήφθην ως ο δολοφόνος του.

«Δεν νομίζω να υπάρχει κάτι άλλο το οποίο να σας εξηγήσω. Ήμουν αποφασισμένος να διατηρήσω τη μεταμφίεση μου για όσο το δυνατόν περισσότερο, και εξού η επιλογή μου για ένα ρυπαρό πρόσωπο. Γνωρίζοντας πως η σύζυγος μου θα ήταν τρομερά αναστατωμένη, έβγαλα το δαχτυλίδι μου και το εμπιστεύθηκα στον Λασκάρ σε μια στιγμή που κανένας αστυνόμος δεν με παρακολουθούσε, μαζί με ένα βιαστικό σημείωμα, λέγοντας της πως δεν είχε λόγο να φοβάται.»

«Το σημείωμα έφτασε μόλις χθες στα χέρια της,» είπε ο Χολμς.

«Θεούλη μου! Τι βδομάδα θα πρέπει να πέρασε!»

«Η αστυνομία παρακολουθούσε αυτόν τον Λασκάρ,» είπε ο επιθεωρητής Μπράντστρητ, «και κατανοώ απολύτως πως ενδεχομένως να συνάντησε δυσκολία στο να ταχυδρομήσει το γράμμα απαρατήρητος. Πιθανόν να το παρέδωσε σε κάποιο πελάτη του ναυτικό, ο οποίος να το ξέχασε για μερικές ημέρες.»

«Αυτό ήταν,» είπε ο Χολμς, νεύοντας επιδοκιμαστικά· «Δεν έχω ουδεμία αμφιβολία επ’ αυτού. Ωστόσο ποτέ δεν εκδιώχθηκες για επαιτεία;»

«Αρκετές φορές· όμως τι να μου έκανε το πρόστιμο;»

«Θα πρέπει να σταματήσει εδώ, ωστόσο,» είπε ο Μπραντστρητ. «Αν η αστυνομία αποσιωπήσει το ζήτημα, δεν θα πρέπει να υπάρξει και πάλι ο Χιου Μπούν.»

«Ορκίστηκα με τους ιερότερους όρκους που ένας άνθρωπος μπορεί να πάρει.»

«Στην προκειμένη περίπτωση πιστεύω πως είναι πρέπων να μη ληφθούν περαιτέρω βήματα. Όμως αν βρεθείς και πάλι, τότε όλα θα φανερωθούν. Είμαι βέβαιος, Κύριε Χολμς, πως σας είμαστε βαθιά υποχρεωμένοι που ξεκαθαρίσατε το ζήτημα. Μακάρι να ήξερα πως φτάσαμε στα συμπεράσματα σας.

«Κατέληξα στο συγκεκριμένο, είπε ο φίλος μου, ‘καθισμένος πάνω σε πέντε μαξιλάρια και καταναλώνοντας μια ουγκιά καπνού. Πιστεύω, Γουώτσον, πως αν ξεκινήσουμε για την οδό Μπέικερ θα φτάσουμε εγκαίρως για πρωινό.»