Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς/Οι Πέντε Σπόροι Πορτοκαλιού

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς
Συγγραφέας:
Μεταφραστής: Αριστείδης Γεωργούτσος
Οι Πέντε Σπόροι Πορτοκαλιού


Όποτε ξανακοιτάω τις σημειώσεις μου και τα αρχεία των υποθέσεων του Σέρλοκ Χολμς μεταξύ των ετών ’82 και ’90, έρχομαι αντιμέτωπος με τόσες πολλές οι οποίες παρουσιάζουν παράδοξα και ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά ώστε δε μου είναι εύκολο το ζήτημα μεταξύ ποιας να διαλέξω και ποιας να αφήσω. Ορισμένες, ωστόσο, έχουν ήδη αποκτήσει δημοσιότητα μέσω των εφημερίδων, και άλλες δεν προσέφεραν έδαφος για εκείνες τις εξαιρετικές ικανότητες τις οποίες ο σύντροφος μου κατέχει σε τόσο υψηλό βαθμό, και τις οποίες σκοπό έχουν να παρουσιάσουν τα κείμενα ετούτα. Μερικές, πάλι, έχουν προβληματίσει εξαιρετικά το αναλυτικό του ταλέντο, και θα αποτελούσαν, ως αφηγήσεις, αρχές δίχως τέλος, ενώ άλλες έχουν εν μέρει αποσαφηνισθεί, και έχουν τις εξηγήσεις τους εδραιωμένες επί εικασιών και υποθέσεων παρά στην απόλυτη λογική απόδειξη η οποία του είναι τόσο αγαπητή. Υπάρχει, εντούτοις, μια από αυτές τις τελευταίες η όποια είναι τόσο αξιοσημείωτη στις λεπτομέρειες της και τόσο εκπληκτική στα αποτελέσματα της ώστε μπαίνω στον πειρασμό να δώσω κάποια καταγραφή της παρά το γεγονός πως υπάρχουν στοιχεία σε σχέση με αυτή τα οποία ποτέ δεν αποσαφηνίστηκαν, κι ενδεχομένως ποτέ να μην διευκρινιστούν εντελώς.

Το έτος ’87 μας προμήθευσε με μια εκτενή αλληλουχία υποθέσεων μείζονος ή ελάσσονος ενδιαφέροντος, των οποίων διατηρώ τα αρχεία. Μεταξύ των επικεφαλίδων κάτω από το δωδεκάμηνο εκείνο βρίσκω μια καταγραφή της περιπέτειας της Αίθουσας Paradol, της Ερασιτεχνικής Ένωσης Επαιτών, οι οποίοι διατηρούσαν μια πολυτελή λέσχη στο κατώτερο υπόγειο μιας αποθήκης επίπλων, και των γεγονότων που συνδέονται με την απώλεια του Βρετανικού μπάρκου Sophy Anderson, των αξιοσημείωτων περιπετειών του Grise Patersons στο νησί του Uffa, και τέλος της υπόθεσης δηλητηρίασης του Κάμπεργουέλ. Στην τελευταία, όπως ενδεχομένως ενθυμήστε, ο Σέρλοκ Χολμς κατόρθωσε, κουρδίζοντας το ρολόι του νεκρού, να αποδείξει πως είχε κουρδισθεί δυο ώρες νωρίτερα, και πως συνεπώς ο αποθανών είχε πέσει στο κρεβάτι εντός του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος —ένας συλλογισμός ο οποίος διαδραμάτισε εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στη διαλεύκανση της υπόθεσης. Όλες αυτές πιθανόν να τις καταγράψω κάποια μελλοντική στιγμή, εντούτοις καμιά τους δεν παρουσιάζει τέτοια μοναδικά χαρακτηριστικά όπως ο παράδοξος ειρμός των συγκυριών τις οποίες μόλις τώρα έπιασα την πένα μου για να περιγράψω.

Επρόκειτο για τις τελευταίες ημέρες του Σεπτεμβρίου, και οι ισημέρειες θύελλες είχαν ξεκινήσει με εξαιρετική σφοδρότητα. Όλη τη μέρα ο άνεμος ούρλιαζε κι η βροχή χτυπούσε πάνω στα παράθυρα, έτσι ώστε ακόμη και εδώ στην καρδιά του μεγάλου, πρόχειρου Λονδίνου είχαμε εξαναγκασθεί να βγάλουμε το μυαλό μας προς στιγμής από την καθημερινή ρουτίνα της ζωής και να αναγνωρίσουμε την παρουσία εκείνων των σπουδαίων στοιχειακών δυνάμεων που στρίγκλιζαν προς την ανθρωπότητα πίσω από τα σίδερα του πολιτισμού της, σαν ανήμερα αγρίμια στο κλουβί. Καθώς έπεσε το βράδυ, η θύελλα δυνάμωσε, και ο άνεμος θρηνούσε και αγκομαχούσε σα παιδί στην καμινάδα. Ο Σέρλοκ Χολμς καθόταν βαριά σε μια πλευρά του τζακιού διασταυρώνοντας τα αρχεία του εγκλήματος, ενώ εγώ από την άλλη ήμουν βαθιά απορροφημένος σε μια από τις υπέροχες θαλασσινές ιστορίες του Κλάρκ Ράσσελ[1] ώσπου το ουρλιαχτό της θύελλας απέξω φάνηκε να αναμιγνύεται με το κείμενο, και το κροτάλισμα της βροχής να δυναμώνει και να μεταβάλλεται στο μακρύ παφλασμό των θαλασσινών κυμάτων. Η γυναίκα μου ήταν σε επίσκεψη στη μητέρα της, και για μερικές ημέρες ήμουν και πάλι κάτοικος στο παλιό μας διαμέρισμα στην οδό Μπέϊκερ.

«Μπα,» είπα, ρίχνοντας μια ματιά στο σύντροφο μου, «ήταν σίγουρα το κουδούνι. Ποιος θα ερχόταν απόψε; Κάποιος φίλος σου μήπως;»

«Εκτός από σένα δεν έχω κανέναν,» απάντησε. «Δεν ενθαρρύνω τους επισκέπτες.»

«Ένας πελάτης, τότε;»

«Αν είναι έτσι, πρόκειται για σοβαρή υπόθεση. Τίποτα λιγότερο δε θα έφερνε κάποιον έξω μια τέτοια μέρα και μια τέτοια ώρα. Όμως νομίζω πως είναι πιθανότερο να πρόκειται για κάποιο φίλο της σπιτονοικοκυράς.»

Ο Σέρλοκ Χολμς έσφαλε στην εικασία του, ωστόσο, γιατί ένα βήμα ακούστηκε στο διάδρομο και ένα χτύπημα στην πόρτα. Άπλωσε το μακρύ του χέρι για να στρέψει τη λάμπα μακριά του και προς την άδεια καρέκλα επί της οποίας ο νεοφερμένος θα έπρεπε να καθίσει.

«Περάστε!» είπε.

Five-01.jpg

Ο άντρας που μπήκε ήταν νέος, κάπου στα είκοσι-δύο εξωτερικά, φροντισμένος και ευπρεπώς ντυμένος, με κάτι που φανέρωνε εκλέπτυνση και λεπτότητα στη συμπεριφορά του. Η μουσκεμένη ομπρέλα την οποία κρατούσε στο χέρι, και το μακρύ γυαλιστερό του αδιάβροχο φανέρωναν την τρομερή κακοκαιρία από την οποία είχε έρθει. Κοίταξε τριγύρω του ανήσυχα στο άπλετο φως της λάμπας, και διέκρινα πως το πρόσωπο του ήταν χλωμό και τα μάτια του βαριά, όπως εκείνα ανθρώπου που φορτωμένου από μεγάλη στεναχώρια.

«Σας οφείλω μια συγγνώμη,» είπε, τοποθετώντας τα χρυσά πενς-νε στα μάτια του. «Ελπίζω να μη διακόπτω κάτι. Φοβάμαι πως έφερα μερικά ίχνη της καταιγίδας και της βροχής στο ζεστό σας δωμάτιο.»

«Δώστε μου το παλτό και την ομπρέλα σας,» είπε ο Χολμς. «Μπορούν να ακουμπήσουν εδώ στην κρεμάστρα και θα στεγνώσουν αμέσως. Ανεβήκατε από τα νοτιοδυτικά, βλέπω.»

«Μάλιστα, από το Χόρσαμ.»

«Το συγκεκριμένο μίγμα λάσπης και άσβεστη το οποίο διακρίνω επί των παπουτσιών σας είναι απολύτως ενδεικτικό.»

«Ήρθα για συμβουλή.»

«Αυτό είναι ευκόλως αντιληπτό.»

«Και βοήθεια.»

«Αυτό δεν είναι πάντοτε τόσο εύκολο.»

«Άκουσα για εσάς, Κ. Χολμς. Άκουσα από τον Δήμαρχο Πρέντεργκαστ πως τον σώσατε από το σκάνδαλο της Λέσχης Τάνκερβιλ.»

«Α, φυσικά. Εσφαλμένα κατηγορήθηκε πως έκλεβε στα χαρτιά.»

«Είπε πως μπορείτε να ξεδιαλύνετε τα πάντα.»

«Υπερέβαλε.»

«Πως ποτέ δεν αποτύχατε.»

«Έχω αποτύχει τέσσερις φορές—τρεις φορές από άντρες και μια από γυναίκα.»

«Μα πως συγκρίνεται με τον αριθμό των επιτυχιών σας;»

«Αληθεύει πως υπήρξα γενικώς επιτυχής.»

«Τότε ίσως να φανείτε και μαζί μου.»

«Παρακαλώ τραβήξτε την καρέκλα σας μέχρι τη φωτιά και άντε μας τη χάρη να μας δώσετε μερικές λεπτομέρειες αναφορικά με την υπόθεση σας.»

«Δεν πρόκειται περί συνηθισμένης υπόθεσης.»

«Καμία από όσες φτάνουν σε μένα δεν είναι. Αποτελώ το στερνό εφετείο.»

«Κι όμως αναρωτιέμαι, κύριε, αν, με όλη σας την πείρα, έχετε ακούσει μια περισσότερο μυστηριώδη και ανεξήγητη αλληλουχία γεγονότων από όσα συνέβησαν στην ίδια μου την οικογένεια.»

«Με γεμίζετε ενδιαφέρον,» είπε ο Χολμς. «Παρακαλώ παραθέστε μας τα ουσιώδη στοιχεία από την αρχή, και κατόπιν σας ρωτώ σχετικά με τις λεπτομέρειες που θα μου φανούν ως οι πλέον σημαντικές.»

Ο νεαρός μετακόμισε την καρέκλα του και άπλωσε τα βρεγμένα του πόδια προς τη φλόγα.»

«Το όνομα μου,» είπε, «είναι Τζων Όπενσο, μα η υπόθεση μου έχει, από όσο αντιλαμβάνομαι, ελάχιστα σχέση με αυτή τη φρικτή ιστορία. Πρόκειται για κληρονομικό ζήτημα, έτσι ώστε για να σας δώσω μια ιδέα των γεγονότων, πρέπει να επιστρέψω στην έναρξη της υπόθεσης.»

«Θα πρέπει να ξέρετε πως ο παππούς μου είχε δυο γιους—το θείο μου, τον Ελάϊας και τον πατέρα μου, τον Τζόζεφ. Ο πατέρας μου είχε ένα μικρό εργοστάσιο στο Κόβεντρι, το οποίο επέκτεινε κατά την περίοδο της επινόησης της ποδηλασίας. Υπήρξε κάτοχος της ευρεσιτεχνίας των αδιάτρητων τροχών Όπενσο, και η επιχείρηση του είχε τέτοια επιτυχία που κατάφερε να την πουλήσει και να αποσυρθεί με ένα γενναίο εισόδημα που επέτρεπε άνετη διαβίωση.»

«Ο θείος μου, ο Ελάϊας μετανάστευσε στην Αμερική όταν ήταν νέος και έγινε ιδιοκτήτης φυτείας στη Φλόριντα, όπου έγινε γνωστό πως τα πήγε πολύ καλά. Την περίοδο του πολέμου πολέμησε στο στρατό του Τζάκσον, και κατόπιν υπό τον Χούντ όπου και προήχθη σε ταγματάρχη. Όταν ο Λή παρέδωσε τα όπλα ο θείος μου επέστρεψε στην φυτεία του, όπου και παρέμεινε για τρία ή τέσσερα χρόνια. Περί το 1869 ή το 1870 επέστρεψε στην Ευρώπη και αγόρασε μια μικρή έκταση στο Σάσεξ, κοντά στο Χόρσαμ. Δημιούργησε μια εξαιρετικά υπολογίσιμη περιουσία στις Πολιτείες, και ο λόγος για τον οποίο έφυγε ήταν η απέχθεια του για τους νέγρους, και η αντίθεση του προς την Ρεπουμπλικάνικη πολιτική στην επέκταση των προνομίων προς αυτούς. Επρόκειτο για έναν μοναδικό άνθρωπος, ασυγκράτητος και οξύθυμος, και αισχρός στην ομιλία όταν θύμωνε, και με μια πλέον απόμακρη ιδιοσυγκρασία. Κατά την διάρκεια όλων αυτών των χρόνων που έζησε στο Χόρσαμ, αμφιβάλω αν ποτέ έβγαλε το πόδι του έξω από την πόλη. Είχε έναν κήπο και δυο τρία χωράφια γύρω από το σπίτι, και εκεί θα πραγματοποιούσε την άσκηση του, μολονότι πολύ συχνά για βδομάδες ολόκληρες δεν άφηνε το δωμάτιο του. Έπινε πολύ μπράντυ και κάπνιζε υπερβολικά, όμως δεν ήθελε να δει κόσμο, και δεν ήθελε φίλους, ούτε ακόμη τον ίδιο του τον αδελφό.»

«Δεν έδειχνε να ενοχλείται από μένα· στην πραγματικότητα, φάνηκε να με συμπαθεί, γιατί την περίοδο που με πρωτόειδε ήμουν πιτσιρίκι στα δώδεκα ή κάπου εκεί. Θα πρέπει να ήταν το έτος 1878, όταν βρισκόταν κάπου οχτώ με εννέα χρόνια στην Αγγλία. Παρακάλεσε τον πατέρα μου να με αφήσει να ζήσω μαζί του και ήταν πολύ ευγενικός προς εμένα κατά τον τρόπο του. Όταν ήταν νηφάλιος συνήθιζε να του αρέσει να παίζει τάβλι και ντάμα μαζί μου, και με κατέστησε εκπρόσωπο του τόσο προς τους υπηρέτες όσο και προς τους εμπόρους, έτσι ώστε μέχρι την στιγμή που έγινα δεκαέξι ήμουν κύριος του σπιτιού. Κρατούσα όλα τα κλειδιά και μπορούσα να πάω όπου ήθελα και να κάνω ότι ήθελα, εφόσον δεν τον ενοχλούσα στην απομόνωση του. Υπήρχε μια μοναδική εξαίρεση, ωστόσο, γιατί είχε ένα μόνο δωμάτιο, μια αποθήκη άχρηστων επίπλων ανάμεσα στις σοφίτες, το οποίο μονίμως ήταν κλειδωμένο, και στο οποίο δεν επέτρεπε ούτε σε μένα ούτε σε κάποιον άλλο να μπει. Με την αγορίστικη περιέργεια κρυφοκοίταξα μέσα από την κλειδαρότρυπα, όμως ποτέ δεν κατόρθωσα να δω κάτι περισσότερο από μια συλλογή παλιών σεντουκιών και δεμάτων όπως κάποιος θα περίμενε να δει σε ένα τέτοιο δωμάτιο.

«Μια μέρα—ήταν το Μάρτιο του 1883—ένα γράμμα με γραμματόσημο εξωτερικού ήταν ακουμπισμένο στο τραπέζι μπροστά από το πιάτο του ταγματάρχη. Δεν ήταν συνηθισμένο πράγμα για εκείνον να λαμβάνει γράμματα, γιατί οι λογαριασμοί του πληρώνονταν με μετρητά, και δεν είχε καθόλου φίλους. ‘Από την Ινδία!’ είπε καθώς το ανασήκωσε, ‘Ταχυδρομική σήμανση Πόντιτσέρι! Τι μπορεί να είναι;’ Ανοίγοντας το βιαστικά, από μέσα του αναπήδησαν πέντε αποξηραμένοι σπόροι πορτοκαλιού, οι οποίοι σκορπίστηκαν πάνω στο πιάτο του. Άρχισα να γελάω με το ζήτημα, όμως το γέλιο πάγωσε στα χείλη μου στη θέα του προσώπου του. Τα χείλια του είχαν κρεμάσει, και τα μάτια του ήταν διάπλατα ανοικτά, το δέρμα του είχε το χρώμα του στόκου, και αγριοκοίταζε τον φάκελο τον οποίο κρατούσε ακόμη στο τρεμάμενο χέρι του, ‘Κ. Κ. Κ.!’ Αναφώνησε, και κατόπιν, ‘Θεέ μου, Θεέ μου, οι αμαρτίες μου με πρόφτασαν!’»

«’Τι συμβαίνει, θείε;’ Φώναξα.

«’Θάνατος,’ είπε εκείνος, και σηκώθηκε από το τραπέζι κι αποσύρθηκε στο δωμάτιο του, αφήνοντας με να τρέμω από τρόμο. Σήκωσα τον φάκελο και είδε γραμμένο με κόκκινο μελάνι πάνω στο εσωτερικό κάλυμμα, μόλις πάνω από την κόλλα, το γράμμα Κ να επαναλαμβάνεται τρεις φορές. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκτός από τους πέντε αποξηραμένους σπόρους πορτοκαλιού. Ποιος θα μπορούσε να είναι ο λόγος για τον ακατάσχετο τρόμο του; Άφησα το τραπέζι του πρωινού και καθώς ανέβαινα τη σκάλα τον συνάντησα να κατεβαίνει με ένα παλιό σκουριασμένο κλειδί, το οποίο θα πρέπει να άνηκε στην σοφίτα, στο ένα χέρι, και ένα μικρό μπρούτζινο κουτί, σαν κουμπαρά, στο άλλο.

«’Ας κάνουν ότι θέλουν, μα εγώ θα τους τη φέρω ξανά,’ είπε με μια βλαστήμια. ‘Πες στην Μαίρη πως θα ‘θελα να ανάψει τη φωτιά στο δωμάτιο μου σήμερα, και μήνυσε κάτω στον Φόρντχαμ, τον δικηγόρο του Χόρσαμ.’

«Έκανα όπως πρόσταξε, και όταν ο δικηγόρος έφτασε του ζήτησα να ανέβει πάνω στο δωμάτιο. Η φωτιά έκαιγε δυνατά, και στη σχάρα υπήρχε ένας σωρός από μαύρη, πυκνή στάχτη, σαν από καμένο χαρτί, ενώ το μπρούτζινο κουτί αναπαυόταν ανοικτό και άδειο πλάι της. Καθώς κοίταξα το κουτί παρατήρησα ξαφνιασμένα, πως πάνω στο καπάκι του βρισκόταν εντυπωμένο το τριπλό Κ το οποίο είχα διαβάσει το πρωί επί του φακέλου.

«’Επιθυμώ Τζων,’ είπε ο θείος μου, ‘να παρασταθείς ως μάρτυρας στη διαθήκη μου. Αφήνω την περιουσία, με όλα τα πλεονεκτήματα ή τα μειονεκτήματα της, στον αδελφό μου, τον πατέρα σου, εκ του οποίου, δίχως αμφιβολία, θα περάσουν σε σένα. Αν μπορείς να τα απολαύσεις γαλήνια, καλά και ωραία! Αν δεις πως δε μπορείς, άκου τη συμβουλή μου, αγόρι μου, και άφησε τα στο χειρότερο εχθρό σου. Λυπάμαι που σου δίνω ένα τόσο ( two-edged thing ??? έκφραση?), μα δε μπορώ να γνωρίζω ποια θα είναι η τροπή των πραγμάτων. Αν έχεις την καλοσύνη υπέγραψε το χαρτί εκεί που σου υποδεικνύει ο Κος Φόρντχαμ.’

«Υπέγραψα το χαρτί όπως πρόσταξε, και ο δικηγόρος έφυγε παίρνοντας το μαζί του. Το μοναδικό περιστατικό μου άφησε, όπως ενδεχομένως αντιλαμβάνεστε, την βαθύτερη εντύπωση, και το συλλογίστηκα και το γυρόφερα με κάθε τρόπο στο νου μου δίχως να κατορθώσω να φθάσω σε κάποια λύση. Εντούτοις αδυνατούσα να αποτινάξω το αμυδρό συναίσθημα φόβου το οποίο άφησε πίσω του, αν και η εντύπωση έγινε λιγότερο έντονη καθώς οι βδομάδες πέρασαν και τίποτα δε συνέβη το οποίο να αναστατώσει τη συνήθη ρουτίνα της ζωής μας. Διέκρινα μια αλλαγή στο θείο μου, ωστόσο. Έπινε περισσότερο από ποτέ, και ήταν λιγότερο προδιατεθειμένος για οποιοδήποτε είδους κοινωνικότητα. Τον περισσότερο χρόνο του θα τον περνούσε στο δωμάτιο του, με την πόρτα κλειδωμένη από μέσα, μα μερικές φορές θα ξεπρόβαλε σε κάποια μεθυσμένη φρενίτιδα και θα ξεχυνόταν έξω από το σπίτι τρέχοντας από δω κι από κει στον κήπο με ένα περίστροφο στο χέρι του, φωνάζοντας πως δεν φοβόταν κανέναν, και πως δεν επρόκειτο να μαντρωθεί, σαν πρόβατο στο μαντρί, από άνθρωπο ή διάβολο. Όταν αυτές οι εκρήξεις περνούσαν ωστόσο, θα ορμούσε στην πόρτα και θα την κλείδωνε και αμπάρωνε πίσω του, σαν άνθρωπος που δεν άντεχε περισσότερο τον τρόμο που κείτεται στα βάθη της ψυχής του. Τέτοιες στιγμές είχα δει το πρόσωπο του, ακόμη και μια παγωμένη μέρα, να γυαλίζει μουσκεμένο, λες κι είχε μόλις βγει από μια μπανιέρα.

Five-02.jpg

«Λοιπόν, για να φθάσω στο τέλος του ζητήματος, Κε Χολμς, και να μη καταχραστώ την υπομονή σας, ήρθε μια νύχτα όταν βγήκε για μια από τις μεθυσμένες του εξορμήσεις και που δεν ξαναήρθε ποτέ πίσω. Τον βρήκαμε, όταν πήγαμε να τον ψάξουμε, μπρούμυτα σε μια μικρή πρασινωπή λιμνούλα, που βρισκόταν στην άκρη του κήπου. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος βίας, και το νερό δεν ήταν παρά μικρό μέτρο βάθος, έτσι ώστε το δικαστήριο, έχοντας επίγνωση της γνωστής του εκκεντρικότητας, αποφάνθηκε με την ετυμηγορία της αυτοκτονίας. Όμως εγώ, που γνώριζα πόσο απεχθανόταν την ίδια τη σκέψη του θανάτου, έκανα τα πάντα για να πείσω τον εαυτό μου πως είχε τραβήξει το δρόμο για να τον συναντήσει. Το θέμα πέρασε, ωστόσο, και ο πατέρας μου απέκτησε την κατοχή της περιουσίας, και κάπου 14,000 λιρών, τις οποίες και πίστωσε στον τραπεζικό λογαριασμό του.»

«Μια στιγμή,» παρεμβλήθηκε ο Χολμς, «η κατάθεση σας είναι, όπως προβλέπω, μια από τις πλέον αξιοσημείωτες που άκουσα ποτέ. Δώστε μου την ημερομηνία της λήψης, από τον θείο σας, του γράμματος και της ημέρας της υποτιθέμενης αυτοκτονίας του.»

«Το γράμμα έφθασε στις 10 Μαρτίου, του 1883. Ο θάνατος ήρθε επτά εβδομάδες αργότερα, κατά τη νύχτα τις 2ης του Μαΐου.»

«Σας ευχαριστώ. Παρακαλώ συνεχίστε.»

«Όταν ο πατέρας μου ανέλαβε την ιδιοκτησία στο Χόρσαμ, ο ίδιος, κατόπιν αιτήματος μου, προέβη σε μια προσεκτική εξέταση της σοφίτας, η οποία ήταν πάντοτε κλειδωμένη. Βρήκαμε το μπρούτζινο κουτί εκεί, μολονότι τα περιεχόμενα του είχαν καταστραφεί. Στο εσωτερικό του καπακιού του υπήρχε μια χάρτινη ετικέτα, με τα αρχικά του Κ. Κ. Κ. να επαναλαμβάνονται πάνω της, και με ένα ‘Επιστολές, αναμνηστικά, αποδείξεις, και πράξεις’ γραμμένο από κάτω. Αυτά, υποθέτουμε, ήσαν ενδεικτικά της φύσης των εγγράφων τα οποία είχαν καταστραφεί από τον Ταγματάρχη Όπενσο. Όσο για τα υπόλοιπα, δεν υπήρχε τίποτα ιδιαίτερης σημασίας στη σοφίτα παρεκτός πολλών σκορπισμένων εφημερίδων και λευκωμάτων που σχετίζονταν με τη ζωή του θείου μου στην Αμερική. Ορισμένα από αυτά ήταν από τον καιρό του πολέμου και έδειχναν πως είχε πράξει καλά το καθήκον του και είχε αποκτήσει την φήμη ενός γενναίου στρατιώτου. Άλλα προέρχονταν από μια χρονολογία κατά την διάρκεια της ανοικοδόμησης των Νότιων πολιτειών, και ως επί το πλείστον αφορούσαν την πολιτική, γιατί είχε εμφανώς παίξει μεγάλο ρόλο αντιτιθέμενος στους πολιτικάντηδες που είχαν εκδιωχθεί[2] από το Νότο.

«Λοιπόν, επρόκειτο για τις αρχές του ’84 όταν ο πατέρας ήρθε να ζήσει στο Χόρσαμ, και όλα πήγαιναν όσο καλά γινόταν μαζί μας μέχρι τον Ιανουάριο του ’85. Την τέταρτη μέσα μετά τον νέο χρόνο άκουσα τον πατέρα μου να βγάζει μια κοφτή κραυγή έκπληξης καθώς καθίσαμε παρέα στο τραπέζι του πρωινού. Εκεί βρισκόταν, καθισμένος με έναν μόλις ανοιγμένο φάκελο στο ένα χέρι και πέντε σπόρους πορτοκαλιού στην απλωμένη παλάμη του άλλου. Πάντοτε γελούσε σε ότι αποκαλούσε παραμύθι αναφορικά με τον ταγματάρχη, όπως έδειχνε πολύ τρομαγμένος και προβληματισμένος τώρα που το ίδιο πράγμα είχε συμβεί και σε εκείνον.

Five-03.jpg

«’Μα, τι στο καλό σημαίνει, Τζων;’ τραύλισε.»

«Η καρδιά μου είχε παγώσει, ‘Είναι το Κ.Κ.Κ.,’ είπα.»

«Κοίταξε στο εσωτερικό του φακέλου. ‘Έτσι είναι,» αναφώνησε. ‘Εδώ είναι τα γράμματα τα ίδια. Όμως τι αυτό που είναι γραμμένο από πάνω τους;’»

«’Βάλε τα χαρτιά στο ηλιακό ρολόι,» διάβασα, κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο του.»

«’Ποια χαρτιά; Ποιο ηλιακό ρολόι;» ρώτησε εκείνος.»

«Το ηλιακό ρολόι στον κήπο. Δεν υπάρχει άλλο,’ είπα εγώ· ‘μα τα χαρτιά πρέπει να είναι εκείνα που καταστράφηκαν.’»

«’Σιγά το πράμα!’ Είπε εκείνος, ξεθαρρεύοντας. ‘Βρισκόμαστε σε μια πολιτισμένη χώρα, και δε θα δεχθούμε κανενός είδους ανόητης συμπεριφοράς. Από πού έρχεται αυτό το πράγμα;’»

«’Από το Νταντή,’ απάντησα, ρίχνοντας μια ματιά στην ταχυδρομική σήμανση.»

«’Μια τόσο εξοργιστική φάρσα κι αυτή,’ είπε. ‘Τι έχω εγώ να κάνω με ηλιακά ρολόγια και χαρτιά; Δεν θα δώσω σημασία σε τέτοιες ανοησίες.’»

«’Εγώ σίγουρα θα το ανέφερα στην αστυνομία,’ είπα.»

«’Και να γίνω περίγελος για τους μπελάδες μου. Τίποτα τέτοιο δε θα γίνει.’»

«’Τότε με αφήνεις να το κάνω εγώ;’»

«‘Όχι, σου απαγορεύω. Δεν θα επιτρέψω να γίνει σούσουρο για μια τέτοια ανοησία.’»

«Ήταν μάταιο να διαφωνήσω μαζί του, γιατί ήταν ένας εξαιρετικά πεισματάρης άνθρωπος. Συνέχισα, ωστόσο, με καρδιά που ήταν πλημμυρισμένη από σκοτεινά προαισθήματα.»

«Την τρίτη ημέρα κατόπιν του άφιξης του γράμματος ο πατέρας μου έφυγε από το σπίτι για να επισκεφτεί έναν παλιό του φίλο, τον Λοχαγό Φρήμποντυ, ο οποίος τελούσε διοικητής ενός από τα στρατόπεδα επί του λόφου Πόρτσντάουν. Χάρηκα που έπρεπε να φύγει, γιατί είχα την εντύπωση πως βρισκόταν μακριά από κίνδυνο όταν απουσίαζε από το σπίτι. Σ’ αυτό, ωστόσο, έσφαλλα. Την δεύτερη ημέρα της απουσίας του έλαβα ένα τηλεγράφημα από τον λοχαγό, στο οποίο με παρακαλούσε να πάω εκεί αμέσως. Ο πατέρας μου είχε πέσει σε ένα από το βαθιά ασβεστολιθικά ορύγματα τα οποία βρίσκονταν σε αφθονία στην περιοχή, και είχε μείνει αναίσθητος, με σπασμένο κρανίο. Πήγα βιαστικά κοντά του, όμως έσβησε δίχως να ανακτήσει ποτέ τις αισθήσεις του. Επέστρεφε, όπως εμφαίνεται, από το Φάρχαμ κατά το σούρουπο, και όπως η περιοχή του ήταν άγνωστη, και τα ασβεστολιθικά ορύγματα ήταν ακάλυπτα, έτσι το δικαστήριο δεν δίστασε να δώσει την ετυμηγορία του ‘θανάτου από ατύχημα.’ Με όση προσοχή κι αν εξέτασα κάθε στοιχείο που συνδεόταν με τον θάνατο του, δεν κατόρθωσα να βρω κάτι το οποίο να προτείνει την ιδέα του φόνου. Δεν υπήρχαν ίχνη βίας, ούτε πατημασιές, ούτε ληστεία, ούτε καταγραφή αγνώστων να έχουν θεαθεί στους δρόμους. Κι όμως νοιώθω την ανάγκη να σας πω πως το μυαλό μου απείχε πολύ από το να γαληνεύσει, και πως ήμουν για τα καλά σίγουρος πως κάποια άσχημη πλεκτάνη του είχε στηθεί.»

«Εκείνη την σκοτεινή μέρα έγινα κάτοχος της κληρονομιάς μου. Θα με ρωτήσετε γιατί δεν την ξεφορτώθηκα; Θα απαντήσω, επειδή ήμουν καλά πεισμένος πως τα προβλήματα μου είχαν κατά κάποιο τρόπο σχέση με κάποιο περιστατικό στη ζωή του θείο μου, και πως ο κίνδυνος θα ήταν εξίσου πιεστικός τόσο σε ένα σπίτι όσο και σε κάποιο άλλο.»

Five-04.jpg

«Επρόκειτο για τον Ιανουάριο του ’85, όταν ο κακομοίρης ο πατέρας μου βρήκε το τέλος του, και δυο χρόνια και έξι μήνες έχουν περάσει από τότε. Κατά τον χρόνο αυτό έζησα ευτυχισμένα στο Χόρσαμ, και είχα αρχίσει να ελπίζω πως η κατάρα είχε αφήσει την οικογένεια, και πως είχε τελειώσει με την προηγούμενη γενιά. Βιάστηκα να νοιώσω άνετα, ωστόσο· χθες το πρωί το πλήγμα ήρθε όπως ακριβώς είχε έρθει και στον πατέρα μου.»

Ο νεαρός έβγαλε από το παλτό του έναν τσαλακωμένο φάκελο, και γυρίζοντας τον στο τραπέζι τίναξε έξω πέντε μικρούς αποξηραμένους σπόρους πορτοκαλιού.

«Αυτός είναι ο φάκελος,» συνέχισε. «Η ταχυδρομική σήμανση είναι του Λονδίνου —ανατολικό παράρτημα. Εντός βρίσκονται τα ίδια εκείνα λόγια που βρίσκονταν στο στερνό μήνυμα του πατέρα μου: ‘Κ.Κ.Κ.’· και κατόπιν ‘Βάλε τα χαρτιά στο ηλιακό ρολόι’»

«Τι κάνατε;» ρώτησε ο Χολμς.

«Τίποτα.»

«Τίποτα;»

«Για να πω την αλήθεια»—βύθισε το πρόσωπο του στα λεπτά, λευκά χέρια του—«Ένοιωθα αβοήθητος. Ένοιωθα σαν ένα από εκείνα τα κακόμοιρα κουνέλια όταν το φίδι ορμά κατά πάνω του. Κατά τα φαινόμενα βρίσκομαι στον κλοιό κάποιου ακατανίκητου (resistless ??? δεν μου κολλάει τίποτα), αδυσώπητου κακού, ενάντια στο οποίου ούτε η πρόβλεψη κι ούτε οι προφυλάξεις μπορούν να σε προστατέψουν.»

«Τσκ! Τσκ!» αναφώνησε ο Σέρλοκ Χολμς. «Οφείλεις να δράσεις, άνθρωπε, ειδάλλως είσαι χαμένος. Τίποτα άλλο παρά η δράση δε μπορεί να σε σώσει. Δεν είναι ώρα για απελπισίες.»

«Μίλησα με την αστυνομία.»

«Αχά!»

«Όμως άκουσαν την ιστορία μου χαμογελώντας. Είμαι πεπεισμένος πως ο επιθεωρητής έχει σχηματίσει την άποψη πως τα γράμματα είναι όλα φάρσες, και πως οι θάνατοι των συγγενών μου υπήρχαν όντως ατυχήματα, όπως δήλωσε το δικαστήριο, και πως δεν συνδέονταν με τις προειδοποιήσεις.»

Ο Χολμς κούνησε τα σφιγμένα του χέρια στον αέρα. «Απίστευτη ανικανότητα!» φώναξε.

«Μου απέσπασαν, ωστόσο, έναν αστυνομικό, ο οποίος μπορεί να παραμείνει στο σπίτι μαζί μου.»

«Έχει έρθει μαζί σας απόψε;»

«Όχι. Οι εντολές του ήταν να παραμείνει στο σπίτι.»

Και πάλι ο Χολμς τίναξε έξαλλος τα χέρια του στον αέρα.

«Γιατί δεν ήρθε μαζί σας,» φώναξε, «και, υπεράνω όλων, γιατί δεν ήρθατε αμέσως;»

«Δεν ήξερα. Μόλις σήμερα μίλησα με τον Λοχαγό Πεντεργκάστ σχετικά με τα προβλήματα μου, και μου συνέστησε να έρθω σε εσάς.»

«Πάνε όντως δυο μέρες από τότε που λάβατε το γράμμα. Θα έπρεπε να έχουν ενεργήσει νωρίτερα. Δεν έχετε περαιτέρω αποδείξεις, να υποθέσω, από όσα θέσατε ενώπιον μας—καμία υποδηλωτική διευκρίνιση η οποία ενδεχομένως να μας βοηθούσε;»

«Υπάρχει κάτι,» είπε ο Τζων Όπενσο. Έψαξε την τσέπη του σακακιού του, και, τραβώντας έξω ένα κομμάτι ξεθωριασμένου, γαλαζόχρωμου χαρτιού, το απέθεσε επί του γραφείου. Έχω κάποια ανάμνηση,» είπε, «πως την ημέρα που ο θείος έκαψε τα χαρτιά παρατήρησα ότι τα μικρά άκαυτα απομεινάρια των περιθωρίων τα οποία κείτονταν μέσα στις στάχτες ήταν αυτής της απόχρωσης. Βρήκα το μοναδικό αυτό φύλλο στο πάτωμα του δωματίου του, και τείνω να σκεφθώ πως ενδέχεται να αποτελεί ένα από τα χαρτιά το οποίο, ίσως, παρασύρθηκε από τα υπόλοιπα, και καθαυτό τον τρόπο διέφυγε την καταστροφή. Πέραν της αναφοράς των σπόρων, δεν βρίσκω ότι συνεισφέρει και πολλά. Πιστεύω πως πρόκειται για σελίδα από κάποιο προσωπικό ημερολόγιο. Η γραφή είναι αναμφίβολα του θείου μου.»

Ο Χολμς μετακίνησε τη λάμπα, και μαζί σκύψαμε πάνω από το φύλλο του χαρτιού, το οποίο φανέρωνε από την τραχιά του άκρη πως όντως είχε σχιστεί από κάποιο βιβλίο. Τιτλοφορούταν, «Μάρτιος, 1869,» και από κάτω του υπήρχαν οι ακόλουθες αινιγματικές σημειώσεις:


4η Ο Χάντσον ήρθε. Ίδια γνωστή πλατφόρμα.
7η Έστειλα τους σπόρους στον ΜακΚάλεϋ, τον Πάραμορ, και τον Τζων Σουέην, από τον Άγιο Αυγουστίνο.
9η Ο ΜακΚάλεϋ καθάρισε.
12η Επισκέφτηκα τον Πάραμορ. Όλα καλά.


«Σας ευχαριστώ!» είπε ο Χολμς, διπλώνοντας το χαρτί και επιστρέφοντας το στον επισκέπτη μας. «Και τώρα δεν πρέπει για κανένα λόγο να χάσετε ούτε στιγμή. Δεν μπορούμε να σπαταλήσουμε χρόνο ακόμη και για να συζητήσουμε τα όσα μου είπατε. Πρέπει να πάτε σπίτι αμέσως και να ενεργήσετε.»

«Τι να κάνω;»

«Δεν απομένει πάρα μόνο ένα πράγμα να κάνετε. Επιβάλλεται να γίνει αμέσως. Πρέπει να βάλετε αυτό το κομμάτι χαρτί που μας δείξατε μέσα στο μπρούτζινο κουτί το οποίο μας περιγράψατε. Πρέπει επίσης να βάλετε μέσα ένα σημείωμα λέγοντας πως όλα τα υπόλοιπα χαρτιά κάηκαν από το θείο σας, και πως αυτό είναι το μόνο το οποίο απομένει. Να επιμείνετε σ’ αυτό με λόγια τέτοια ώστε να αποπνέουν πειστικότητα. Έχοντας τελειώσει με αυτό, θα πρέπει αμέσως να τοποθετήσετε το κουτί στο ηλιακό ρολόι, όπως προσταχθήκατε. Καταλαβαίνετε;»

«Απολύτως.»

«Μη σκέφτεστε περί εκδίκησης, ή οτιδήποτε συναφές, επί του παρόντος. Πιστεύω πως ενδέχεται να το επιτύχουμε δια της νόμιμης οδού· όμως έχουμε να στήσουμε τον δικό μας ιστό, ενώ ο δικός τους είναι ήδη στημένος. Πρώτο μας μέλημα είναι να απομακρύνουμε τον άμεσο κίνδυνο ο οποίο σας απειλεί. Το δεύτερο είναι να εξιχνιάσουμε το μυστήριο και να τιμωρήσουμε τους ενόχους.»

«Σας ευχαριστώ,» είπε ο νεαρός, καθώς σηκώθηκε και φόρεσε το παλτό του. «Μου χαρίσατε νέα ζωή και ελπίδα. Βεβαίως θα κάνω όπως συμβουλεύετε.»

«Μην χάσε στιγμή. Και, υπεράνω όλων, φροντίστε τον εαυτό σας στο μεσοδιάστημα, γιατί δεν πιστεύω πως υπάρχει αμφιβολία ότι απειλήστε από ένα πραγματικό και άμεσο κίνδυνο. Πως θα επιστρέψετε;»

«Με τραίνο από το Γουάτερλου.»

«Δεν είναι ακόμη εννέα. Οι δρόμοι θα είναι συνωστισμένοι, έτσι πιστεύω πως ίσως να είστε ασφαλής. Και πάλι δεν μπορείτε να προφυλαχτείτε αρκετά.»

«Είμαι οπλισμένος.»

«Καλό αυτό. Αύριο θα ξεκινήσω να εργάζομαι στην υπόθεση σας.»

«Θα σας δω στο Χόρσαμ, τότε;»

«Όχι, το μυστικό σας έγκειται στο Λονδίνο. Εκεί και θα το αναζητήσω.»

«Τότε θα σας επισκεφθώ σε μια ημέρα, ή σε δυο ημέρες, με νέα όσον αφορά το κουτί και τα χαρτιά. Θα διεκπεραιώσω τις συμβουλές ως και την τελευταία λεπτομέρεια.» Μας έσφιξε τα χέρια και αναχώρησε. Έξω ο άνεμος ακόμη ούρλιαζε και η βροχή κατάβρεχε και χτυπούσε πάνω στα παράθυρα μας. Αυτή η παράξενη, επικίνδυνη ιστορία έμοιαζε να μας έχει έρθει καταμεσής των ξέφρενων στοιχείων της φύσης —ριγμένη πάνω μας σαν ένα στρώμα από φύκια σε μια θύελλα—και τώρα λες κι ήρθε απορροφηθεί και πάλι μέσα τους για μια ακόμη φορά.

Five-05.jpg

Ο Σέρλοκ Χολμς κάθισε για λίγη ώρα σιωπηλός, με το κεφάλι του σκυμμένο εμπρός και τα μάτια του καρφωμένα πάνω στην κόκκινη λάμψη της φωτιάς. Κατόπιν άναψε την πίπα του, και γέρνοντας πίσω στην πολυθρόνα του παρακολούθησε τα γαλάζια δαχτυλίδια του καπνού καθώς κυνηγούσαν το ένα το άλλο στο ταβάνι.

«Σκέφτομαι, Γουώτσον,» σχολίασε εντέλει, «πως από όλες οι υποθέσεις που είχαμε καμία δεν ήταν τόσο φανταστική όσο ετούτη.»

«Παρεκτός, ίσως, από το Σημάδι των Τεσσάρων.»

«Καλά, ναι. Παρεκτός, ίσως, αυτής. Κι όμως τούτος ο Τζων Όπενσο μου φαίνεται σαν να βαδίζει καταμεσής ακόμη μεγαλύτερων δεινών από όσοι οι Σόλτο.»

«Όμως,» ρώτησα, «σχημάτισες κάποια ολοκληρωμένη άποψη όσον αφορά το ποιόν των δεινών;»

«Δεν τίθεται ζήτημα σχετικά με την φύση τους,» απάντησε.

«Τότε ποιοι είναι; Ποιος είναι αυτός ο Κ.Κ.Κ., και γιατί καταδιώκει αυτή την άτυχη οικογένεια;»

Ο Σέρλοκ Χολμς έκλεισε τα μάτια του και ακούμπησε τους αγκώνες του στα μπράτσα της πολυθρόνας, με τις άκρες των δακτύλων του ενωμένες. «Ο ιδανικός στοχαστής,» σχολίασε, «όταν θα του παρουσιαζόταν ένα μοναδικό στοιχείο με όλα όσα το αφορούν, θα επήγαγε από αυτό όχι μόνο την αλληλουχία των γεγονότων που οδήγησαν σ’ αυτό αλλά επίσης όλα τα αποτελέσματα τα οποία θα απορρέανε από αυτό. Όπως ο Cuvier μπορούσε ορθά να περιγράψει ένα πλήρες ζώο από την θεώρηση ενός μοναδικού οστού, έτσι ο παρατηρητής ο οποίος έχει σχολαστικά κατανοήσει ένα δεσμό σε μια ακολουθία γεγονότων θα κατορθώσει με ακρίβεια να δηλώσει όλα τα υπόλοιπα, τόσο πριν όσο και μετά. Δεν έχουμε ακόμη συλλάβει τα αποτελέσματα τα οποία η λογική και μόνο δύναται να επιτύχει. Τα προβλήματα ενδεχομένως να επιλυθούν στην μελέτη εκείνου που έχει περιπλέξει όλους εκείνους που αναζήτησαν κάποια λύση με τη συνδρομή των αισθήσεων τους. Για να προωθήσει την τέχνη, ωστόσο, στο υπέρτατο επίπεδο της, κρίνεται αναγκαίο ο στοχαστής να είναι σε θέση να αξιοποιήσει όλα τα στοιχεία τα οποίο έχουν περιέλθει στην αντίληψη του· κι αυτό από μόνο του υπονοεί, όπως αμέσως θα δεις, μια πλήρη κατοχή της γνώσης, η οποία, ακόμη και στις μέρες αυτές της δωρεάν παιδείας και των εγκυκλοπαιδειών, αποτελεί ένα μάλλον σπάνιο επίτευγμα. Δεν είναι τόσο αδύνατο, ωστόσο, ένας άνθρωπος να καταχτήσει όλη τη γνώση η οποία πιθανότατα να του αποβεί χρήσιμη στην εργασία του, και το αυτό επιχείρησα στη περίπτωση μου να κάνω. Αν θυμάμαι σωστά, εσύ σε μια περίσταση, τον πρώτο καιρό της φιλίας μας, προσδιόρισες τα όρια μου κατά έναν ιδιαίτερα ακριβή τρόπο.»

«Ναι,» απάντησα, γελώντας. «Επρόκειτο για ένα μοναδικό έγγραφο. Φιλοσοφία, αστρονομία, και πολιτική σημειώνονταν ως μηδενικές, όπως θυμάμαι. Βοτανολογία ποικίλες, γεωλογία εξαιρετικές όσον αφορά τους λεκέδες λάσπης από κάθε περιοχή εντός πενήντα μιλίων της πόλης, χημεία εκκεντρικές, ανατομία μη συστηματικές, πολύκροτη λογοτεχνία και ποινικά χρονικά μοναδικές, βιολιστής, μποξέρ, ξιφομάχος, δικηγόρος, και φαρμακευτής σου από κοκαΐνη και καπνό. Αυτά, πιστεύω, αποτέλεσαν τα κύρια σημεία της ανάλυσης μου.»

Ο Χολμς έκανε μια γκριμάτσα στην τελευταία αναφορά. «Καλώς,» είπε, «λέω τώρα, όπως είπα και τότε, πως κάθε άνθρωπος πρέπει να διατηρεί τη μικρή σοφίτα-μυαλό του επιπλωμένη με όσα πιθανόν να χρησιμοποιήσει, και τα υπόλοιπα μπορεί να τα βάλει στην αποθήκη της βιβλιοθήκης του, όπου και μπορεί να τα βρει όποτε το θελήσει. Τώρα, για μια τέτοια υπόθεση όπως αυτή που μας ανατέθηκε απόψε, κρίνεται αναγκαίο να συγκεντρώσουμε όλες τις πηγές μας. Αν έχεις την καλοσύνη κατέβασε μου το γράμμα Κ της Αμερικανικής Εγκυκλοπαίδειας που βρίσκεται στο ράφι πλάι σου. Σε ευχαριστώ. Τώρα ας συλλογιστούμε την κατάσταση για να δούμε τι είναι δυνατόν να επαγάγουμε από αυτή. Κατ’ αρχήν, μπορούμε να ξεκινήσουμε με την ισχυρή υπόθεση πως ο Ταγματάρχης Όπενσο είχε κάποιο εξαιρετικά σοβαρό λόγο για να εγκαταλείψει την Αμερική. Οι άνθρωποι στον καιρό που έζησε δεν αλλάζουν όλες τις συνήθειες τους και δεν τις ανταλλάσσουν το ελκυστικό κλίμα της Φλόριντας για την μοναχική ζωή μιας Αγγλικής επαρχιακής πόλης. Η ακραία αγάπη του για απομόνωση στην Αγγλία προτείνει την ιδέα πως φοβόταν κάποιον ή κάτι, έτσι μπορούμε να θεωρήσουμε ως μια λειτουργική υπόθεση πως φοβόταν κάποιον ή κάτι που τον οδήγησαν να αφήσει την Αμερική. Όσον αφορά το τι ήταν αυτό που φοβόταν, μπορούμε μόνο να το επαγάγουμε λαμβάνοντας υπόψη μας τα απειλητικά γράμματα τα οποία ελήφθησαν από τον ίδιο και τους διαδόχους του. Παρατήρησες τις ταχυδρομικές σημάνσεις των γραμμάτων;»

«Το πρώτο ήταν από το Πόντιτσέρι, το δεύτερο από το Νταντί, και το τρίτο από το Λονδίνο.»

«Από το Ανατολικό Λονδίνο. Τι συμπεραίνεις εξ αυτού;»

«Είναι όλα τους λιμάνια. Άρα ο γράφων βρισκόταν πάνω σε πλοίο.»

«Άψογα. Έχουμε ήδη ένα στοιχείο. Δε μπορεί να υπάρξει αμφιβολία πως οι πιθανότητες—οι ισχυρές πιθανότητες—δηλώνουν πως ο γράφων βρισκόταν πάνω σε πλοίο. Και τώρα ας συλλογιστούμε ένα άλλο σημείο. Στην περίπτωση του Πόντιτσερι, επτά εβδομάδες πέρασαν μεταξύ της απειλής και της πραγματοποίησης της, στο Νταντί ήταν μόλις κάπου τρεις με τέσσερις μέρες. Προτείνει κάτι το συγκεκριμένο;»

«Μεγαλύτερη απόσταση να διανυθεί.»

«Όμως το γράμμα είχε επίσης μεγαλύτερη απόσταση να ταξιδέψει.»

«Τότε δεν κατανοώ το ζήτημα.»

«Υπάρχει τουλάχιστον μια υπόθεση πως το σκάφος στο οποίο ο άνθρωπος είτε οι άνθρωποι βρίσκονται είναι ιστιοφόρο. Κατά τα φαινόμενα έστελναν πάντοτε τις ιδιάζουσες προειδοποιήσεις τους ή τα σύμβολα τους πριν ξεκινήσουν την αποστολή τους. Δες πόσο σύντομα η πράξη ακολούθησε το σήμα όταν ήρθε από το Νταντί. Αν είχαν έρθει από το Πόντιτσερι με κάποιο ατμόπλοιο θα είχαν φθάσει σχεδόν συγχρόνως με το γράμμα τους. Όμως, στην πραγματικότητα, επτά εβδομάδες μεσολάβησαν. Πιστεύω πως εκείνες οι επτά εβδομάδες αντιπροσώπευσαν την διαφορά μετά του ταχυδρομικού πλοίου που έφερε το γράμμα και του ιστιοφόρου που έφερε τον γράφοντα.»

«Είναι εφικτό.»

«Κάτι παραπάνω. Είναι επιτεύξιμο. Και τώρα αντιλαμβάνεσαι την ολέθρια βαρύτητα της νέας περίπτωσης, και τον λόγο για τον οποίο προέτρεψα τον νεαρό Όπενσο να προσέχει. Το χτύπημα πάντοτε έπεφτε στο τέλος του χρόνου που θα έπαιρνε για τους αποστολείς να διανύσουν την απόσταση. Όμως το συγκεκριμένο προήλθε από το Λονδίνο, και συνεπώς δε μπορούμε να υπολογίσουμε κάποιες καθυστερήσεις.»

«Θεέ μου!» φώναξα. «Τι είναι δυνατόν να σημαίνει, μια τόσο αδυσώπητη καταδίωξη;»

«Τα χαρτιά που ο Όπενσο μετέφερε είναι προφανώς ζωτικής σημασίας για το πρόσωπο ή τα πρόσωπα επί του ιστιοφόρου. Ένας και μόνο άνθρωπος δεν θα μπορούσε να έχει φέρει εις πέραν τους δυο θανάτους κατά τρόπο τέτοιο που να παραπλανήσει την ιατροδικαστική αρχή. Θα πρέπει να υπήρχαν αρκετοί στην υπόθεση, και θα πρέπει να πρόκειται για ανθρώπους που έχουν τα μέσα και την αποφασιστικότητα. Τα χαρτιά τους τα οποία απαιτούν να αποκτήσουν, είναι δικαιωματικά δικά τους όποιοι κι αν είναι. Καθαυτό τον τρόπο αντιλαμβάνεσαι πως τα Κ.Κ.Κ. παύουν να αποτελούν αρχικά κάποιου ατόμου και γίνονται το έμβλημα μιας οργάνωσης.»

«Όμως ποιας οργάνωσης;»

«Ποτέ σου—» είπε ο Σέρλοκ Χολμς, γέρνοντας εμπρός και χαμηλώνοντας την φωνή του—« δεν άκουσες για την Κου Κλούξ Κλαν;»

«Ποτέ.» Ο Χολμς γύρισε τις σελίδες του βιβλίου πάνω στα γόνατα του. «Ορίστε,» είπε αμέσως:

«Κου Κλουξ Κλαν. Όνομα προερχόμενο εκ της ευφάνταστης ομοιότητας του ήχου που παράγεται από ένα ντουφέκι. Η ακραία αυτή μυστική οργάνωση σχηματίστηκε από ορισμένους πρώην ομοσπονδιακούς στρατιώτες στις Νότιες πολιτείες κατόπιν του Εμφυλίου, και σύντομα ίδρυσε τοπικά παραρτήματα σε διάφορα μέρη της χώρας, ειδικότερα στο Τενεσί, τη Λουιζιάνα, τις Καρολίνες, τη Τζώρτζια, και τη Φλόριντα. Η δύναμη της χρησιμοποιήθηκε για πολιτικούς λόγους κυρίως για την τρομοκρατία των νέγρων ψηφοφόρων και της δολοφονίας και εκδίωξης από τη χώρα όσων αντιτίθονταν στις απόψεις τους. Τα αίσχη τους συνήθως προηγούταν μια προειδοποίηση προς το στόχο τους σε κάποια αλλόκοτη αλλά γενικώς αναγνωρίσιμη μορφή —ένα κλαδί βαλανιδιάς με φύλλα σε κάποια μέρη, σπόρους πεπονιού ή σπόρους πορτοκαλιού σε άλλα. Λαμβάνοντας το, το θύμα μπορούσε είτε ανοικτά να αποκηρύξει τη μέχρι πρότινος αντιμετώπιση του, είτε να αποδράσει από τη χώρα. Αν έβαζε μπροστά την περηφάνια, ο θάνατος αναπότρεπτα θα τον έβρισκε, και συνήθως κατά κάποιο παράδοξο κι απρόβλεπτο τρόπο. Τόσο τέλεια ήταν η οργάνωση τους, και τόσο συστηματικές οι μέθοδοι τους, ώστε ούτε που υπήρξε καταγεγραμμένη περίπτωση κατά την οποία κάποιος να τους αψήφησε με ατιμωρησία, ή κατά την οποία κάποιο από τα αίσχη τους να εξακριβώθηκε όσον αφορά τους αυτουργούς. Για μερικά χρόνια η οργάνωση άνθισε παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών και των καλύτερων κοινωνικών τάξεων του Νότου. Τελικά, το έτος 1869, η κίνηση κατέρρευσε όλως αιφνιδίως, μολονότι υπήρξαν σποραδικά κρούσματα συναφούς είδους έκτοτε.


«Θα παρατηρείς,» είπε ο Χολμς, ακουμπώντας κάτω τον τόμο, «πως η αιφνίδια διάλυση της οργάνωσης συμπίπτει με την εξαφάνιση του Όπενσο από την Αμερική με τα χαρτιά τους. Θα μπορούσε κάλλιστα να πρόκειται περί αίτιου και αιτιατού. Δεν είναι να απορείς που ο ίδιος κι η οικογένεια του έχουν μερικούς από τους πλέον αδιάλλακτους εγκεφάλους στο κατόπι τους. Αντιλαμβάνεσαι πως η καταχώρηση και το ημερολόγιο ενδέχεται να εμπλέκουν ορισμένους από τους ηγέτες στο Νότο, και πως ίσως να είναι πολλοί εκείνοι που να μη μπορούν να κλείσουν μάτι μέχρι να τα ανακτήσουν.»

«Τότε η σελίδα που είδαμε—»

«Ήταν αναμενόμενη. Πήγαινε, αν θυμάμαι σωστά, ‘στείλε τους σπόρους στους Α, B, και Γ’—αυτό σημαίνει, στείλε την προειδοποίηση της οργάνωσης σ’ αυτούς. Κατόπιν υπάρχουν διαδοχικές καταγραφές πως ο Α και ο Β καθάρισαν, ή εγκατέλειψαν την χώρα, και τέλος πως ο Γ εδέχθη επίσκεψη, με, φοβούμαι, άσχημο αποτέλεσμα για τον Γ. Λοιπόν, έχω την εντύπωση, Γιατρέ, πως ίσως να ρίξουμε λίγο φως σε αυτό το σκοτεινός μέρος, και θεωρώ πως η μοναδική πιθανότητα που έχει ο νεαρός Όπενσο στο ενδιάμεσο είναι να κάνει ότι του είπα. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να ειπωθεί ή να γίνει απόψε, έτσι δώσε μου το βιολί κι ας προσπαθήσουμε να ξεχάσουμε για μισή ώρα τον άθλιο καιρό και τις ακόμη μεγαλύτερες αθλιότητες των συνανθρώπων μας.»

Είχε καθαρίσει το πρωί, και ο ήλιος έλαμπε με μια (χαμηλωμένη λαμπρότητα) μέσα από το μουντό πέπλο που κρεμόταν πάνω από τη μεγάλη πόλη. Ο Σέρλοκ Χολμς έπαιρνε ήδη το πρωινό όταν κατέβηκα.

«Συγχώρησε με που δε σε περίμενα,» είπε, «έχω, όπως προβλέπω, μια ιδιαίτερα πολυάσχολη μέρα μπροστά μου με την εξέταση της υπόθεσης του νεαρού Όπενσο.»

«Σε ποια βήματα θα προβείς;» ρώτησα.

«Θα εξαρτηθεί αρκετά από τα αποτελέσματα των αρχικών ερευνών μου. Ίσως χρειαστεί να κατέβω στο Χόρσαμ, τελικά.»

«Δεν θα πας πρώτα εκεί;»

«Όχι, θα ξεκινήσω από την Πόλη. Χτύπα απλά το κουδούνι και η υπηρέτρια θα σου ανεβάσει τον καφέ σου.»

Καθώς περίμενα, σήκωσα την ανέγγιχτη εφημερίδα από το τραπέζι και της έριξα μια ματιά. Στάθηκα σε ένα τίτλο που έστειλε ένα ρίγος στην καρδιά μου.

Sherlock Holmes in The Five Orange Pips.jpg

«Χολμς,» φώναξα, «δεν το πρόλαβες.»

«Αχά!» είπε εκείνος, ακουμπώντας κάτω την κούπα του. «Πολύ το φοβόμουν. Πως συνέβη;» Μίλησε ήρεμα, εντούτοις διέκρινα πως είχε συγκλονισθεί βαθύτατα.

«Το μάτι μου έπιασε το όνομα του Όπενσο, και την επικεφαλίδα ‘Τραγωδία πλησίον της Γέφυρας Γουώτερλου.’ Ορίστε η αναφορά:


«Μεταξύ της ενάτης και δεκάτης χθες βράδυ ο αστυνόμος Κουκ, του τμήματος Η, έχοντας βάρδια πλησίον της γέφυρας Γουώτερλου, άκουσε μια κραυγή για βοήθεια και έναν παφλασμό στο νερό. Η βραδιά, ωστόσο, ήταν εξαιρετικά σκοτεινή και θυελλώδης, έτσι ώστε, παρά τη βοήθεια αρκετών περαστικών, κατέστη εντελώς αδύνατη η διενέργεια μιας διάσωσης. Ο συναγερμός, εντούτοις, εδόθη, και, με τη συνδρομή του λιμενικού, το σώμα τελικά ανασύρθηκε. Αποδείχθηκε πως επρόκειτο περί ενός νεαρού άντρα του οποίου το όνομα, όπως εμφανίζεται από έναν φάκελο που ευρέθη στην τσέπη του, ήταν Τζων Όπενσο, και του οποίου η κατοικία βρίσκεται κοντά στο Χόρσαμ. Εικάζεται πως ίσως να κατηφόριζε βιαστικά για να προλάβει το τελευταίο τραίνο από το Σταθμό Γουώτερλου, και πως στη βιασύνη του και το βαθύ σκοτάδι έχασε το μονοπάτι κι έπεσε από την άκρη κάποιας από τις μικρές προβλήτες για τα ατμόπλοια του ποταμού. Το σώμα δεν παρουσίαζε καθόλου ίχνη βίας, και δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο αποβιώσας υπήρξε θύμα ενός θλιβερού ατυχήματος, το οποίο θα έπρεπε να έχει ως αποτέλεσμα να επιστήσει την προσοχή των αρχών στην κατάσταση των προβλητών του ποταμού.»


Καθίσαμε σιωπηλοί για μερικά λεπτά, ο Χολμς περισσότερο δύσθυμος και αναστατωμένος από όσο τον είχα δει ποτέ μου.

«Μου πληγώνει την περηφάνια, Γουώτσον,» είπε τελικά. «Πρόκειται για ένα αίσθημα μικροψυχίας, αναμφίβολα, ωστόσο μου πληγώνει την περηφάνια. Γίνεται προσωπικό μου θέμα πλέον, και, αν ο Θεός μου δίνει υγεία, θα βάλω στο χέρι μου την συμμορία. Να έρθει σε μένα για βοήθεια, και να τον στείλω στο θάνατο του—!» Τινάχτηκε από την πολυθρόνα του και βημάτισε γύρω στο δωμάτιο με ανεξέλεγκτο εκνευρισμό, με έναν αναψοκοκκίνισα στα ωχρά του μάγουλα και ένα νευρικό σφίξιμο και ξεσφίγμα των μακριών λεπτών χεριών του.

«Πρέπει να είναι πανούργοι διάβολοι,» αναφώνησε τελικά.. «Πως αλλιώς τον παρέσυραν εκεί; Το ανάχωμα δεν είναι σε ευθεία προς τον σταθμό. Η γέφυρα, δίχως αμφιβολία, ήταν πολύ συνωστισμένη, ακόμη και μια τέτοια νύχτα, για τους σκοπούς τους. Λοιπόν, Γουώτσον, θα δούμε ποιος θα κερδίσει στο τέλος. Βγαίνω έξω!»

«Στην αστυνομία;»

«Όχι· θα γίνω η δική μου αστυνομία. Όταν θα έχω υφάνει τον ιστό μου ίσως να πάρουν τις μύγες, αλλά όχι πριν.»

Όλη μέρα ήμουν απασχολημένος με την επαγγελματική μου εργασία, και ήταν αργά βράδυ όταν επέστρεψα στην οδό Μπέϊκερ. Ο Σέρλοκ Χολμς δεν είχε επιστρέψει ακόμη. Ήταν σχεδόν δέκα όταν μπήκε, δείχνοντας χλωμός και κατάκοπος. Πήγε μέχρι το τραπεζάκι, και κόβοντας ένα κομμάτι από τη φρατζόλα, το καταβρόχθισε λαίμαργα, κατεβάζοντας το με μια μεγάλη γουλιά νερού.

«Πεινάς,» σχολίασα.

«Λιμοκτονώ. Μου διέφυγε εντελώς . Δεν έχω φάει τίποτα από το πρωινό.»

«Τίποτα;»

«Ούτε μπουκιά. Δεν είχα χρόνο να το σκεφθώ.»

«Και πως τα πήγες;»

«Καλά.»

«Έχεις κάποιο στοιχείο;»

«Τους έχω στο χέρι. Ο νεαρός Όπενσο δεν μείνει για πολύ δίχως την εκδίκηση του. Μα, Γουώτσον, ας τους δώσουμε το δικό τους διαβολικό μήνυμα. Είναι για καλό λόγο!»

«Τι εννοείς;»

Πήρε ένα πορτοκάλι από το ντουλάπι, και κόβοντας το σε κομμάτια έβγαλε τους σπόρους πάνω στο τραπέζι. Από αυτούς πήρε πέντε και τους έριξε μέσα σε ένα φάκελο. Στο εσωτερικό του καλύμματος έγραψε «Σ.Χ. για τον Τ.Ο.» Κατόπιν τον σφράγισε και έγραψε την διεύθυνση προς τον «Καπετάνιο Τζέιμς Καλχούν, Μπάρκο Μοναχικό Αστέρι, Σαβάνα, Τζώρτζια.»

«Θα τον περιμένει όταν θα πιάσει λιμάνι,» είπε, γελώντας. «Ίσως να του δώσει μια άγρυπνη νύχτα. Θα το θεωρήσει σιγουρότατα ως προάγγελο της μοίρας του όπως ο Όπενσο πριν από αυτόν.»

«Και ποιος είναι αυτός ο Καπετάνιος Καλχούν;»

«Ο αρχηγός της συμμορίας. Θα τσακώσω και τους άλλους, αλλά πρώτα αυτόν.»

«Πως το εντόπισες, λοιπόν;»

Έβγαλε ένα μεγάλο φύλλο χαρτιού από την τσέπη του, καλυμμένο ολόκληρο από ημερομηνίες και ονόματα.

«Πέρασα ολόκληρη την μέρα,» είπε, «στα μητρώα των Λόιντ και στα αρχεία των παλιών εφημερίδων, ακολουθώντας την μελλοντική πορεία κάθε σκάφους που έδεσε στο Ποντιτσέρι τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του ’83. Υπήρχαν τριάντα-έξι πλοία μέτριας χωρητικότητας τα οποία αναφέρονταν κατά την διάρκεια αυτών των μηνών. Από αυτά, ένα, το Μοναχικό Άστρο, στην στιγμή προσέλκυσε την προσοχή μου, αφού, μολονότι, αναφερόταν πως είχε καθελκυστεί (having cleared from) από το Λονδίνο, το όνομα του έχει δοθεί σε μια εκ των πολιτειών της Ένωσης.»

«Το Τέξας, νομίζω.»

«Δεν ήμουν και δεν είμαι σίγουρος ποια· όμως ήξερα πως το πλοίο αυτό έπρεπε να έχει Αμερικάνικη προέλευση.»

«Και μετά;»

«Ερεύνησα τα αρχεία του Νταντί, και όταν ανακάλυψα πως το μπάρκο Μοναχικό Άστρο βρισκόταν εκεί το Γενάρη του ’85, η υποψία μετατράπηκε σε βεβαιότητα. Κατόπιν προέβηκα σε έρευνα σχετικά με τα σκάφη που βρίσκονται επί της παρούσης στο λιμάνι του Λονδίνου.»

«Ναι;»

«Το Μοναχικό Άστρο αφίχθηκε εκεί την περασμένη εβδομάδα. Κατέβηκα μέχρι την προβλήτα του Αλβέρτου και ανακάλυψα πως είχε κατέβει τον ποταμό νωρίς με την παλίρροια σήμερα, με προορισμό την Σαβάνα. Τηλεγράφησα στο Γκρέιβσεντ κι έμαθα πως είχε περάσει πριν από λίγη ώρα, και καθώς ο άνεμος είναι ανατολικός δεν έχω αμφιβολία πως βρίσκεται πλέον πέρα από το Γκούντγουινς κι όχι πολύ μακριά από τη Νήσο του Γουίτ.»

«Τι θα κάνεις, λοιπόν;»

«Ώ, τον έχω στο χέρι μου. Εκείνος και οι δυο σύντροφοι του, είναι όπως έμαθα, οι μόνοι ντόπιοι Αμερικάνοι στο πλοίο. Οι υπόλοιποι είναι Φιλανδοί και Γερμανοί. Γνωρίζω, επίσης, πως και οι τρεις τους απουσίαζαν από το πλοίο χθες βράδυ. Τα έμαθα από το λιμενεργάτη που φόρτωσε το φορτίο τους. Τη στιγμή που το ιστιοφόρο τους θα φτάσει στη Σαβάνα το ταχυδρομικό θα έχει μεταφέρει το γράμμα, και το τηλεγράφημα θα έχει ενημερώσει την αστυνομία της Σαβάνα πως οι τρεις αυτοί κύριοι καταζητούνται πολύ άσχημα εδώ υπό την κατηγορία του φόνου.»

Υπάρχει πάντοτε ένα ψεγάδι, ωστόσο, και στα πιο καλοστημένα ανθρώπινα σχέδια, και οι δολοφόνοι του Τζων Όπενσο δεν έλαβαν ποτέ τους σπόρους του πορτοκαλιού οι οποίοι θα τους έδειχναν πως κάποιος, εξίσου πανούργος κι αδυσώπητος όπως και οι ίδιοι, βρισκόταν επί τα ίχνη τους. Μεγάλης διάρκειας και σφοδρότητας υπήρξαν οι Ισημέριες θύελλες το χρόνο εκείνο. Περιμέναμε για πολύ νέα από το Μοναχικό Άστρο της Σαβάνα, όμως τίποτα δεν έφτασε. Εντέλει ακούσαμε πως κάπου μακριά έξω στον Ατλαντικό ένα κομματιασμένο πρυμναίο του σκάφους εθεάθη να επιπλέει πάνω στα κύματα, με τα γράμματα «Μ. Α.» χαραγμένα πάνω του, κι αυτό είναι ότι ποτέ θα μάθουμε για τη μοίρα του Μοναχικού Άστρου.

Σημειώσεις[Επεξεργασία]

  1. (Σ. τ. Μ.) Russel, William Clark – (1844-1911) - Δημοφιλής συγγραφέας θαλασσινών περιπετειών
  2. sent-down