Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς/Η Περιπέτεια των Χάλκινων Οξιών

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς
Συγγραφέας:
Μεταφραστής: Αριστείδης Γεωργούτσος
Η Περιπέτεια των Χάλκινων Οξιών


«Προς τον άνθρωπο που αγαπά την τέχνη ως αυτοσκοπό,» σχολίασε ο Σέρλοκ Χολμς, ρίχνοντας στο πλάι το φύλλο αγγελιών της Daily Telegraph, «συχνά, εκ των πλέον ασήμαντων και ποταπών εκδηλώσεων της, είναι που η εντονότερη ευχαρίστηση δύναται να εξαχθεί. Μου είναι ευχάριστο να παρατηρώ, Γουώτσον, πως έχεις ως στιγμής αντιληφθεί την αλήθεια πως με αυτές τις μικρές καταγραφές των υποθέσεων μας τις οποίες υπήρξες αρκετά καλός στο να συντάξεις, και, είμαι αναγκασμένος να πω, περιστασιακά να εξωραΐσεις, προσέφερες ανάδειξη όχι τόσο πολύ στις αναρίθμητες (causes celebres) και τις εντυπωσιακές δοκιμασίες στις οποίες πρωτοστάτησα αλλά περισσότερο σε εκείνα τα περιστατικά που ενδεχομένως υπήρξαν επουσιώδη καθαυτά, αλλά τα οποία προσέφεραν προοπτικές στις ικανότητες της επαγωγής και της λογικής σύνθεσης τις οποίες κατέστησα ως δικαιωματικό κτήμα μου.»

«Κι εντούτοις,» είπα, χαμογελώντας, «δεν απαλλάσσομαι εντελώς εκ της κατηγορίας του εντυπωσιασμού η οποία καταλογίζεται ενάντια στις καταγραφές μου.»

Copp-01.jpg

«Έχεις σφάλει, ίσως,» σχολίασε, παίρνοντας ένα αναμμένο κάρβουνο με την τσιμπίδα και ανάβοντας με αυτό τη μακριά κερασένια πίπα του η οποίο έτεινε να αντικαθιστά την πήλινη όταν βρισκόταν σε εριστική περισσότερο παρά σε διαλογική διάθεση—«έχεις σφάλει ίσως στην προσπάθεια να δώσεις χρώμα και ζωντάνια σε καθεμία εκ των καταθέσεων σου αντί να περιοριστείς στο έργο της καταγραφής της αυστηρής συλλογιστικής εκ του αίτιου στο αιτιατό το οποίο είναι πραγματικά το μόνο αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό αναφορικά με το ζήτημα.»

«Έχω την εντύπωση πως είμαι απολύτως δίκαιος μαζί σου επί του ζητήματος,» σχολίασα με την ίδια ψυχρότητα, γιατί είχα απωθηθεί από τον εγωισμό τον οποίο είχα αρκετές φορές παρατηρήσει να αποτελεί ισχυρό παράγοντα στην ιδιάζουσα ιδιοσυγκρασία του φίλου μου.

«Όχι, δεν πρόκειται περί ιδιοτέλειας είτε έπαρσης,» είπε, απαντώντας, όπως το συνήθιζε, περισσότερο στις σκέψεις μου παρά στα λόγια μου. «Αν αξιώνω πλήρη δικαίωση προς την τέχνη μου, είναι επειδή πρόκειται για απρόσωπο αντικείμενο —κάτι υπεράνω εμού. Το έγκλημα είναι κοινό. Η λογική είναι σπάνια. Επομένως στη λογική πιότερο παρά στο έγκλημα θα έπρεπε να παραμένεις. Έχεις υποβιβάσει ότι θα έπρεπε να αποτελεί μια σειρά διαλέξεων σε μια σειρά διηγημάτων.»

Ήταν ένα κρύο πρωινό της πρώιμης άνοιξης, και καθόμασταν μετά από το πρόγευμα ένθεν και ένθεν μιας ζωηρής φωτιάς στο παλιό δωμάτιο της οδού Μπέϊκερ. Μια πυκνή ομίχλη ξετυλιγόταν μεταξύ των αράδων από καφετιά σπίτια, και τα αντικρινά παράθυρα ξεπρόβαλαν σα σκοτεινά, άμορφα σχήματα μέσα από τα βαριά κιτρινωπά σπειρώματα. Το αέριο ήταν αναμμένο και έλαμπε πάνω στο λευκό ύφασμα και σελάγιζε σε πορσελάνες και μέταλλα, γιατί το τραπέζι δεν είχε καθαρισθεί ακόμη. Ο Σέρλοκ Χολμς ήταν σιωπηλός όλο το πρωί, βουτώντας διαρκώς στη στήλη των αγγελιών σε μια αλληλουχία από εφημερίδες ώσπου εντέλει, έχοντας προφανώς παραιτηθεί της έρευνας του, είχε ξεπροβάλει όχι και σε ιδιαίτερα όμορφη διάθεση να μου κάνει κήρυγμα επί των λογοτεχνικών μου ελλείψεων.

«Συγχρόνως,» σχολίασε κατόπιν μιας παύσης, κατά τη διάρκεια της οποίας είχε καθίσει ρουφώντας τη μακριά του πίπα κι ατενίζοντας μες στη φωτιά, «ούτε καν είσαι αποδέκτης κάποιας κατηγορίας εντυπωσιασμού, διότι από όλες αυτές τις υποθέσεις στις οποίες υπήρξες τόσο ευγενικός να ασχοληθείς προσωπικά, ένα δίκαιο μερίδιο δε διαπραγματεύεται με το έγκλημα, κατά τη νομική του υπόσταση, διόλου. Το ζητηματάκι στο οποίο επιχείρησα να βοηθήσω το Βασιλιά της Βοημίας, η ιδιάζουσα εμπειρία της δεσποινίδας Μαίρη Σάδερλαντ, το πρόβλημα που συνδεόταν με τον άντρα με το στραβό χείλος, και το περιστατικό του εργένη ευγενή, αποτελούσαν όλα τους ζητήματα τα οποία είναι εκτός των ορίων του νόμου. Όμως αποφεύγοντας το εντυπωσιακό, φοβούμαι ό,τι ενδεχομένως να έφτασες στην πλευρά του επουσιώδους.»

«Η κατάληξη ίσως να είχε έτσι,» απάντησα, «ωστόσο οι μέθοδοι θεωρώ πως υπήρξαν πρωτότυπες και ενδιαφέρουσες.»

«Σιγά το πράγμα, αγαπητέ μου φίλε, και πόσο το κοινό, το σπουδαίο ακριτοεπές κοινό, το οποίο ούτε καν δύναται να διακρίνει έναν υφαντή από το δόντι του ή ένα συνθέτη από τον αριστερό του αντίχειρά, θα νοιαζόταν σχετικά με τις φίνες αποχρώσεις της ανάλυσης και της επαγωγής! Ωστόσο, ειλικρινά, αν γίνεσαι κοινότοπος, δεν σε κατηγορώ, επειδή οι μέρες των σπουδαίων υποθέσεων έχουν παρέλθει. Ο άνθρωπος, ή τουλάχιστον ο εγκληματικά σκεπτόμενος άνθρωπος, έχει χάσει κάθε κίνητρο και πρωτοτυπία. Όσο για τη μικρή μου επαγγελματική άσκηση, δείχνει να υποβαθμίζεται, σε πρακτορείο ανάκτησης χαμένων μολυβιών και συμβουλών σε νεαρές κυρίες του οικοτροφείου. Έχω την εντύπωση πως έπιασα τελικά πάτο, εντούτοις. Το σημείωμα αυτό που έλαβα σήμερα το πρωί υποδηλώνει το σημείο μηδέν για μένα, φαντάζομαι. Διάβασε το!» Πέταξε ένα τσαλακωμένο γράμμα προς το μέρος μου.

Σημαινόταν εκ της τοποθεσίας Μοντάγκ επί του προηγουμένου απογεύματος, και είχε ως εξής:


«ΑΓΑΠΗΤΕ Κ. ΧΟΛΜΣ: —Ανυπομονώ να σας συμβουλευθώ σχετικά με το αν θα έπρεπε ή όχι να αποδεχθώ μια θέση η οποία μου προσφέρθηκε ως γκουβερνάντα. Θα σας επισκεφθώ στις δέκα και μισή αύριο αν δε σας ενοχλώ. Ειλικρινά δική σας. ΒΑΙΟΛΕΤ ΧΑΝΤΕΡ.»


«Γνωρίζεις τη νεαρή;» ρώτησα.

«Όχι εγώ.»

«Είναι δέκα και μισή ήδη.»

«Ναι, και δεν έχω αμφιβολία πως είναι το κουδούνισμα της.»

«Ίσως να αποδειχθεί περισσότερο ενδιαφέρον από όσο φαντάζεσαι. Θυμάσαι πως η ιστορία του γαλάζιου γρανάτη, η οποία εμφανίστηκε ως ένα απλό καπρίτσιο αρχικά, εξελίχθηκε σε μια σοβαρή έρευνα. Ίσως να ισχύει σε ετούτη την υπόθεση, επίσης.»

«Καλώς, ας το ελπίσουμε. Όμως οι αμφιβολίες μας πολύ σύντομα θα λυθούν, γιατί ορίστε, εκτός κι αν σφάλλω, το υπό συζήτηση πρόσωπο.»

Καθώς μίλησε η πόρτα άνοιξε και μια νεαρή κοπέλα εισήλθε στο δωμάτιο. Ήταν απλά μα τακτικά ντυμένη, με όμορφο, έξυπνο πρόσωπο, γεμάτο φακίδες σαν αυγό χαραδριού, και με τον πεταχτό τρόπο γυναίκας που τα βγάζει πέρα μόνη της.

«Να με συγχωρείτε που σας ενοχλώ, ασφαλώς,» είπε, καθώς ο σύντροφος μου σηκώθηκε για να την υποδεχτεί, «όμως είχα μιας ιδιαιτέρως περίεργη εμπειρία, και καθώς δεν έχω γονείς ούτε καθόλου γνωστούς τους οποίους να συμβουλευθώ, σκέφθηκα πως θα είχατε την καλοσύνη να μου πείτε τι να κάνω.»

«Παρακαλώ καθίστε, δεσποινίς Χάντερ. Θα χαρώ να κάνω οτιδήποτε μπορώ για να σας εξυπηρετήσω.»

Έβλεπα πως ο Χολμς είχε εντυπωσιαστεί ευνοϊκά από την συμπεριφορά και τα λόγια της νέας του πελάτισσας. Την παρατήρησε από πάνω ως κάτω κατά τον εξεταστικό του τρόπο, και κατόπιν χαλάρωσε, με τα βλέφαρα του πεσμένα και τα ακροδάχτυλα του ενωμένα, για να ακούσει την ιστορία της.

«Ήμουν γκουβερνάντα για πέντε χρόνια,» είπε εκείνη, «στην οικογένεια του Συνταγματάρχη Σπενς Μονρό, όμως δυο μήνες πριν ο συνταγματάρχης έλαβε μετάθεση στο Χάλιφαξ, στη Νέα Σκοτία, και πήρε τα παιδιά του μαζί στην Αμερική, έτσι ώστε βρέθηκα δίχως θέση. Έβαλα αγγελία, και απάντησε σε αγγελίες, όμως δίχως επιτυχία. Τελικά τα λιγοστά χρήματα που είχα αποταμιεύσει άρχισε να στερεύουν, και τα είχα χαμένα όσον αφορά το τι να έκανα.»

«Υπάρχει μια πασίγνωστη υπηρεσία για γκουβερνάντες στο Γουέστ Εντ ονόματι Γουεστγουέη, και την επισκεπτόμουν περίπου μια φορά την εβδομάδα ώστε να μάθω αν κάτι είχε βρεθεί το οποίο ενδεχομένως να μου έκανε. Γουεστγουέη ήταν το όνομα του ιδρυτή της επιχείρησης, όμως στην πραγματικότητα τη διοικεί η δεσποινίδα Στόπερ. Κάθεται στο μικρό της γραφείο, και οι κυρίες που αναζητούν εργασία περιμένουν στον προθάλαμο, και κατόπιν οδηγούνται μέσα ή μια κατόπιν της άλλης, οπότε συμβουλεύεται τους φακέλους της και βλέπει αν έχει κάτι το οποίο να τους κάνει.»

«Λοιπόν, όταν πέρασα την περασμένη εβδομάδα με οδήγησαν στο μικρό γραφείο ως συνήθως, όμως ανακάλυψα πως η δεσποινίδα Στόπερ δεν ήταν μόνη. Ένας πελώριος γεροδεμένος άντρας με ένα εξαιρετικά χαμογελαστό πρόσωπο και ένα εξαιρετικά βαρύ προγούλι το οποίο έκανε δίπλα πάνω από το λαιμό του καθόταν στο πλάι της με ένα ζευγάρι γυαλιά στη μύτη του, κοιτάζοντας προσεκτικά τις κυρίες οι οποίες εισέρχονταν. Καθώς μπήκα μέσα σχεδόν πήδηξε από το κάθισμα του και στράφηκε βιαστικά στη δεσποινίδα Στόπερ.»

«Μας κάνει,» είπε· ‘δεν θα μπορούσα να ζητήσω τίποτα καλύτερο. Θαυμάσια! Θαυμάσια!’ Φάνηκε αρκετά ενθουσιασμένος και έτριψε τα χέρια του κατά τον πλέον εγκάρδιο τρόπο. Έδειχνε τόσο παχουλός που ήταν απόλαυση να τον κοιτάς.»

Copp-02.jpg

«’Ψάχνετε για θέση, δεσποινίς;’ Ρώτησε.»

«’Μάλιστα, κύριε.’»

«’Σα γκουβερνάντα;’»

«’Μάλιστα, κύριε.’»

«’Και τι μισθό ζητάτε;’»

«Είχα 4 λίρες το μήνα στην τελευταία θέση με το Συνταγματάρχη Σπενς Μονρό.’»

«’Ω, τσκ, τσκ! Πενιχρό—εντελώς πενιχρό! Φώναξε, τινάζοντας τα παχουλά του χέρια πάνω σαν να έβραζε μέσα του. ‘Πως γίνεται κάποιος να προσφέρει ένα τόσο οικτρό ποσό σε μια κυρία με τόσα προσόντα και γνώσεις;’»

«Οι γνώσεις μου, κύριε, ίσως να είναι λιγότερες από όσο φαντάζεστε,» είπα εγώ. ‘Λίγα Γαλλικά, λίγα Γερμανικά, μουσική, και ζωγραφική—’»

«’ Τσκ, τσκ!’ φώναξε. «Είναι εντελώς άλλο ζήτημα. Το θέμα είναι, έχετε ή δεν έχετε την ανατροφή και τους τρόπους μιας κυρίας; Αυτό είναι με δυο λόγια. Αν δεν τα έχετε, δεν είσαστε κομμένη και ραμμένη για την ανατροφή ενός παιδιού το οποίο ίσως κάποια ημέρα να διαδραματίσει κάποιο σημαντικό ρόλο στην ιστορία της χώρας. Όμως αν τα έχετε, τότε, πως μπορεί κάθε κύριος σας να σας ζητήσει να καταδεχτείτε οτιδήποτε κάτω από τριψήφιο; Ο μισθός σας μαζί μου, μαντάμ, θα ξεκινήσει στις 100 λίρες ετησίως.’»

«Φανταστείτε, κ. Χολμς, πως για μένα, τόσο στερημένη που ήμουν, μια τέτοια προσφορά μου φάνηκε υπερβολικά καλή για να είναι αληθινή. Ο κύριος, ωστόσο, βλέποντας πιθανόν το ύφος της δυσπιστίας επί του προσώπου μου, άνοιξε ένα πορτοφόλι και έβγαλε από μέσα ένα χαρτονόμισμα.»

«’Αποτελεί επίσης συνήθεια μου,’ είπε, χαμογελώντας κατά τον πλέον ευχάριστο τρόπο μέχρι που τα μάτια του ήταν μόλις δυο λαμπερές χαραμάδες ανάμεσα στις λευκές ζάρες του προσώπου του, ‘να δίνω προκαταβολή στις νεαρές κυρίες μισό από το μισθό τους μπροστά, έτσι ώστε να μπορούν να καλύψουν κάθε μικροέξοδο του ταξιδιού τους και την γκαρνταρόμπα τους.’»

«Μου φάνηκε πως ποτέ δεν είχα συναντήσει έναν συναρπαστικό και τόσο προνοητικό άνθρωπο. Καθώς ήμουν ήδη χρεωμένη προς τους καταστηματάρχες μου, η προκαταβολή αποτελούσε μια σπουδαία εξυπηρέτηση, και όμως υπήρχε κάτι το αφύσικο σχετικά με την όλη συναλλαγή το οποίο με έκανε να επιθυμώ να μάθω κάτι περισσότερο πριν δεσμευθώ εντελώς.»

«’Επιτρέπεται να ρωτήσω που μένετε, κύριε;’ Είπα.»

«Στο Χάμπσαϊρ. Ένα χαριτωμένο αγροτικό μέρος. Στις Χάλκινες Οξιές, επτά χιλιόμετρα από την άλλη μεριά του Γουιντσέστερ. Είναι η πλέον αξιαγάπητη εξοχή, αγαπητή μου νεαρή, και το ομορφότερο παλιό εξοχικό.’»

«’Και τα καθήκοντα μου, κύριε; Θα χαιρόμουν να μάθω ποια θα ήταν.’»

«’Ένα παιδί—ένα μονάκριβος μικρούλης κατεργάρης μόλις έξι χρονών. Ω, να τον βλέπατε να σκοτώνει κατσαρίδες με μια παντόφλα! Σμακ! Σμακ! Σμακ! Τρεις φεύγουν προτού ανοιγοκλείσετε το μάτι!’ Έγειρε πίσω στην πολυθρόνα του και γέλασε μέχρι που τα μάτια του χάθηκαν πάλι μέσα στο κεφάλι του.»

«Ξαφνιάστηκα κάπως με τη φύση της ψυχαγωγίας του παιδιού, όμως το γέλιο του πατέρα με έκανε να σκεφθώ πως ίσως να αστειευόταν.

«Τα αποκλειστικά μου καθήκοντα, λοιπόν,’ ρώτησα, ‘είναι αναλάβω ένα μοναδικό παιδί;’»

«’Όχι, όχι, όχι τα αποκλειστικά, όχι τα αποκλειστικά, αγαπητή μου νεαρή,’ φώναξε. ‘Το καθήκον σας θα είναι, όπως είμαι βέβαιος πως η λογική σας δηλώνει, να υπακούτε κάθε μικρή εντολή που ενδεχομένως να σας δώσει η γυναίκα μου, δεδομένου πάντοτε πως αποτελούν εντολές που μια κυρία με καθωσπρέπει συμπεριφορά θα υπακούσει. Δεν βρίσκεται κάποια δυσκολία, ε;’»

«’Θα χαρώ να φανώ χρήσιμη.’»

«’Ακριβώς. Στο ντύσιμο τώρα, για παράδειγμα. Είμαστε ιδιότροποι, ξέρετε —ιδιότροποι αλλά καλόκαρδοι. Αν σας ζητιόταν να φορέσετε κάθε φόρεμα το οποίο ίσως σας δώσουμε, δεν θα είχατε αντίρρηση στο μικρό μας καπρίτσιο. Ε;’»

«’Όχι,’ είπα εγώ, ιδιαιτέρως έκπληκτη στα λόγια του.»

«’Είτε να καθίσετε εδώ, ή να καθίσετε εκεί, δεν θα σας ήταν προσβλητικό;’»

«’Ω, όχι.’»

«’Είτε να κόψετε τα μαλλιά σας πολύ κοντά πριν να έρθετε σε μας;’»

«Με δυσκολία πίστευα στα αυτιά μου. Όπως θα παρατηρείτε, κ. Χολμς, τα μαλλιά είναι κάπως πληθωρικά, και μιας μάλλον ιδιόρρυθμης απόχρωσης του καστανού. Θεωρούνται καλαίσθητα. Ούτε που θα διανοούμουν να τα θυσιάσω κατά τέτοιο απερίσκεπτο τρόπο.»

«’Φοβάμαι πως είναι απολύτως αδύνατον,’ είπα. Με παρακολουθούσε προσεκτικά μέσα από τα μικρά του μάτια, και είδα μια σκιά να περνά από το πρόσωπο του καθώς μίλησα.»

«’Φοβάμαι πως είναι απολύτως σημαντικό,’ είπε. ‘Αποτελεί μια μικρή επιθυμία της συζύγου μου, και οι γυναικείες επιθυμίες, ξέρετε, μαντάμ, οι επιθυμίες των κυριών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Και λοιπόν δεν θα κόψετε τα μαλλιά σας;’»

«’Όχι, κύριε, ειλικρινά δεν θα μπορούσα,» απάντησα ανένδοτα.»

«Αχ, πολύ καλά· τότε έληξε το θέμα. Κρίμα, επειδή από άλλες απόψεις ειλικρινά μας κάνατε υπέροχα. Στην προκειμένη περίπτωση, δεσποινίς Στόπερ, καλύτερα να επιθεωρήσω μερικές από τις νεαρές σας.’»

«Η διευθύντρια είχε καθίσει όλο αυτό το διάστημα απασχολημένη με τα χαρτιά της δίχως λέξη προς κανέναν μας, όμως τώρα με κοίταξε με τόσο πολύ ενόχληση επί του προσώπου της ώστε δεν μπόρεσα να μην υποπτευθώ πως είχε χάσει κάποια γενναία προμήθεια μέσω της άρνησης μου.»

«’Επιθυμείτε το όνομα σας να παραμείνει στα βιβλία;’ Ρώτησε.»

«Αν θέλετε, δεσποινίς Στόπερ.’»

«Καλώς, ειλικρινά, φαίνεται κάπως άσκοπο, αφού αρνείστε τις πλέον άριστες προσφορές καθαυτό τον τρόπο,’ είπε κοφτά. ‘Μην περιμένετε ωστόσο από εμάς να πασχίσουμε να βρούμε άλλο τέτοιο άνοιγμα για εσάς. Καλή σας ημέρα, δεσποινίς Χάντερ.’ Χτύπησε ένα γκονγκ επί του γραφείου, και οδηγήθηκα έξω από τον υπηρέτη.

«Λοιπόν, κ. Χολμς, όταν έφτασα στο διαμέρισμα μου και βρήκα ελάχιστα στο ντουλάπι, και δυο τρεις λογαριασμούς επί του τραπεζιού, άρχισα να αναρωτιέμαι αν είχα κάνει κάτι το εξαιρετικά ανόητο. Σε τελική ανάλυση, αν εκείνοι είχαν παράξενες καπρίτσια και ανέμεναν υπακοή στα πλέον ασυνήθιστα ζητήματα, ήταν τουλάχιστον έτοιμοι να πληρώσουν για την εκκεντρικότητα τους. Ελάχιστες γκουβερνάντες στην Αγγλία λαμβάνουν 100 λίγες ετησίως. Επιπλέον, τι θα μου χρησίμευαν τα μαλλιά; Πολύς κόσμος βελτιώνεται κόβοντας τα κοντά και ίσως να έπρεπε να έμπαινα στις τάξεις τους. Την επόμενη ημέρα έτεινα να σκέφτομαι πως είχα κάνει λάθος, και με την επομένη ήμουν βέβαιη για αυτό. Είχα σχεδόν ξεπεράσει την περηφάνια μου πλέον σε σημείο να επιστρέψω στην υπηρεσία και να ρωτήσω αν η θέση ήταν ακόμη ανοικτή όταν έλαβα αυτό το γράμμα από τον ίδιο τον κύριο. Το έχω εδώ και θα σας το διαβάσω:


«’Οι Χάλκινες Οξιές, πλησίον Γουιντσέστερ.’»
«’ΑΓΑΠΗΤΗ ΔΕΣΠΟΙΝΙΣ ΧΑΝΤΕΡ:— «Η δεσποινίς Στόπερ είχε την καλοσύνη να μου δώσει τη διεύθυνση σας, και σας γράφω από εδώ για να ρωτήσω αν ξανασκεφτήκατε την απόφαση σας. Η σύζυγος μου ανυπομονεί ιδιαιτέρως να έρθετε, γιατί τις έκανε εντύπωση μεγάλη η περιγραφή μου για εσάς. Ήμαστε πρόθυμοι να δώσουμε 30 λίρες το τρίμηνο, ή 120 λίρες ετησίως, έτσι ώστε να σας αποζημιώσουμε για κάθε μικρή αναστάτωση την οποία τα καπρίτσια μας ίσως να σας προκαλέσουν. Δεν είναι τόσο ακριβή, σε τελική ανάλυση. Η σύζυγος μου τρέφει ιδιαίτερη προτίμηση προς μια συγκεκριμένη απόχρωση του έντονου γαλάζιου και θα ήθελε να φοράτε ένα τέτοιο φόρεμα μέσα στο σπίτι τα πρωινά. Δε χρειάζεται, ωστόσο, να προβείτε σε έξοδα για την αγορά ενός, καθώς έχουμε ένα το οποίο άνηκε στην αγαπημένη μας κόρη την Άλις (πλέον στη Φιλαδέλφεια), το οποίο, θα έλεγα, πως σας κάνει περίφημα. Έπειτα, σχετικά με το να κάθεστε εδώ ή εκεί, ή να διασκεδάσετε κατά όποιον ενδεικνυόμενο τρόπο, δεν υπάρχει ανάγκη να σας αναστατώνει. Όσον αφορά τα μαλλιά σας, είναι αναμφίβολα κρίμα, ιδιαίτερα καθώς δεν μπόρεσα να σχολιάσω την ομορφιά τους κατά την σύντομη συζήτηση μας, όμως φοβάμαι πως θα πρέπει να παραμείνω ανένδοτος επί του θέματος, και ελπίζω μονάχα πως ο αυξημένος μισθός ίσως να σας αποζημιώσει για την απώλεια σας. Τα καθήκοντα σας, όσον αφορά το παιδί, είναι πολύ ελαφριά. Λοιπόν προσπαθήστε να έρθετε, και θα σας συναντήσω με το κάρο στο Γουιντσέστερ. Ενημερώστε με για το τραίνο σας.»
«Ειλικρινά δικός σας, ΤΖΕΦΡΟ ΡΟΚΑΣΤΛ.’»


«Αυτό είναι το γράμμα το οποίο μόλις έλαβα, κ. Χολμς, και έχω πάρει τη απόφαση μου να τη δεχθώ. Σκέφτηκα, ωστόσο, πως πριν προβώ στο τελικό βήμα έπρεπε να καταθέσω το όλο θέμα υπόψη σας.»

«Καλώς, δεσποινίς Χάντερ, αν πήρατε τη απόφαση σας, τότε έληξε το θέμα,» είπε ο Χολμς, χαμογελώντας.

«Μα δεν θα με συμβουλεύατε να αρνηθώ;»

«Ομολογώ πως δεν πρόκειται για τη θέση στην οποία θα ήθελα να δω και την αδελφή μου να απευθύνεται.»

«Ποιο το νόημα όλων αυτών, κ. Χολμς;»

«Αχ, δε διαθέτω καθόλου στοιχεία. Δε μπορώ να πω. Ίσως εσείς έχετε σχηματίσει κάποια άποψη;»

«Λοιπόν, μου φαίνεται να είναι μια μόνο πιθανή λύση. Ο κ. Ρόκαστλ φάνηκε να είναι ένας πολύ ευγενικός, καλοσυνάτος άνθρωπος. Δεν υπάρχει περίπτωση η γυναίκα του να είναι τρελή, πως επιθυμεί να αποσιωπήσει το ζήτημα από φόβο μήπως την μεταφέρουν σε κάποιο άσυλο, και πως τις πραγματοποιεί όλες τις φαντασιώσεις με κάθε τρόπο ώστε να αποτρέψει κάποιο ξέσπασμα;»

«Πρόκειται για μια πιθανή λύση—στην πραγματικότητα, όπως έχουν τα πράγματα, αποτελεί την πλέον πιθανή. Όμως εν πάση περιπτώσει δεν δείχνει να πρόκειται περί ενός όμορφου σπιτικού για μια νεαρή κυρία.»

«Μα τα χρήματα, κ. Χολμς τα χρήματα!»

«Λοιπόν, ναι, φυσικά η αμοιβή είναι καλή— υπερβολικά καλή. Αυτό είναι που κάνει να ανησυχώ. Γιατί να σας δίνουν 120 λίρες το χρόνο, όταν θα μπορούσαν να έχουν ότι θέλουν για 40 λίρες; Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος ισχυρός λόγος από πίσω.»

«Σκέφτηκα πως αν σας ανέφερα τις περιστάσεις θα κατανοούσατε κατόπιν αν χρειαζόμουν τη βοήθεια σας. Θα ένοιωθα τόσο πολύ δυνατότερη αν αισθανόμουν πως με στηρίζατε.»

«Ω, μπορείτε να πάρετε αυτή την αίσθηση μαζί μας. Σας διαβεβαιώνω πως το προβληματάκι σας υπόσχεται να είναι το πιο ενδιαφέρον το οποίο ήρθε στο δρόμο μου εδώ και μήνες. Υπάρχει κάτι ξεχωριστά πρωτότυπο σχετικά με μερικά από τα χαρακτηριστικά του. Αν βρεθείτε σε αμφιβολία ή κίνδυνο—»

«Κίνδυνο! Τι κίνδυνο προβλέπετε;»

Copp-03.jpg

Ο Χολμς κούνησε το κεφάλι του βλοσυρά. «Θα έπαυε να αποτελεί κίνδυνο αν μπορούσαμε το προσδιορίσουμε,» είπε. «Όμως οποιαδήποτε ώρα, μέρα ή νύχτα, ένα τηλεγράφημα θα με κατέβαζε ως εκεί κάτω προς βοήθεια σας.»

«Αυτό αρκεί,» Σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα της με την ανησυχία να έχει καθαρίσει από το πρόσωπο της. «Θα κατέβω στο Χάμπσαϊρ απολύτως ήσυχη πλέον. Θα γράψω στον κ. Ρόκαστλ αμέσως, θα θυσιάσω τα καημένα τα μαλλιά απόψε, και θα ξεκινήσω για το Γουιντσέστερ την επαύριον.» Με μερικά λόγια ευγνωμοσύνης προς τον Χολμς μας καληνύχτισε και τους δυο και έφυγε φουριόζα.

«Τουλάχιστον,» είπα εγώ καθώς ακούσαμε τα γοργά, σταθερά βήματα της να κατεβαίνουν τις σκάλες, «φαίνεται να είναι μια νεαρή που είναι αρκετά ικανή να φροντίσει τον εαυτό της.»

«Και θα έπρεπε να είναι,» είπε ο Χολμς σοβαρά. «Θα σφάλλω πολύ αν δεν ακούσουμε από εκείνη πριν περάσουν πολλές μέρες.»

Δεν πέρασε πολύ προτού η πρόβλεψη του φίλου μου πραγματοποιηθεί. Ένα δεκαπενθήμερο πέρασε, κατά τη διάρκεια του οποίου συχνά έβρισκα τις σκέψεις μου να στρέφονται προς τη μεριά της και διερωτώμενος σε τι παράξενο σοκάκι της ανθρώπινης εμπειρίας η μοναχική αυτή γυναίκα είχε ξεστρατίσει. Ο ασυνήθιστος μισθός, οι περίεργοι όροι, τα ελαφριά καθήκοντα, όλα υποδείκνυαν προς κάτι αφύσικο, μολονότι αν ήταν ιδιοτροπία ή δολοπλοκία, είτε αν ο άντρας ήταν φιλάνθρωπος ή εγκληματίας, υπερέβαινε εντελώς τις δυνάμεις μου να το προσδιορίσω. Όσο για τον Χολμς, παρατήρησα πως καθόταν συχνά για μισάωρα απανωτά, με πλεγμένα φρύδια και με μια αφηρημένη συμπεριφορά, όμως έσπρωξε το θέμα στην άκρη με μια κίνηση του χεριού του όταν το ανέφερα. «Δεδομένα! Δεδομένα! Δεδομένα!» φώναξε ανυπόμονα. «Δεν μπορώ να φτιάξω τούβλα δίχως πηλό.» Και όμως κατέληγε διαρκώς να μουρμουράει πως καμιά αδελφή του δεν είχε δεχθεί ποτέ μια τέτοια θέση.

Το τηλεγράφημα το οποίο τελικά λάβαμε ήρθε αργά ένα βράδυ πάνω που σκεφτόμουν να αποσυρθώ και ο Χολμς ετοιμαζόταν για μια από εκείνες τις ολονύχτιες χημικές μελέτες στις οποίες συχνά ενέδιδε, όταν θα τον άφηνα σκυμμένο πάνω από ένα αποστακτήρα και ένα δοκιμαστικό σωλήνα το βράδυ και θα τον έβρισκα στην ίδια θέση όταν θα κατέβαινα για πρόγευμα το πρωί. Άνοιξε τον κίτρινο φάκελο και κατόπιν, ρίχνοντας μια ματιά στο μήνυμα, μου το πέταξε.

«Κοίταξε τα τραίνα στον οδηγό δρομολογίων,» είπε, και στράφηκε πίσω στις χημικές του μελέτες.

Η πρόσκληση ήταν σύντομη και επείγουσα.


«Παρακαλώ να είστε στο ξενοδοχείο Μαύρος Κύκνος στο Γουιντσέστερ το μεσημέρι αύριο,» είπε. «Ελάτε! Τα έχω χαμένα. ΧΑΝΤΕΡ.»


«Θα έρθεις μαζί μου;» ρώτησε ο Χολμς, κοιτάζοντας πάνω.

«Θα το ήθελα.»

«Μόνο κοίταξε το, τότε.»

«Υπάρχει τραίνο στις εννέα και μισή,» είπα, κοιτάζοντας τον οδηγό μου. «Άφιξη στο Γουιντσέστερ στις 11:30.»

«Μας κάνει περίφημα. Τότε καλύτερα να αναβάλω την ανάλυση μου στις ακετόνες, καθώς θα πρέπει να είμαστε όσο το δυνατόν καλύτερα το πρωί.»

Στις έντεκα η ώρα της επομένης ήμασταν για τα καλά καθοδόν προς την παλαιά Αγγλική πρωτεύουσα. Ο Χολμς ήταν θαμμένος στις πρωινές εφημερίδες ως τα μπούνια, όμως όταν είχαμε περάσει τα όρια του Χάμπσαϊρ τις πέταξε όλες κάτω και άρχισε να θαυμάζει το τοπίο. Ήταν μια ειδυλλιακή ανοιξιάτικη ημέρα, με καταγάλανος ουρανό, διάστικτο με μικρά φουντωτά σύννεφα που παρασύρονταν από την ανατολή προς τη δύση. Ο ήλιος έλαμπε πολύ έντονα, κι όμως υπήρχε μια αναζωογονητική παγωνιά στην ατμόσφαιρα, η οποία έδινε ένα πλεονέκτημα στη ζωντάνια κάποιου. Σε ολόκληρη την περιοχή, ως τους απαλούς λόφους γύρω από το Άλντερσοτ, οι μικρές κοκκινόγκριζες στέγες των αγροκτημάτων ξεπετάγονταν καταμεσής του ανοικτού πράσινου του φρέσκου φυλλώματος.

«Δεν είναι τόσο αναζωογονητικά κι όμορφα;» αναφώνησα με όλο τον ενθουσιασμό κάποιου που μόλις είχε αφήσει τις ομίχλες της οδού Μπέϊκερ.

Όμως ο Χολμς κούνησε βαρύθυμα το κεφάλι του.

«Γνωρίζεις, Γουώτσον,» είπε, «πως μια από τις κατάρες ενός μυαλού με κλίση σαν του δικού μου είναι πως πρέπει να παρατηρώ τα πάντα αναφορικά στο ιδιαίτερο αντικείμενο του. Βλέπεις αυτά τα σκόρπια σπίτια, και εντυπωσιάζεσαι από την ομορφιά τους. Τα κοιτάζω, και η μόνη σκέψη που μου έρχεται είναι ένα αίσθημα της απομόνωσης τους και της ατιμωρησίας με την οποία το έγκλημα ενδέχεται να διαπραχθεί εκεί.»

«Μα το Θεό!» φώναξα. «Ποιος θα συσχέτιζε το έγκλημα με αυτά τα αξιολάτρευτα παλιά υποστατικά;»

«Πάντοτε με γεμίζουν με τρόμο. Αποτελεί πεποίθηση μου, Γουώτσον, εδραιωμένη επί της εμπειρίας μου, πως τα ταπεινότερα και αθλιότερα σοκάκια του Λονδίνου δεν παρουσιάζουν μια λιγότερη τρομερή καταγραφή της αμαρτίας από όσο η χαμογελαστή και όμορφη εξοχή.»

«Μου προξενείς φρίκη!»

«Ωστόσο ο λόγος είναι ιδιαιτέρως προφανής. Η πίεση της κοινής γνώμης μπορεί να κατορθώσει στην πόλη ότι ο νόμος δεν μπορεί να επιτύχει. Δεν υπάρχει δρόμος τόσο άθλιος που η κραυγή ενός βασανισμένου παιδιού, ή του χτυπήματος ενός μεθύστακα, να μην γεννά συμπάθια και αγανάκτηση μεταξύ των γειτόνων , και τότε ολόκληρος ο μηχανισμός της δικαιοσύνης είναι πάντοτε σε απόσταση που μια διαμαρτυρία τον βάζει μπρος, και δεν υπάρχει παρά ένα βήμα μεταξύ του εγκλήματος και του εδωλίου. Μα κοίτα αυτά τα μοναχικά σπίτια, καθένα στα χωράφια του, γεμάτη ως επί το πλείστον με φτωχούς, αδαείς ανθρώπους που ελάχιστα γνωρίζουν περί νόμου. Συλλογίσου τις πράξεις διαβολικής απανθρωπιάς, την κρυμμένη κακία που μπορεί να συνεχίζεται, χρόνος μέσα, χρόνος έξω, σε τέτοια μέρη, και κανείς δεν έχει ιδέα. Αν η κοπέλα που αιτήθηκε σε μας για βοήθεια είχε πάει να ζήσει στο Γουιντσέστερ, δεν θα είχα τον παραμικρό φόβο για εκείνη. Είναι τα επτά χιλιόμετρα της υπαίθρου που συνιστούν τον κίνδυνο. Εντούτοις, είναι σαφές πως δεν απειλείται προσωπικά.»

«Όχι. Αν μπορεί να έρθει στο Γουιντσέστερ να μας συναντήσει τότε μπορεί να ξεφύγει.»

«Ακριβώς. Έχει την ελευθερία της.»

«Ποιο ΜΠΟΡΕΙ να είναι το ζήτημα, τότε; Δεν μπορείς να προτείνεις κάποια εξήγηση;»

«Επινόησα επτά διαφορετικές εξηγήσεις, καθεμία εκ των οποίων θα κάλυπτε τα στοιχεία όπως τα γνωρίζουμε. Όμως ποια εξ αυτών είναι σωστή μπορεί μονάχα να καθορισθεί από τις καινούργιες πληροφορίες τις οποίες αναμφίβολα θα βρούμε να μας περιμένουν. Λοιπόν, να ο πύργος του καθεδρικού, και σύντομα θα ξέρουμε όλα όσα η δεσποινίδα Χάντερ έχει να μας πει.»

Ο Μαύρος Κύκνος είναι ένα φημισμένο πανδοχείο στην οδό Χάι, σε ελάχιστη απόσταση από το σταθμό, και εκεί βρήκαμε τη νεαρή κυρία να μας περιμένει. Είχε κλείσει ένα καθιστικό, και το γεύμα μας περίμενε στο τραπέζι.

Copp-04.jpg

«Χαίρομαι τόσο που ήρθατε,» είπε ενθουσιασμένα. «Είναι τόσο ευγενικό εκ μέρους σας· μα ειλικρινά δεν ήξερα τι να κάνω. Η συμβουλή σας θα αποβεί για μένα εντελώς πολύτιμη.»

«Παρακαλώ πείτε μας τι σας συνέβη.»

«Θα το κάνω, και πρέπει να είμαι σύντομη, γιατί υποσχέθηκα στον κ. Ρόκαστλ να είμαι πίσω πριν τις τρεις. Πήρα την άδεια του για να έρθω στην πόλη σήμερα το πρωί, μολονότι ελάχιστα γνώριζε για ποιο σκοπό.»

«Πείτε τα μας τα πάντα με την απαιτούμενη σειρά.» Ο Χολμς άπλωσε τα μακριά λεπτά πόδια του προς τη φωτιά και χαλάρωσε για να ακούσει.

«Καταρχήν, μπορώ να πω ότι δε συνάντησα, συνολικά, καθόλου κακομεταχείριση εκ του κ. και της κ. Ρόκαστλ. Είναι δίκαιο για αυτούς να το πω. Όμως δεν τους καταλαβαίνω, και δε νοιώθω καθόλου άνετα μαζί τους.»

«Τι δεν καταλαβαίνετε;»

«Τους λόγους για την συμπεριφορά τους. Όμως θα τα ακούσετε όλα όπως ακριβώς συνέβησαν. Όταν κατέβηκα, ο κ. Ρόκαστλ με συνάντησε εδώ και με πήγε με το κάρο του στις Χάλκινες Οξιές. Βρίσκεται, όπως είπε, σε πολύ όμορφο μέρος, όμως δεν είναι όμορφο καθαυτό, επειδή είναι ένα μεγάλο τετράγωνο πράγμα, ασπρισμένο, αλλά κηλιδωμένο και χαρακωμένο από υγρασία και κακοκαιρία. Υπάρχουν κτήματα γύρω του, δάση από τις τρεις μεριές, και στην τέταρτη ένα λιβάδι που κατηφορίζει προς τη δημοσιά του Σαουθάμπτον, που περνάει κάπου εκατό μέτρα από τη μπροστινή πόρτα. Το χωράφι εμπρός ανήκει στο σπίτι, όμως τα δάση τριγύρω αποτελούν μέρος του καταφυγίου του Λόρδου Σάουθερτον. Μια συστάδα από καφετιές οξιές μόλις μπροστά από την είσοδο δίνουν στο μέρος το όνομα του.»

«Οδηγήθηκα εκεί από τον εργοδότη μου, ο οποίος υπήρξε τόσο ευγενικός όπως πάντα, και παρουσιάστηκα από εκείνον το ίδιο απόγευμα στη σύζυγο και το παιδί του. Δεν υπάρχει καμιά αλήθεια, κ. Χολμς, στην εικασία η οποία μας φάνηκε τόσο πιθανή στο διαμέρισμα σας στην οδό Μπέϊκερ. Η κ. Ρόκαστλ δεν είναι τρελή. Τη βρήκα να είναι μια σιωπηλή, χλωμή γυναίκα, πολύ νεώτερη από το σύζυγο της, όχι μεγαλύτερη από τριάντα, θα έλεγα, ενώ εκείνος είναι αδύνατον να είναι λιγότερο από σαράντα-πέντε. Από την κουβέντα τους κατάλαβα πως είναι παντρεμένοι κάπου επτά χρόνια, πως εκείνος ήταν χήρος, και πως το μοναχοπαίδι του από την πρώτη του σύζυγο ήταν η κόρη που έχει πάει στη Φιλαδέλφεια. Ο κ. Ρόκαστλ μου είπε κατ’ ιδίαν πως ο λόγος πους τους είχε αφήσει ήταν πως είχε μια παράλογη αποστροφή για τη μητριά της. Καθώς η κόρη δε θα μπορούσε να είναι μικρότερη από είκοσι, μπορώ απολύτως να φαντασθώ πως η θέση της θα πρέπει να ήταν δύσκολη με τη νεαρή σύζυγο του πατέρα της.»

«Η κ. Ρόκαστλ μου φάνηκε να είναι άτονη και στο μυαλό εξίσου με τα χαρακτηριστικά της. Δεν μου έκανε ούτε θετική ούτε αρνητική εντύπωση. Ήταν ανύπαρκτη. Ήταν εύκολο να καταλάβεις πως ήταν αφοσιωμένη με πάθος τόσο στον άντρα της όσο και στο μικρό της γιο. Τα ανοικτά γκρίζα μάτια της ταξίδευαν διαρκώς από τον ένα στον άλλο, προσέχοντας κάθε μικρό θέλω και προλαμβάνοντας το όποτε ήταν δυνατόν. Ήταν και ο ίδιος ευγενικός προς εκείνη με τον ντόμπρο, ζωηρό τρόπο του, και συνολικά έδειχναν να αποτελούν ένα ευτυχισμένο ζευγάρι. Και όμως εκείνη είχε κάποια κρυφή στεναχώρια, αυτή η γυναίκα. Συχνά θα χανόταν βαθιά σε σκέψη, με το πλέον θλιμμένο βλέμμα στο πρόσωπο της. Αρκετές φορές την έπιασα να κλαίει. Σκέφτηκα κάποιες στιγμές πως ήταν η ιδιοσυγκρασία του παιδιού της που ζύγιζε βαριά στο νου της, γιατί ποτέ μου δε συνάντησα ένα τόσο εντελώς κακομαθημένο και τόσο κακότροπο μικρό πλάσμα. Είναι μικρόσωμος για την ηλικία του, με ένα κεφάλι που είναι δυσανάλογα μεγάλο. Όλη του η ζωή μοιάζει να περνά σε μια εναλλαγή μεταξύ αγριεμένων κρίσεων ενθουσιασμού και καταθλιπτικών διαστημάτων κατήφειας. Το να πονά κάθε άλλο πλάσμα πιο αδύναμο από εκείνον φαίνεται να αποτελεί την ιδέα του περί διασκέδασης, και επιδεικνύει αξιόλογο ταλέντο στο σχεδιασμό της παγίδευσης ποντικών, μικρών πουλιών, και εντόμων. Όμως θα προτιμούσα να μη μιλήσω για το πλάσμα, κ. Χολμς, και, ειλικρινά, έχει ελάχιστα να κάνει με την ιστορία μου.»

«Χαίρομαι για όλες αυτές τις λεπτομέρειες,» σχολίασε ο φίλος μου, «ασχέτως του αν σας φαίνονται ως σχετικές ή όχι.»

«Θα προσπαθήσω να μην παραλείψω τίποτα σημαντικό. Το μοναδικό δυσάρεστο πράγμα σχετικά με το σπίτι, το οποίο μου ήρθε αμέσως, ήταν η εμφάνιση και η συμπεριφορά των υπηρετών. Είναι μόνο δυο, ένας άντρας και η σύζυγος του. Ο Τόλλερ, γιατί αυτό είναι το όνομα του, είναι ένας τραχύς, άξεστος άνθρωπος, με γκριζαρισμένα μαλλιά και φαβορίτες, και μια διαρκή μυρωδιά πιοτού. Δυο φορές από τότε που είμαι μαζί τους υπήρξε εντελώς μεθυσμένος, και εντούτοις ο κ. Ρόκαστλ φαίνεται να μη δίνει σημασία. Η σύζυγος του είναι μια ιδιαιτέρως ψηλή και δυνατή γυναίκα με χολωμένο πρόσωπο, τόσο σιωπηλή όσο η κ. Ρόκαστλ και πολύ λιγότερο φιλική. Πρόκειται το πλέον δυσάρεστο ζευγάρι, αλλά ευτυχώς περνώ τον περισσότερο από τον χρόνο μου στο παιδικό δωμάτιο και το δικό μου, τα οποία είναι πλάι το ένα στο άλλο στην μια πλευρά του κτιρίου.»

«Για δυο ημέρες κατόπιν της άφιξης μου στις Χάλκινες Οξιές η ζωή μου υπήρξε ιδιαίτερα ήρεμη· την τρίτη, η κ. Ρόκαστλ κατέβηκε κατόπιν του προγεύματος και ψιθύρισε κάτι στο σύζυγο της.»

«’Ω , ναι,’ είπε εκείνος, στρεφόμενος σε μένα, ‘ σας είμαστε πολύ υποχρεωμένοι, δεσποινίς Χάντερ, που συνταχθήκατε προς τις ιδιομορφίες μας μέχρι και να κόψετε τα μαλλιά σας. Σας διαβεβαιώνω πως δεν μείωσε ούτε στο παραμικρό την εμφάνιση σας. Θα δούμε τώρα πως σας πάει το ζωντανό γαλάζιο φόρεμα. Θα το βρείτε ακουμπισμένο στο κρεβάτι του δωματίου σας, και αν θα είχατε την καλοσύνη να το φορέσετε θα σας ήμασταν και οι δυο υποχρεωμένοι.’»

«Το φόρεμα το οποίο βρήκα να με περιμένει ήταν μιας ιδιαίτερης απόχρωσης του γαλάζιου. Επρόκειτο περί έξοχου υλικού, κάποιου είδους μάλλινο, όμως έφερε ολοφάνερα ίχνη πως είχε φορεθεί στο παρελθόν. Δεν θα είχε καλύτερη εφαρμογή ακόμη και αν μου είχαν πάρει τα μέτρα. Τόσο ο κ. όσο και η κ. Ρόκαστλ εξέφρασαν ικανοποίηση βλέποντας το, η οποία φάνηκε εντελώς ακραία στην σφοδρότητα της. Με περίμεναν στο καθιστικό, το οποίο είναι ένα πολύ μεγάλο δωμάτιο, που εκτείνεται κατά μήκους του μπροστινού μέρους του σπιτιού, με τρία μεγάλα παράθυρα που φτάνουν ως το πάτωμα. Μια καρέκλα είχε τοποθετηθεί κοντά στο κεντρικό παράθυρο, με την πλάτη στραμμένη προς αυτό. Σε αυτή μου ζητήθηκε να καθίσω, και κατόπιν ο κ. Ρόκαστλ, περπατώντας πάνω κάτω στην άλλη πλευρά του δωματίου, άρχισε να μου λέει τις αστειότερες ιστορίες που είχα ακούσει ποτέ μου. Δεν φαντάζεστε πόσο κωμικός ήταν, και γέλασα ώσπου ένοιωθα εντελώς εξαντλημένη. Η κ. Ρόκαστλ, εντούτοις, η οποία προφανώς δεν έχει αίσθηση του χιούμορ, ούτε στιγμή δε χαμογέλασε, μα κάθισε με τα χέρια στην ποδιά της, και ένα θλιμμένο, ανήσυχο βλέμμα επί του προσώπου της. Κατόπιν μιας ώρας ή κάπου τόσο, ο κ. Ρόκαστλ σχολίασε πως ήταν ώρα να αναλάβω τα ημερήσια καθήκοντα, και πως έπρεπε να αλλάξω το φόρεμα μου και να πάω στο μικρό Έντουαρντ στο παιδικό δωμάτιο.»

Copp-05.jpg

«Δυο ημέρες αργότερα η ίδια παράσταση έλαβε χώρα υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες. Και πάλι άλλαξα το φόρεμα μου, και πάλι κάθισα στο παράθυρο, και πάλι γέλασα με όλη μου την καρδιά στις αστείες ιστορίες εκ των οποίων ο εργοδότης μου είχε ένα αχανές ρεπερτόριο, και τις οποίες έλεγα κατά αμίμητο τρόπο. Κατόπιν μου έδωσε μια φθηνή νουβέλα, και μετακινώντας την καρέκλα λιγάκι στο πλάι, ώστε η σκιά μου να μην πέφτει στη σελίδα, με παρακάλεσε να του διαβάσω δυνατά. Διάβασα για περίπου δέκα λεπτά, αρχίζοντας από την καρδιά του κεφαλαίου, και τότε ξαφνικά, στο μέσον μιας πρότασης, με πρόσταξε να πάψω και να αλλάξω το φόρεμα μου.»

«Ευκόλως θα φαντάζεστε, κ. Χολμς, πόσο περίεργη ήμουν όσον αφορά το ποιο το νόημα της ιδιάζουσας παράστασης θα μπορούσε να είναι. Ήταν πάντοτε εξαιρετικά προσεκτικοί, παρατήρησα, να κρατούν το πρόσωπο μου μακριά από το παράθυρο, έτσι που καταλήφθηκα από την επιθυμία να δω τι συνέβαινε πίσω από την πλάτη μου. Αρχικά φαινόταν αδύνατον, όμως σύντομα μηχανεύθηκα ένα σχέδιο. Ο καθρέπτης χειρός μου είχε σπάσει, έτσι μια ευτυχής σκέψη με κατέλαβε, και έκρυψα ένα κομμάτι του γυαλιού στο μαντίλι μου. Στην επόμενη φορά, μέσα στα γέλια μου, έφερα το μαντήλι στα μάτια μου και κατάφερα με λίγη διαχείριση να δω ότι βρισκόταν πίσω μου. Ομολογώ πως απογοητεύτηκα. Δεν υπήρχε τίποτα. Τουλάχιστον αυτή ήταν η αρχική μου εντύπωση. Στη δεύτερη ματιά, ωστόσο, αντιλήφθηκα πως υπήρχε ένας άντρας ο οποίος στεκόταν στο δρόμο του Σαουθάμπτον, ένας μικρόσωμος γενειοφόρος άνθρωπος με γκρίζο κουστούμι, ο οποίος έμοιαζε να κοιτάζει προς την μεριά μου. Ο δρόμος αποτελεί μιας σημαντική λεωφόρο, και συνήθως υπάρχει κόσμος εκεί. Ο άνθρωπος αυτός, ωστόσο, ακουμπούσε πάνω σε ένα από τα κιγκλιδώματα που συνόρευαν με το χωράφι μας και κοιτούσε με ζέση. Χαμήλωσα το μαντήλι μου και κοίταξα προς την κ. Ρόκαστλ βρίσκοντας πως τα μάτια της ήταν καρφωμένα πάνω μου με ένα πλέον εξεταστικό βλέμμα. Δεν είπε τίποτα, όμως είμαι πεπεισμένη πως είχε μαντέψει ότι είχα έναν καθρέφτη στο χέρι μου και είχα δει τι υπήρχε πίσω μου. Σηκώθηκε αμέσως.»

«’Τζέφρο,’ είπε, ‘υπάρχει ένας αγενής τύπος στο δρόμο ο οποίος κοιτάζει την δεσποινίδα Χάντερ.’»

«’Κάποιος φίλος σας, δεσποινίς Χάντερ;’ Ρώτησε εκείνος.»

«’Όχι, δε γνωρίζω κανέναν σε αυτά τα μέρη.’»

«’Τρομάρα μου! Πόσο αφάνταστα αγενές! Αν έχετε την καλοσύνη γυρίστε και κάντε του νόημα να φύγει.’»

«’Σίγουρα θα ήταν καλύτερα να μην δώσουμε σημασία.’»

«’Όχι, όχι, θα τον έχουμε να γυροφέρνει συνέχεια. Αν έχετε την καλοσύνη γυρίστε και κουνήστε το χέρι σας έτσι.’»

«’Έκανα όπως μου ειπώθηκε, και την ίδια εκείνη στιγμή η κ. Ρόκαστλ κατέβασε την κουρτίνα. Αυτό έγινε προ μιας εβδομάδος, και από εκείνη την μέρα δεν έχω ξανακαθίσει στο παράθυρο, ούτε έχω φορέσει το γαλάζιο φόρεμα, ούτε δει τον άντρα στο δρόμο.»

«Παρακαλώ συνεχίστε,» είπε ο Χολμς. «Η αφήγηση σας υπόσχεται να είναι η πλέον ενδιαφέρουσα.»

«Θα το βρείτε κάπως ασύνδετο, φοβούμαι, και ίσως αποδειχθεί να έχει ελάχιστη σχέση μεταξύ των διαφόρων περιστατικών για τα οποία μιλάω. Την πρώτη πρώτη μέρα που βρέθηκα στις Χάλκινες Οξιές, ο κ. Ρόκαστλ με πήρε σε ένα μικρό παράσπιτο το οποίο βρίσκεται κοντά στην πόρτα της κουζίνας. Καθώς το πλησιάζαμε, άκουσα το απότομο τράβηγμα μιας αλυσίδας, και τον ήχο ενός μεγάλου ζώου να κινείται.»

«’Δείτε εδώ!’ είπε ο κ. Ρόκαστλ, δείχνοντας μου μια χαραμάδα μεταξύ δυο σανίδων. ‘ Δεν είναι κούκλος;’»

«Κοίταξα μέσα και αντιλήφθηκα δυο λαμπερά μάτια, και ένα ακαθόριστο περίγραμμα μαζεμένο μέσα στο σκοτάδι.»

«’Μη φοβάστε,’ είπε ο εργοδότης μου, γελώντας με το ξάφνιασμα το οποίο με είχε τραντάξει. ‘Είναι μόνο ο Κάρλο, το μαστιφ μου. Τον αποκαλώ δικό μου, όμως στην πραγματικότητα, ο γέρο-Τόλλερ, ο υπηρέτης μου, είναι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να τον πλησιάσει. Τον ταΐζουμε μιας φορά την ημέρα, και όχι και πολύ, έτσι ώστε είναι πάντοτε τόσο αγριεμένος. Ο Τόλλερ τον αμολάει κάθε βράδυ, και ο Θεός να βοηθήσει τον καταπατητή τον οποίο θα πιάσει στα σαγόνια του. Το καλό που σας θέλω ποτέ υπό καμία πρόφαση μη πατήσετε πόδι έξω από το κατώφλι το βράδυ, γιατί μέχρι εκεί αξίζει η ζωή σας.’»

«Η προειδοποίηση δεν ήταν άσκοπη, γιατί δυο βράδια αργότερα έτυχε να κοιτάξω έξω από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας μου περί τις δυο το πρωί. Ήταν μια πανέμορφη φεγγαρόφωτη νύχτα, και ο κήπος μπροστά από το σπίτι ήταν ασημένιος και σχεδόν τόσο λαμπερός σαν να ήταν μέρα. Στεκόμουν, συνεπαρμένη από την γαλήνια ομορφιά του σκηνικού, όταν αντιλήφθηκα πως κάτι κινιόταν κάτω από τη σκιά των χάλκινων οξιών. Καθώς ξεπρόβαλε στο φεγγαρόφωτο είδα τι ήταν. Επρόκειτο για ένα πελώριο σκυλί, μεγάλο σα μοσχάρι, καστάνόξανθης απόχρωσης, με κρεμασμένο σαγόνι, μαύρη μουσούδα, και τεράστιο σκελετό. Διέσχισε αργά τον κήπο και χάθηκε στη σκιά της άλλης μεριάς. Ο τρομακτικός αυτός φύλακας έστειλε ένα ρίγος στην καρδιά μου πράγμα που δεν πιστεύω πως κάποιος διαρρήκτης θα είχε καταφέρει.»

Copp-06.jpg

«Και τώρα έχω μια ιδιαιτέρως περίεργη εμπειρία να σας αναφέρω. Είχα, όπως γνωρίζετε, κόψει τα μαλλιά μου στο Λονδίνο, και είχα αφήσει μια μεγάλη πλεξούδα στο κάτω μέρος του μπαούλου μου. Ένα βράδυ, όταν το παιδί ήταν στο κρεβάτι, άρχισα να ασχολούμαι με την εξέταση της επίπλωσης του δωματίου μου και με την τοποθέτηση των δικών μου πραγμάτων. Υπήρχε μια μικρή σιφονιέρα στο δωμάτιο, με τα δυο πάνω συρτάρια άδεια και ανοικτά, και το χαμηλότερο κλειδωμένο. Είχα γεμίσει τα πρώτα δυο με τα ασπρόρουχα μου, και καθώς είχα πολλά ακόμη να ξεπακετάρω ήταν φυσικό το ότι ενοχλήθηκα που δεν είχα την χρήση του τρίτου συρταριού. Μου ήρθε η ιδέα πως ίσως να είχε κλειδωθεί από απλή απροσεξία, έτσι έβγαλα τα κλειδιά μου και προσπάθησα να το ανοίξω. Το πρώτο κλειδί ταίριαξε τέλεια, και τράβηξα το συρτάρι ανοίγοντας το. Υπήρχε μόνο ένα πράγμα μέσα, όμως είμαι βέβαιη πως ποτέ δε θα μαντεύατε τι ήταν. Ήταν η πλεξούδα των μαλλιών μου.»

«Τη σήκωσα και την εξέτασα. Ήταν της ίδιας ξεχωριστής απόχρωσης, και του ίδιου πάχους. Όμως τόσο το ανέφικτο της κατάστασης απρόθυμα επιβλήθηκε πάνω μου. Πως ήταν δυνατόν τα μαλλιά μου να είναι κλειδωμένα στο συρτάρι; Με τρεμάμενα χέρια έλυσα το μπαούλο μου, έβγαλα τα περιεχόμενα του, και τράβηξα από το κάτω μέρος τα δικά μου μαλλιά. Ακούμπησα τις δυο πλεξούδες πλάι πλάι, και σας διαβεβαιώνω πως ήταν πανομοιότυπες. Δεν ήταν ιδιαιτέρως ασύνηθες; Προβληματισμένη όσο γινόταν, δεν μπορούσα να σκεφθώ τίποτα σχετικά με το τι σήμαινε. Επέστρεψα τα ξένα μαλλιά στο συρτάρι, και δεν ανέφερα τίποτα επί του ζητήματος στους Ρόκαστλ καθώς ένοιωσα πως είχα κάνει λάθος ανοίγοντας το συρτάρι το οποίο είχαν κλειδωμένο.»

«Είμαι εκ φύσεως παρατηρητική, όπως ενδεχομένως να έχετε προσέξει, κ. Χολμς, και σύντομα είχα ένα αρκετά καλό σχέδιο ολόκληρου του σπιτιού στο μυαλό μου. Υπήρχε μια πτέρυγα, εντούτοις, η οποία εμφανιζόταν να μην κατοικείται καθόλου. Μια πόρτα η οποία έβλεπε εκείνη που οδηγούσε στα διαμερίσματα των Τόλλερ έβγαζε στον συγκεκριμένο χώρο, όμως ήταν μονίμως κλειδωμένη. Μια μέρα, ωστόσο, καθώς ανέβαινα τις σκάλες, συνάντησα τον κ. Ρόκαστλ να βγαίνει από την πόρτα, με τα κλειδιά στο χέρι του, και ένα βλέμμα στο πρόσωπο του το οποίο τον καθιστούσε ένα εξαιρετικά διαφορετικό από τον γεμάτο, εύθυμο άντρα στον οποίο ήμουν συνηθισμένη. Τα μάγουλα του ήταν κόκκινα, το μέτωπο του ήταν ρυτιδωμένο από θυμό, και οι φλέβες του προεξείχαν από τους κροτάφους του οργισμένα. Κλείδωσε την πόρτα και με προσπέρασε βιαστικά δίχως μια λέξη ή ένα βλέμμα.»

«Αυτό ξεσήκωσε την περιέργεια μου, έτσι όταν βγήκα για ένα περίπατο έξω από μόνη μου, έκανα το γύρο προς την πλευρά από την οποία έβλεπα τα παράθυρα αυτού του τμήματος του σπιτιού. Ήταν τέσσερα στην σειρά, τρία εκ των οποίων ήταν απλώς βρώμικα, ενώ το τέταρτο ήταν σφαλιστό. Ήταν προφανώς όλα ερημωμένα. Καθώς περπάτησα πάνω κάτω, κοιτάζοντας τα κατά διαστήματα, ο κ. Ρόκαστλ ήρθε κοντά μου, δείχνοντας τόσο εύθυμος και χαρούμενος όσο ποτέ.»

«’Α!’ είπε, ‘μην με θεωρήσετε αγενή που σας προσπέρασα δίχως μια κουβέντα, αγαπητή μου νεαρή. Ήμουν απασχολημένος με επαγγελματικά θέματα.’»

«Τον διαβεβαίωσα πως δεν είχα προσβληθεί. ‘Επί τη ευκαιρία,’ είπα, ‘φαίνεται πως έχετε αρκετά άδεια δωμάτια εκεί πάνω, και ένα από αυτά είναι σφαλισμένο.’»

«Έδειξε έκπληκτος και, όπως μου φάνηκε, λίγο ξαφνιασμένος στο σχόλιο μου.»

«’Η φωτογραφία είναι ένα από τα πάρεργα μου,’ είπε εκείνος. ‘Έχω στήσει το σκοτεινό μου θάλαμο εκεί. Όμως, τρομάρα μου! Τι παρατηρητική νεαρή που μας βγήκατε. Ποιος θα το πίστευε; Ποιος ποτέ θα το πίστευε;’ Μίλησε αστειευόμενος, όμως δεν υπάρχει κάτι το αστείο στα μάτια καθώς με κοίταξε. Διέκρινα καχυποψία εκεί και ενόχληση, αλλά διόλου αστειότητα.»

«Λοιπόν, κ. Χολμς, από τη στιγμή εκείνη, όταν κατάλαβα πως υπήρχε κάτι σε εκείνα τα δωμάτια το οποίο δεν έπρεπε να μάθω, άναψα ολόκληρη για να τα ψάξω. Δεν επρόκειτο για απλή περιέργεια, αν και έχω το μερτικό μου από αυτή. Ήταν περισσότερο ένα αίσθημα καθήκοντος—ένα αίσθημα πως κάτι καλό ίσως να έβγαινε από την εισβολή μου σε εκείνο το μέρος. Μιλάνε για το γυναικείο ένστικτο· ίσως να ήταν το γυναικείο ένστικτο που μου έδωσε αυτό το αίσθημα. Όπως και να είχε, ήταν εκεί, και ήμουν εντονότατα σε αναμονή της όποιας πιθανότητας να περάσω την απαγορευμένη πόρτα.»

«Μόνον χθες ήταν που η πιθανότητα ήρθε. Να σας πω πως, πέραν του κ. Ρόκαστλ, τόσο ο Τόλλερ και η σύζυγος του βρίσκουν κάτι να κάνουν σε εκείνα τα ερημωμένα δωμάτια, και σε μια περίσταση τον είδα να κουβαλά μια μεγάλη μαύρη λινή τσάντα μαζί του περνώντας μέσα. Πρόσφατα έπινε πολύ, και χθες το απόγευμα ήταν υπερβολικά μεθυσμένος· και όταν ανέβηκα τις σκάλες εκεί ήταν το κλειδί πάνω στην πόρτα. Δεν αμφιβάλλω διόλου πως το είχε αφήσει εκεί. Ο κ. και η κ. Ρόκαστλ ήταν και οι δυο κάτω, και το παιδί ήταν μαζί τους, έτσι είχα μια θαυμάσια ευκαιρία. Γύρισα το κλειδί απαλά στην κλειδαριά, άνοιξα την πόρτα, και γλίστρησα μέσα.»

Copp-07.jpg

«Υπήρχε ένας μικρός διάδρομος μπροστά μου, δίχως ταπετσαρία και χαλί, ο οποίος έκανε μια δεξιά γωνία στην άλλη άκρη. Από την γωνία αυτή υπήρχαν τρεις πόρτες στη σειρά, η και η τρίτη εκ των οποίων ήταν ανοικτές. Και οι δυο οδηγούσαν σε άδεια δωμάτια, σκονισμένα και άχαρα, με δυο παράθυρα στο ένα και ένα στο άλλο, τόσο σκονισμένα ώστε το απογευματινό φως αχνόφεγγε από μέσα τους. Η κεντρική πόρτα ήταν κλειστή, και στην εξωτερική της πλευρά είχε αμπαρωθεί με μια από τις φαρδιές μπάρες ενός σιδερένιου κρεβατιού, κλειδωμένη με λουκέτο σε ένα κρίκο στον τοίχο, και δεμένη από την άλλη με ένα γερό κορδόνι. Η πόρτα η ίδια ήταν επίσης κλειδωμένη, και το κλειδί δεν βρισκόταν εκεί. Αυτή η φραγμένη πόρτα ανταποκρινόταν σαφώς προς το σφαλιστό παράθυρο απέξω, και εντούτοις διέκρινα από ένα λαμπύρισμα κάτω από την πόρτα πως δεν ήταν σκοτεινά. Εμφανώς υπήρχε ένας φεγγίτης που άφηνε το φως να μπει από πάνω. Καθώς στεκόμουν στο διάδρομο κοιτάζοντας την δυσοίωνη πόρτα και διερωτώμενη τι μυστικό ίσως να έκρυβε, ξάφνου άκουσα τον ήχο βημάτων μέσα στο δωμάτιο και είδα μια σκιά να περνά μπρος πίσω μέσα από την μικρή χαραμάδα αμυδρού φωτός που έλαμπε κάτω από την πόρτα. Ένας τρελός, παράλογος φόβος ξεχείλισε μέσα μου στη θέα, κ. Χολμς. Τα παρατεντωμένα μου νεύρα με εγκατέλειψαν ξαφνικά, και στράφηκα και έτρεξα— έτρεξα σαν κάποια τρομερό χέρι πίσω μου να προσπαθούσα να πιάσει την άκρη του φορέματος μου. Διέσχισα ορμητικά το διάδρομο, την πόρτα, και έπεσα μέσα στα χέρια του κ. Ρόκαστλ, ο οποίος περίμενε απέξω.»

«’Ώστε,’ είπε, χαμογελώντας, ‘εσύ ήσουν, λοιπόν. Σκέφτηκα πως έπρεπε όταν είδα την πόρτα ανοικτή.’»

«Ω, τρόμαξα τόσο!’ είπα λαχανιασμένα.»

«Αγαπητή μου νεαρή! Αγαπητή μου νεαρή!’ —ούτε που φαντάζεστε πόσο χαδιάρικος και καθησυχαστικός ήταν ο τρόπος του—‘και τι σας τρόμαξε, αγαπητή μου νεαρή;’»

«Μα η φωνή ήταν κάτι περισσότερο από γαλίφικη. Το παράκανε. Ήμουν σε έντονη επαγρύπνηση ενάντια του.»

«’Υπήρξα αρκετά ανόητη να πάω στην άδεια πτέρυγα,’ απάντησα. ‘Όμως είναι τόσο μοναχικά και αέρινα σε αυτό το ημίφως ώστε τρομοκρατήθηκα και έτρεξα έξω. Ω, είναι τόσο τρομακτικά σιωπηλά εκεί μέσα!’»

«’Μόνο αυτό;’ Είπε, κοιτάζοντας με επίμονα.»

«’Μα, τι νομίζατε;’ Ρώτησα.

«’Γιατί νομίζετε πως κλείδωσα την πόρτα;’»

«’Είμαι σίγουρη πως δεν γνωρίζω.’»

«’Για να κρατήσω έξω ανθρώπους που δεν έχουν δουλειά εκεί. Βλέπετε;’ Χαμογελούσε ακόμη με τον πλέον καλοσυνάτο τρόπο.»

«’Είμαι βέβαιη πως αν ήξερα—‘»

«’Καλώς, λοιπόν, ξέρετε πλέον. Και αν ποτέ βάλετε πόδι πέρα από αυτό το κατώφλι ξανά’—εδώ στη στιγμή το χαμόγελο του σκλήρυνε σε μια γκριμάτσα οργής, και με κοίταξε με το πρόσωπο ενός δαίμονα—‘θα σας ρίξω στο μαστιφ.’»

«Ήμουν τόσο τρομοκρατημένη που δεν ξέρω τι έκανα. Υποθέτω πως πρέπει να όρμησα μακριά του μέσα στο δωμάτιο μου. Δεν θυμάμαι τίποτα μέχρι που βρέθηκα ξαπλωμένη στο κρεβάτι μου τρέμοντας ολόκληρη. Τότε σκέφθηκα εσάς, κ. Χολμς. Δεν μπορούσα να ζήσω άλλο δίχως κάποια συμβουλή. Ήμουν τρομοκρατημένη από το σπίτι, τον άντρα τη γυναίκα, τους υπηρέτες, ακόμη και το παιδί. Μου ήταν όλοι τους φρικτοί. Αν μονάχα μπορούσα να σας κατεβάσω όλα θα ήταν καλά. Φυσικά θα μπορούσα να το είχα σκάσει από το σπίτι, όμως η περιέργεια μου ήταν σχεδόν τόσο δυνατή όσο οι φόβοι μου. Σύντομα αποφάσισα. Θα σας έστελνα ένα τηλεγράφημα. Έβαλα το καπέλο και το παλτό μου, κατέβηκα στο ταχυδρομείο, το οποίο βρίσκεται περίπου επτακόσια μέτρα από το σπίτι, και κατόπιν επέστρεψα, νοιώθοντας πολύ καλύτερα. Μια φρικτή αμφιβολία ήρθε στο μυαλό μου καθώς πλησίασα την πόρτα μήπως και το σκυλί ήταν αμολημένο, όμως θυμήθηκα πως ο Τόλλερ είχε μεθύσει σε σημείο αναισθησίας εκείνο το απόγευμα, και ήξερα πως ήταν ο μόνος από το σπίτι που είχε κάποια επιρροή επί του άγριου ζώου, ή που θα επιχειρούσε να το αφήσει ελεύθερο. Γλίστρησα εντός με σιγουριά και έμεινα ξύπνια τη μισή νύχτα από την χαρά μου στη σκέψη πως θα σας έβλεπα. Δεν είχα καμία δυσκολία να πάρω άδεια για να έρθω στο Γουιντσέστερ σήμερα το πρωί, όμως πρέπει να είμαι πίσω πριν τις τρεις η ώρα, γιατί ο κ. και η κ. Ρόκαστλ θα πάνε σε επίσκεψη, και θα απουσιάζουν όλο το βράδυ, έτσι θα πρέπει να φροντίσω το παιδί. Τώρα σας είπα όλες μου τις περιπέτειες, κ. Χολμς, και θα χαιρόμουν αν μπορούσατε να μου πείτε τι σημαίνουν όλα αυτά, και, πάνω από όλα, τι να κάνω.»

Ο Χολμς και εγώ είχαμε ακούσει μαγεμένοι την εξαιρετική αυτή ιστορία. Ο φίλος μου τώρα σηκώθηκε και βημάτισε πάνω κάτω μέσα στο δωμάτιο, με τα χέρια του στις τσέπες, και μια έκφραση της πλέον πρωτοφανούς βαρύτητας επί του προσώπου του.

«Είναι ο Τόλλερ ακόμη μεθυσμένος;» ρώτησε.

«Μάλιστα. Άκουσα τη γυναίκα του να λέει στην κ. Ρόκαστλ πως δεν μπορούσε να του κάνει τίποτα.»

«Καλό αυτό. Και οι Ρόκαστλ θα απουσιάζουν απόψε;»

«Μάλιστα.»

«Υπάρχει κάποιο υπόγειο με μια γερή κλειδαριά;»

«Μάλιστα, ένα κελάρι κρασιού.»

«Μου δίνετε την εντύπωση πως συμπεριφερθήκατε καθ’ όλη τη διάρκεια της υπόθεσης ως ένα πολύ γενναίο και λογικό κορίτσι, δεσποινίς Χάντερ. Πιστεύετε πως θα μπορούσατε να εκτελέσετε ένα ακόμη κατόρθωμα; Δεν θα σας το ζητούσα αν δεν σας θεωρούσα μια απολύτως εξαιρετική γυναίκα.»

«Θα προσπαθήσω. Περί τίνος πρόκειται;»

«Θα βρισκόμαστε στις Χάλκινες Οξιές στις επτά η ώρα, ο φίλος μου και εγώ. Οι Ρόκαστλ θα έχουμε φύγει μέχρι εκείνη την ώρα, και ο Τόλλερ θα είναι, ελπίζουμε, ανήμπορος. Παραμένει μονάχα η κ. Τόλλερ, η οποία ίσως να σημάνει συναγερμό. Αν μπορέσετε να τη στείλετε στο κελάρι για κάποια δουλειά, και έπειτα να γυρίσετε το κλειδί στην κλειδαριά, θα διευκολύνατε τα πράγματα αφάνταστα.»

«Θα το κάνω.»

«Έξοχα! Θα εξετάσουμε τότε ενδελεχώς το ζήτημα. Φυσικά υπάρχει μόνο μια ικανοποιητική εξήγηση. Σας έφεραν για να υποδυθείτε κάποιον, και το αληθινό πρόσωπο είναι φυλακισμένο σε εκείνο το δωμάτιο. Αυτό είναι εμφανές. Όσο για το ποια είναι η κρατούμενη, δεν έχω αμφιβολία πως είναι η κόρη, η δεσποινίς Άλις Ρόκαστλ, αν θυμάμαι σωστά, η οποία ειπώθηκε πως έφυγε στην Αμερική. Επιλεχτήκατε, αναμφίβολα, καθώς τις μοιάζετε σε ύψος, σιλουέτα, και στο χρώμα των μαλλιών. Τα δικά της ήταν κομμένα, πιθανότατα από κάποια ασθένεια την οποία πέρασε, και έτσι, φυσικά, τα δικά σας έπρεπε να θυσιαστούν επίσης. Από παράδοξη τύχη πέσατε πάνω στην πλεξούδα. Ο άντρας στο δρόμο ήταν αναμφίβολα κάποιος φίλος της—πιθανόν ο αρραβωνιαστικός της— και δίχως αμφιβολία, καθώς φορούσατε το φόρεμα του κοριτσιού και ήσασταν τόσο ίδια με εκείνη, πείστηκε από το γέλιο σας, όποτε σας είδε, και κατόπιν από την χειρονομία σας, πως η δεσποινίς Ρόκαστλ είναι απολύτως ευτυχισμένη, και πως δεν επιθυμεί άλλο πλέον την προσοχή του. Το σκυλί αφήνεται ελεύθερο τη νύχτα για να τον αποτρέψει από το να επιχειρήσει να επικοινωνήσει μαζί της. Τόσα είναι ικανοποιητικά σαφή. Το πλέον σοβαρό ζήτημα στην υπόθεση είναι η συμπεριφορά του παιδιού.»

«Τι στο καλό έχει να κάνει με αυτό;» αναφώνησα.

«Αγαπητέ μου Γουώτσον, εσύ ως άνθρωπος της ιατρικής μονίμως αποκομίζεις κατανόηση όσον αφορά τις συνήθειες ενός παιδιού από την μελέτη των γονιών του. Δεν βλέπεις πως το αντίστροφο είναι εξίσου αιτιολογημένο. Συχνά αποκόμισα την αρχική πραγματική κατανόηση επί του χαρακτήρα των γονιών μελετώντας τα παιδιά τους. Η συνήθεια του παιδιού αυτού είναι αφύσικα σκληρή, απλά προς χάριν σκληρότητας, και το αν την λαμβάνει από τον χαμογελαστό πατέρα του, ή από την μητέρα του, προμηνύει κακό για το φτωχό κορίτσι που έχουν υπό την εξουσία τους.»

«Είμαι βέβαιη πως έχετε δίκιο, κ. Χολμς,» αναφώνησε η πελάτισσα μας. «Χιλιάδες πράγματα μου επανέρχονται τα οποία με βεβαιώνουν πως το πετύχατε. Ω, ας μη χάσουμε στιγμή να προσφέρουμε βοήθεια σε εκείνο το κακόμοιρο πλάσμα.»

«Οφείλουμε να είμαστε επιφυλακτικοί, γιατί έχουμε να κάνουμε με έναν εξαιρετικά πανούργο άνθρωπο. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα πριν τις επτά η ώρα. Τότε θα είμαστε μαζί σας, και δεν θα πάρει πολύ να λύσουμε το μυστήριο.»

Ήμασταν πιστοί στο λόγο μας, γιατί ήταν μόλις επτά όταν φτάσαμε στις Χάλκινες Οξιές, έχοντας αφήσει το κάρο μας σε ένα απόμερο πανδοχείο. Η συστάδα των δέντρων, με τα σκούρα φυλλώματα τους έλαμπαν σα γυαλισμένο μέταλλο στο φως του ήλιου που έδυε, αρκούσαν για να υποδείξουν το σπίτι ακόμη και δίχως να στέκεται η δεσποινίς Χάντερ χαμογελώντας στο κατώφλι.

«Το καταφέρατε;» ρώτησε ο Χολμς.

Ένας δυνατός ήχος χτυπήματος ήρθε κάτω από τις σκάλες. «Αυτή είναι η κ. Τόλλερ στο κελάρι,» είπε. «Ο σύζυγος της είναι ξαπλωμένος ροχαλίζοντας στο χαλί της κουζίνας. Ορίστε τα κλειδιά του, τα οποία είναι αντίγραφα αυτών του κ. Ρόκαστλ.»

«Τα πήγατε υπέροχα πράγματι!» φώναξε ο Χολμς με ενθουσιασμό. «Τώρα πηγαίνετε μπροστά, και σύντομα θα δούμε την κατάληξη της σκοτεινής αυτής δουλειάς.»

Ανεβήκαμε τη σκάλα, ξεκλειδώσαμε την πόρτα, ακολουθήσαμε ένα διάδρομο, και βρεθήκαμε μπροστά από την κλειδαμπαρωμένη πόρτα την οποία η δεσποινίς Χάντερ είχε περιγράψει. Ο Χολμς έκοψε το κορδόνι και απομάκρυνε την εγκάρσια ράβδο. Κατόπιν δοκίμασε τα διάφορα κλειδιά στην κλειδαριά, ωστόσο δίχως επιτυχία. Κανένας ήχος δεν ακούστηκε από μένα, και στη σιωπή το πρόσωπο του Χολμς συννέφιασε.

«Ελπίζω να μην φτάσαμε πολύ αργά,» είπε. «Πιστεύω, δεσποινίς Χάντερ, πως καλύτερα να πάμε μέσα δίχως εσάς. Τώρα, Γουώτσον, βάλε τον ώμο σου πάνω της, και ας δούμε αν μπορέσουμε να μπούμε μέσα.»

Επρόκειτο περί μιας παλαιάς ξεχαρβαλωμένης πόρτας και ενέδωσε αμέσως εμπρός στη συνδυασμένη μας δύναμη. Μαζί ορμήσαμε μέσα στο δωμάτιο. Ήταν άδειο. Δεν υπήρχε κανένα έπιπλο εκτός από ένα παλιό ξυλοκρέβατο, ένα μικρό τραπέζι, και ένα καλάθι ασπρόρουχα. Ο φεγγίτης από πάνω ήταν ανοικτός, και η κρατούμενη φευγάτη.

«Κάποια αχρειότητα έγινε εδώ,» είπε ο Χολμς· «αυτός ο μορφονιός μάντεψε τις προθέσεις της δεσποινίδας Χάντερ και απομάκρυνε το θύμα του.»

«Μα πως;»

«Μέσα από το φεγγίτη. Θα δούμε σύντομα πως το κατόρθωσε.» Κρεμάστηκε από την στέγη. «Αχ, ναι,» φώναξε, «ορίστε η άκρη μιας μακριάς ελαφριάς σκάλας πάνω στην μαρκίζα. Να πως το έκανε.»

«Μα είναι αδύνατον,» είπε η δεσποινίς Χάντερ· «η σκάλα δεν βρισκόταν εκεί όταν οι Ρόκαστλ έφυγαν.»

«Επέστρεψε πίσω και το έκανε. Σας το λέω πως είναι ένας έξυπνος και επικίνδυνος άνθρωπος. Δεν θα εκπλησσόμουν πολύ αν εκείνου ήταν τα βήματα που ακούω επί της σκάλας. Νομίζω, Γουώτσον, πως καλό θα ήταν να έχεις το πιστόλι σου έτοιμο.»

Copp-08.jpg

Τα λόγια είχαν μόλις προλάβει να βγουν από το στόμα του πριν ένας άντρας εμφανισθεί στην πόρτα του δωματίου, ένας εξαιρετικά παχύς και ψωμωμένος άντρας, με ένα βαρύ ραβδί στο χέρι του. Η δεσποινίς Χάντερ στρίγκλισε και τραβήχτηκε προς τον τοίχο στη θέα του, όμως ο Σέρλοκ Χολμς πήδηξε εμπρός και στάθηκε απέναντι του.

«Κακούργε!» είπε, «που είναι η κόρη σου;»

Ο χοντρός άντρας κοίταξε ολόγυρα, και έπειτα πάνω στον ανοικτό φεγγίτη.

«Εγώ θα έπρεπε να το ρωτήσω αυτό,» τσίριξε, «κλέφτες! Κατάσκοποι και κλέφτες! Σας έπιασα, έτσι; Είστε υπό την εξουσία μου. Θα σας δείξω!» Στράφηκε και κατέβηκε με θόρυβο τις σκάλες όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

«Πήγε για το σκυλί!» φώναξε η δεσποινίς Χάντερ.

«Έχω το περίστροφο μου,» είπα εγώ.

«Καλύτερα να κλείσουμε την μπροστινή πόρτα,» φώναξε ο Χολμς, και ορμήσαμε όλοι βιαστικά να κατέβουμε τις σκάλες. Είχαμε μόλις φτάσει στην είσοδο όταν ακούσαμε το αλύχτισμα ενός σκύλου, και κατόπιν μιας κραυγή αγωνίας, με ένα φριχτό ανησυχητικό ήχος ο οποίος ήταν τρομαχτικός να τον ακούς. Ένας ηλικιωμένος άντρας με κόκκινο πρόσωπο και τρεμάμενα μέλη ήρθε παραπαίοντας από μια πλαϊνή πόρτα.

«Θεέ μου!» φώναξε. «Κάποιος αμόλησε το σκυλί. Δεν έχει ταϊστεί εδώ και δυο μέρες. Γρήγορα, γρήγορα, αλλιώς θα είναι πολύ αργά!»

Copp-09.jpg

Ο Χολμς και εγώ ορμήσαμε έξω και γύρω από την γωνία του σπιτιού, με τον Τόλλερ να σπεύδει πίσω μας. Εκεί βρισκόταν το πελώριο πεινασμένο κτήνος, η μαύρη του μουσούδα θαμμένη στο λαιμό του Ρόκαστλ, καθώς εκείνος σφάδαζε και στρίγκλιζε στο έδαφος. Τρέχοντας, του τίναξα τα μυαλά στον αέρα, και εκείνο έπεσε με τα κοφτερά λευκά δόντια του δαγκώνοντας ακόμη τις μεγάλες δίπλες του λαιμού του. Με πολύ κόπο τους χωρίσαμε και τον μεταφέραμε, ζωντανό μα φρικιαστικά κατακρεουργημένο, εντός του σπιτιού. Τον αποθέσαμε επί του καναπέ στο καθιστικό, και έχοντας στείλει τον ξεμέθυστο Τόλλερ να πάει τα μαντάτα στη γυναίκα του, έκανα ότι μπορούσα για να ανακουφίσω τον πόνο του. Ήμασταν όλοι μας μαζεμένοι γύρω του όταν η πόρτα άνοιξε, και μια ψηλή, ισχνή γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο.

«Κυρία Τόλλερ!» φώναξε η δεσποινίς Χάντερ.

«Μάλιστα, δεσποινίς. Ο κ. Ρόκαστλ με άφησε έξω όταν επέστρεψε πριν ανέβει πάνω για εσάς. Αχ, δεσποινίς, είναι κρίμα, που δεν με ενημερώσατε σχετικά με το τι σκοπεύατε να κάνετε, γιατί θα σας είχα πει ότι οι κόποι σας ήταν μάταιοι.»

«Αχά!» είπε ο Χολμς, κοιτάζοντας την εξεταστικά. «Είναι σαφές πως η κ. Τόλλερ γνωρίζει περισσότερα από τον καθένα σχετικά με το ζήτημα.»

«Μάλιστα, κύριε, γνωρίζω, και είμαι έτοιμη επαρκώς να σας πω ότι γνωρίζω.»

«Τότε, παρακαλώ, καθίστε, και ας τα ακούσουμε γιατί υπάρχουν αρκετά σημεία επί των οποίων οφείλω να ομολογήσω πως βρίσκομαι ακόμη στο σκοτάδι.»

«Σύντομα θα σας τα έχω ξεκαθαρίσει,» είπε εκείνη· «και το είχα κάνει νωρίτερα αν είχα βγει έξω από το κελάρι. Αν υπάρχει κάποια ιστορία με το πταισματοδικείο σχετικά, θα θυμηθείτε πως ήμουν η μόνη που στάθηκε φίλη σας, και πως ήμουν και της δεσποινίδας Άλις φίλη επίσης.»

«Δεν ήταν ποτέ ευτυχισμένη στο σπίτι, η δεσποινίς Άλις δεν ήταν, από την ώρα που ο πατέρας της παντρεύτηκε ξανά. Αφέθηκε στην άκρη και δεν είχε λόγο σε τίποτα, όμως δεν ήταν ποτέ τόσο άσχημα για εκείνη έως ότου γνώρισε τον κ. Φόουλερ στο σπίτι ενός φίλου. Όσον καλά τα έμαθα, η δεσποινίς Άλις είχε δικά της δικαιώματα από διαθήκη, όμως ήταν τόσο σιωπηλή και υπομονετική, ήταν, που ποτέ δεν είπε λέξη σχετικά αλλά απλά άφησε τα πάντα στα χέρια του κ. Ρόκαστλ. Ήξερε πως ήταν ασφαλής μαζί του· όμως όταν υπήρξε περίπτωση να βγει μπρος ένας σύζυγος, ο οποίος θα ζητούσε όλα όσα ο νόμος θα του έδινε, τότε ο πατέρας της σκέφτηκε πως ήταν καιρός να βάλει ένα τέλος σε αυτό. Ήθελε από εκείνη να υπογράψει ένα χαρτί, έτσι ώστε είτε παντρευόταν είτε όχι, να μπορούσε να χρησιμοποιεί τα χρήματά της. Όταν εκείνη δε το έκανε, συνέχισε να την ενοχλεί μέχρι που εκείνη έπεσε με εγκεφαλικό πυρετό, και για έξι βδομάδες ήταν στα πρόθυρα του θανάτου. Κατόπιν έγινε καλύτερα τελικά, εντελώς τσακισμένη σε σκιά του εαυτού της, και με το όμορφα μαλλιά της κομμένα· όμως αυτό δεν έκανε καμία διαφορά για το νεαρό της άντρας, και εκείνος έμεινε κολλημένος κοντά της όσο ειλικρινά ένας άντρας θα μπορούσε.»

«Αχά » είπε Χολμς, πιστεύω πως όσα υπήρξατε αρκετά καλή να μας πείτε καθιστά το θέμα ικανοποιητικά σαφές, και πως μπορώ να επαγάγω όλα όσα απομένουν. Ο κ. Ρόκαστλ τότε, υποθέτω, ανέλαβε αυτό το σύστημα της φυλάκισης;»

«Μάλιστα, κύριε.»

«Και έφερε τη δεσποινίδα Χάντερ από το Λονδίνο ώστε να ξεφορτωθεί την ανεπιθύμητη επιμονή του κ. Φόουλερ.»

«Αυτό ήταν, κύριε.»

«Όμως, ο κ. Φόουλερ όντας καρτερικός άνθρωπος, όπως κάθε καλός θαλασσινός θα έπρεπε να είναι, απέκλεισε το σπίτι, και έχοντας σας συναντήσει επέτυχε με ορισμένα επιχειρήματα, μεταλλικά ή άλλα, να σας πείσει πως τα ενδιαφέροντα σας ήταν τα ίδια με τα δικά του.»

«Ο κ. Φόουλερ ήταν ένας εξαιρετικά καλομίλητος, ανοικτοχέρης κύριος,» είπε η κ. Τόλλερ γαλήνια.

«Και καθαυτό τον τρόπο κατάφερε ώστε στον καλό σας άντρα να μη λείψει το πιοτό, και πως μια σκάλα να είναι έτοιμη την στιγμή που ο αφέντης θα είχε φύγει.»

«Τα έχετε κύριε, όπως ακριβώς συνέβησαν.»

«Είμαι βέβαιος πως σας οφείλουμε μια συγγνώμη, κ. Τόλλερ,» είπε ο Χολμς, «γιατί ασφαλώς ξεκαθαρίσατε καθετί το οποίο μας προβλημάτιζε. Και να έρχεται ο επαρχιακός γιατρός και η κ. Ρόκαστλ, έτσι νομίζω, Γουώτσον, πως καλά θα κάνουμε να συνοδέψουμε τη δεσποινίδα Χάντερ πίσω στο Γουιντσέστερ, καθώς μου φαίνεται πως η δεδομένη κατάσταση είναι μάλλον αμφισβητήσιμη.»

Και έτσι λύθηκε το μυστήριο του δυσοίωνου σπιτιού με της χάλκινες οξιές εμπρός από την πόρτα του. Ο κ. Ρόκαστλ επέζησε, όμως έμεινε παντοτινά μισός άνθρωπος, συντηρούμενος στη ζωή αποκλειστικά εκ της φροντίδας της αφοσιωμένης του συζύγου. Ζουν ακόμη με τους γέρους υπηρέτες τους, οι οποίοι γνωρίζουν τόσο πολλά για την παρελθούσα ζωή των Ρόκαστλ ώστε δυσκολεύονται να τους αποχωριστούν. Ο κ. Φόουλερ και η δεσποινίς Ρόκαστλ παντρεύτηκαν, υπό ειδική αδεία, στο Σαουθάμπτον την επομένη της φυγής τους, και εκείνος αποτελεί πλέον κάτοχο μιας κυβερνητικής θέσης στη νήσο του Μαυρίκιου. Όσο για τη δεσποινίδα Βάϊολετ Χάντερ, ο φίλος μου Σέρλοκ Χολμς, μάλλον προς απογοήτευση μου, δεν εκδήλωσε περαιτέρω ενδιαφέρον προς εκείνη όταν έπαψε να αποτελεί το επίκεντρο ενός εκ των προβλημάτων του, και είναι πλέον επικεφαλής ενός ιδιωτικού σχολείου στο Βάλσαλ, όπου πιστεύω πως συνάντησε σημαντική επιτυχία.