Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς/Η Περιπέτεια του Σμαραγδένιου Στέμματος

Από Βικιθήκη
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Οι Περιπέτειες του Σέρλοκ Χολμς
Συγγραφέας:
Μεταφραστής: Αριστείδης Γεωργούτσος
Η Περιπέτεια του Σμαραγδένιου Στέμματος


«Χολμς,» είπα καθώς στεκόμουν κάποιο πρωινό στον εξώστη μας που έβλεπε στο δρόμο, «κοίτα έναν τρελό που έρχεται. Φαντάζει κάπως θλιβερό το γεγονός οι συγγενείς του να του επιτρέπουν να κυκλοφορεί έξω μόνος.»

Ο φίλος μου σηκώθηκε νωχελικά από την πολυθρόνα του και στάθηκε με τα χέρια στις τσέπες της ρόμπας του, κοιτώντας πάνω από τον ώμο μου. Ήταν ένα λαμπρό, ψυχρούτσικο Φλεβαριάτικο πρωινό, και το χιόνι της προηγούμενης ημέρας βρισκόταν ακόμη πυκνό στο έδαφος, λαμπυρίζοντας έντονα στο χειμωνιάτικο ήλιο. Από κάτω το κέντρο της οδού Μπέϊκερ είχε οργωθεί σε μια καφετιά ρίγα από την κίνηση, όμως σε κάθε μεριά και στις σωριασμένες άκρες των πεζοδρομίων παρέμενε ακόμη τόσο λευκό όπως όταν έπεσε. Το γκρίζο κράσπεδο είχε καθαριστεί και ξυστεί, ωστόσο ήταν ακόμη επικίνδυνα ολισθηρό, έτσι ώστε υπήρχαν λιγότεροι περαστικοί από ότι συνήθως. Πράγματι, από την κατεύθυνση του σταθμού Μετροπόλιταν κανείς δεν ερχόταν παρεκτός του μοναδικού κυρίου του οποίου η εκκεντρική συμπεριφορά είχε προσελκύσει την προσοχή μου.

Επρόκειτο περί ενός άντρα περί τα πενήντα, ψηλού, εύσωμου, και μεγαλοπρεπή, με ένα γεμάτο, εντόνως σημαδεμένο πρόσωπο και μια επιβλητική μορφή. Ήταν ντυμένος με σκουρόχρωμο εντούτοις πλούσιο στυλ, με μαύρη ρεντιγκότα, γυαλιστερό καπέλο, φίνες καφετιές γκέτες, και καλοραμμένο γκρίζο παντελόνι. Ωστόσο οι ενέργειες του έρχονταν σε παράλογη αντίθεση προς την αξιοπρέπεια του ντυσίματος και των χαρακτηριστικών του, διότι έτρεχε γοργά, με περιστασιακά πηδηματάκια, όπως κάνει ένας αποκαμωμένος άνθρωπος ο οποίος είναι ελάχιστα συνηθισμένος να υποβάλει σε δοκιμασία τα πόδια του. Καθώς έτρεχε τίναζε τα χέρια του πάνω κάτω, ταλαντεύοντας το κεφάλι του, και με το πρόσωπο του να μορφάζει στις πλέον ιδιόρρυθμες συσπάσεις.

«Τι στο καλό τρέχει μαζί του;» ρώτησα. «Κοιτάζει τα νούμερα των σπιτιών.»

«Πιστεύω πως έρχεται εδώ,» είπε ο Χολμς, τρίβοντας τα χέρια του.

«Εδώ;»

«Ναι· Θα έλεγα πως έρχεται να με συμβουλευθεί επαγγελματικά. Πιστεύω πως αναγνωρίζω τα συμπτώματα. Αχά. Δεν στα ‘λεγα εγώ;» Καθώς τελείωσε τα λόγια του, ο άντρας, φουσκώνοντας και ξεφυσώντας, όρμησε στην πόρτα μας και τράβηξε το κουδούνι ώσπου ολόκληρο το σπίτι αντηχούσε από τον ήχο.

Sherlock Holmes - WITH A LOOK OF GRIEF AND DESPAIR.jpg

Μερικές στιγμές αργότερα βρισκόταν στο δωμάτιο μας, ακόμη φουσκώνοντας, ακόμη χειρονομώντας, αλλά με ένα τόσο σταθερό βλέμμα θλίψης κι απόγνωσης στα μάτια του που τα χαμόγελα μας μετατράπηκαν στη στιγμή σε τρόμο και οίκτο. Για λίγο δε μπορούσε να αρθρώσει λέξη, αλλά ταλάντευε το σώμα του, και τράβαγε τα μαλλιά του σα κάποιος που είχε οδηγηθεί στα απόλυτα όρια της λογικής του. Τότε, ξάφνου, τινάχτηκε όρθιος και χτύπησε το κεφάλι του στον τοίχο με τέτοια δύναμη που και οι δυο μας πέσαμε πάνω του και τον τραβήξαμε στο κέντρο του δωματίου. Ο Σέρλοκ Χολμς τον έσπρωξε πίσω στην πολυθρόνα και, καθήμενος πλάι του, του χτύπησε φιλικά το χέρι και κουβέντιασε μαζί του με τον άνετο, καθησυχαστικό τόνο τον οποίο γνώριζε πολύ καλά πώς να αξιοποιεί.

«Ήρθατε να μου πείτε την ιστορία, για αυτό δεν ήρθατε;» είπε. «Είστε εξουθενωμένος από τη βιάση σας. Παρακαλώ σταθείτε λίγο μέχρι να συνέλθετε, και κατόπιν θα χαρώ ιδιαιτέρως να εξετάσω το πρόβλημα το οποίο θα μου θέσετε.»

Ο άντρας κάθισε για μια στιγμή ή και περισσότερο βαριανασαίνοντας, μαχόμενος ενάντια στην υπερένταση του. Κατόπιν σφούγγισε το μαντίλι του πάνω στο μέτωπο του, έσφιξε τα χείλη του, και έστρεψε το πρόσωπο του προς το μέρος μας.

«Δίχως αμφιβολία με θεωρείτε τρελό;» είπε.

«Αντιλαμβάνομαι πως αντιμετωπίζετε κάποιο σημαντικό πρόβλημα,» αποκρίθηκε ο Χολμς.

«Ένας θεός μόνο ξέρει πόσο σημαντικό! —ένα πρόβλημα το οποίο αρκεί για να μου αποστερήσει τη λογική μου, τόσο αναπάντεχο και τόσο τρομερό είναι. Το δημόσιο εξευτελισμό θα τον αντιμετώπιζα, παρότι είμαι άνθρωπος του οποίου ο χαρακτήρας ποτέ δεν έφερε ούτε ένα σπίλο. Η προσωπική δοκιμασία επίσης αποτελεί πεπρωμένο κάθε ανθρώπου· όμως και τα δυο συνάμα, και σε μια τόσο τρομερή μορφή, υπήρξαν αρκετά για να ταράξουν συθέμελα την ίδια μου την ψυχή. Επιπλέον, δεν είμαι εγώ μονάχα. Οι σπουδαιότεροι των ευγενών της χώρας πιθανόν να υποφέρουν εκτός αν κάποιος τρόπος βρεθεί έξω από αυτή τη φριχτή υπόθεση.»

«Παρακαλώ συγκρατηθείτε, κύριε,» είπε ο Χολμς, «και δώστε μου μια πλήρη αναφορά του ποιος είστε και του τι είναι αυτό που σας βρήκε.»

«Το όνομα μου,» απάντησε ο επισκέπτης μας, «είναι πιθανόν γνώριμο στα αυτιά σας. Είμαι ο Αλεξάντερ Χολντερ, της τραπεζικής φίρμας των Χολντερ και Στήβενσον, επί της οδού Θρεντνήντλ.»

Το όνομα μας ήταν όντως ακουστό καθώς άνηκε στον αρχαιότερο συνεταίρο του δεύτερου μεγαλύτερου ιδιωτικού τραπεζικού οίκου της πόλης του Λονδίνου. Τι να είχε συμβεί, λοιπόν, που να φέρει έναν εκ των επιφανέστερων πολιτών του Λονδίνου σε αυτή την πλέον αξιοθρήνητη κρίση; Περιμέναμε, όλο περιέργεια, ωσότου με άλλη μια προσπάθεια συνήρθε για να μας πει την ιστορία του.

«Θεωρώ πως ο χρόνος είναι πολύτιμος,» είπε· «κι αυτός είναι ο λόγος για τον όποιο έσπευσα εδώ όταν ο αστυνομικός επιθεωρητής πρότεινε να εξασφαλίσω την συνεργασία σας. Ήρθα στην οδό Μπέϊκερ με τον Υπόγειο και έσπευσα από εκεί πεζός, γιατί οι άμαξες πάνε αργά μέσα στο χιόνι αυτό. Για αυτό και ήμουν λαχανιασμένος, διότι είμαι άνθρωπος που ασκείται ελάχιστα. Νοιώθω καλύτερα πλέον, και θα παραθέσω τα γεγονότα ενώπιον σας όσο σύντομα κι εντούτοις όσο σαφέστερα δύναμαι. «Σας είναι, φυσικά, γνωστό πως σε μια επιτυχημένη τραπεζική επιχείρηση πολλά εξαρτώνται επί της ικανότητας μας να ανακαλύπτουμε αποδοτικές επενδύσεις για τα κεφάλαια μας καθώς και επί της αύξησης των γνωριμιών μας και του αριθμού των καταθετών μας. Μια εκ των πλέον προσοδοφόρων μορφών εκταμίευσης χρημάτων έρχεται υπό τη μορφή των δανείων, όπου η ασφάλεια είναι άμεμπτη. Πετύχαμε αρκετά προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση κατά τη διάρκεια των τελευταίων λίγων χρόνων, και υπάρχουν πολλές οικογένειες ευγενών στις οποίες έχουμε προκαταβάλει μεγάλα ποσά υπό την εγγύηση πινάκων, βιβλιοθηκών, ή ασημικών.»

«Χθες το πρωί καθόμουν στο γραφείο μου στην τράπεζα όταν μια κάρτα ήρθε σε μένα από έναν εκ των υπαλλήλων. Ξαφνιάστηκα όταν αντίκρισα το όνομα, διότι δεν επρόκειτο για κανέναν άλλο παρά—λοιπόν, ίσως ακόμη και σε εσάς καλύτερα να μη πω περισσότερα από ότι ήταν ένα όνομα το οποίο είναι πασίγνωστο σε ολόκληρη τη γη—ενός εκ των ανώτερων, ευγενέστερων, πλέον υψηλόβαθμων ονομάτων στην Αγγλία. Συγκλονίστηκα από την τιμή και επιχείρησα, όταν μπήκε, να το πω, όμως βούτηξε αμέσως στη δουλειά με τον αέρα ανθρώπου που επιθυμεί να τελειώσει συντόμως μια δυσάρεστη δουλειά.»

«’Κύριε Χόλντερ,’ είπε, ‘πληροφορήθηκα πως συνηθίζετε να προκαταβάλετε χρήματα.’»

«’Η φίρμα το πράττει όταν η εγγύηση είναι επαρκής.’ Απάντησα.»

«Μου είναι απολύτως σημαντικό,’ είπε εκείνος, ‘να βρω 50,000 λίρες αμέσως. Θα μπορούσα, φυσικά, να δανειστώ ένα τόσο ασήμαντο πόσο στο δεκαπλάσιο από τους φίλους μου, όμως προτιμώ περισσότερο να το κάνω ένα επαγγελματικό θέμα και να φέρω εις πέρας την υπόθεση προσωπικά. Στην θέση μου κατανοείτε αμέσως πως είναι άκριτο να θέσω εαυτών υπό υποχρεώσεις.’»

«’Για πόσο καιρό, αν επιτρέπεται, θέλετε το ποσό;’ Ρώτησα.»

«Την επόμενη Δευτέρα περιμένω ένα μεγάλο πόσο το οποίο μου οφείλεται, και σχεδόν βέβαια θα ξεπληρώσω όσα μου προκαταβάλετε, με οποιοδήποτε επιτόκιο θεωρείτε σωστό να χρεώσετε. Εντούτοις έχει μεγάλη σημασία για μένα τα χρήματα να πληρωθούν αμέσως.’»

«’Θα χαιρόμουν να το προκαταλάβω δίχως περαιτέρω διαπραγματεύσεις από την ίδια μου την τσέπη,’ είπα, ‘αν το μέγεθος δεν ήταν μεγαλύτερο από όσο μπορεί να αντέξει. Αν, αφ’ ετέρου, δεν το πράξω στο όνομα της φίρμας, τότε χάριν δικαιοσύνης προς το συνεταίρο μου οφείλω να επιμείνω, ακόμη και στην περίπτωση σας, πως κάθε επαγγελματική προφύλαξη πρέπει να ληφθεί.’»

«Θα προτιμούσα αφάνταστα να γίνει καθαυτό τον τρόπο,» είπε, σηκώνοντας την τετράγωνη μαύρη μαροκινή βαλίτσα την οποία είχε ακουμπήσει πλάι στην καρέκλα του. ‘Αναμφίβολα θα έχετε ακούσει για το Σμαραγδένιο Στέμμα;’»

«’Ένα εκ των πλέων ανεκτίμητων δημόσιων αποκτημάτων της αυτοκρατορίας,’ είπα.»

«’Ακριβώς.’ Άνοιξε τη βαλίτσα, και εκεί, τοποθετημένο σε απαλό, στο χρώμα της σάρκας, βελούδο, αναπαυόταν το θεσπέσιο κόσμημα το οποίο είχε κατονομάσει. «Υπάρχουν τριάντα εννέα σμαράγδια,’ είπε, ‘και η τιμή του πλαισιώματος είναι ανυπολόγιστη. Η χαμηλότερη εκτίμηση θα έθετε την αξία του στέμματος στο διπλάσιο του ποσού το οποίο σας ζήτησα. Είμαι προετοιμασμένος να σας το αφήσω ως την εγγύηση μου.’»

Bery-02.jpg

«Πήρα την πολύτιμη βαλίτσα στα χέρια μου και κοίταξα με κάποια αμηχανία προς τον διαπρεπή πελάτη μου.»

«’Αμφιβάλετε για την αξία του;’ Ρώτησε εκείνος.»

«’Καθόλου. Αμφιβάλω μονάχα—’»

«’Αν είναι πρέπων να το αφήσω. Μείνετε ήσυχος σχετικά. Ούτε που θα διανοούμουν να το πράξω αν δεν ήταν απολύτως βέβαιο πως θα ήμουν σε θέση εντός τεσσάρων ημερών να το επανακτήσω. Αποτελεί ένα απλό ζήτημα εθιμοτυπίας. Είναι η εγγύηση επαρκής;’»

«’Επαρκέστατη.’»

«Θα κατανοείτε, Κύριε Χόλντερ, πως σας δίνω μια ισχυρή απόδειξη της εμπιστοσύνης της όποιας σας έχω, θεμελιωμένης επί όλων όσων άκουσα για εσάς. Βασίζομαι πάνω σας ότι όχι μόνον θα φανείτε διακριτικός και θα αποφύγετε κάθε κουτσομπολιό επί του ζητήματος αλλά, υπεράνω όλων, θα ασφαλίσετε το στέμμα αυτό με κάθε δυνατή προφύλαξη επειδή δεν κρίνεται αναγκαίο να αναφέρω πως ένα ασύγκριτο δημόσιο σκάνδαλο θα προκαλείτο αν κάποιο κακό το έβρισκε. Κάθε ζημιά του θα ήταν σχεδόν εξίσου σοβαρή όσο και η πλήρη απώλεια του, γιατί δεν υπάρχουν σμαράγδια στον κόσμο ίδια για να ταιριάξουν μαζί τους, και θα ήταν αδύνατον να αντικατασταθούν. Το αφήνω σε εσάς, ωστόσο, με κάθε βεβαιότητα, και θα σας επισκεφθώ προσωπικά για αυτό το πρωί της Δευτέρας.’»

«Βλέποντας πως ο πελάτης ανυπομονούσε να φύγει, δεν είπα τίποτα άλλο μα, καλώντας τον ταμία μου, του έδωσα εντολή να καταβάλει πενήντα χαρτονομίσματα των 1000 λιρών. Όταν βρέθηκα και πάλι μόνος, ωστόσο, με την πολύτιμη θήκη να αναπαύεται επί του γραφείου εμπρός μου, δεν μπορούσα παρά να σκέφτομαι με κάποιο φόβο την αφάνταστη ευθύνη την οποία μου είχε μεταβιβάσει. Δεν ετίθετο αμφιβολία πως, όπως επρόκειτο περί εθνικού κτήματος, ένα φρικτό σκάνδαλο θα επακολουθούσε αν κάποια κακοτυχία του συνέβαινε. Ήδη μετάνιωνα που είχα δώσει την συγκατάθεση μου να το αναλάβω. Εντούτοις, ήταν πολύ αργά για να αλλάξει το ζήτημα πλέον, έτσι το κλείδωσα στο προσωπικό μου χρηματοκιβώτιο και στράφηκα και πάλι στην εργασία μου.»

«Ερχόμενο το βράδυ αισθάνθηκα πως θα ήταν απερισκεψία να αφήσω ένα τόσο πολύτιμο αντικείμενο στο γραφείο πίσω μου. Χρηματοκιβώτια τραπεζιτών είχαν παραβιασθεί παλαιότερα, και γιατί όχι και το δικό μου; Αν γινόταν, πόσο τρομερή θα ήταν η θέση στην οποία θα βρισκόμουν! Αποφάσισα, επομένως, πως για τις επόμενες λίγες ημέρες θα μετέφερα πάντοτε την θήκη μπρος και πίσω μαζί μου, έτσι ώστε να μην βρεθεί ποτέ εκτός της θέας μου. Με την πρόθεση αυτή, κάλεσα μια άμαξα και πήγα στο σπίτι μου στο Στρήτχαμ, μεταφέροντας το κόσμημα μαζί μου. Δεν ανέπνεα άνετα μέχρι το είχα ανεβάσει πάνω και το είχα κλειδώσει το γραφείο του δωματίου μου.»

«Και τώρα δυο λόγια για το σπιτικό μου, Κύριε Χολμς, γιατί επιθυμώ να καταλάβετε απολύτως την κατάσταση. Ο σταβλίτης και ο πορτιέρης μου κοιμούνται έξω από το σπίτι, και μπορούν να αφεθούν εντελώς εκτός. Έχω τρεις υπηρέτριες που μένουν μαζί μου αρκετά χρόνια και των οποίων η φερεγγυότητα είναι απολύτως υπεράνω υποψίας. Μια ακόμη, η Λούση Παρ, η βοηθός τραπεζοκόμου, βρίσκεται στην υπηρεσία μου μόλις μερικούς μήνες. Ήρθε με εξαιρετικές συστάσεις, ωστόσο, και ανέκαθεν μου προσέφερε ικανοποίηση. Είναι πολύ όμορφο κορίτσι και έχει προσελκύσει θαυμαστές η οποία κατά καιρούς τριγυρίζουν εκεί κοντά. Αποτελεί το μόνο μειονέκτημα το οποίο της βρήκαμε, όμως θεωρούμε πως είναι απολύτως καλό κορίτσι από κάθε άποψη.»

«Αυτά με τους υπηρέτες. Η οικογένεια μου η ίδια είναι τόσο μικρή που δεν θα μου πάρει πολύ να την περιγράψω. Είμαι χήρος και έχω μοναχογιό, τον Άρθουρ. Υπήρξε η απογοήτευση μου, Κύριε Χολμς—μια θλιβερή απογοήτευση. Δεν έχω αμφιβολία πως υπαίτιος είμαι εγώ. Ο κόσμος μου λέει πως τον χάλασα. Πιθανότατα να το έκανα. Όταν η αγαπημένη μου σύζυγος πέθανε ένοιωσα πως ήταν ο μόνος που είχα να αγαπώ. Δεν άντεχα να βλέπω το χαμόγελο να σβήνει στιγμή από το πρόσωπο του. Ποτέ δεν του αρνήθηκα χατίρι. Ίσως να ήταν καλύτερα και για τους δυο μας αν ήμουν αυστηρότερος, όμως είχα τις καλύτερες προθέσεις.»

«Αποτελούσε φυσικά την πρόθεση μου να με διαδεχθεί στη δουλειά, ωστόσο δεν έτυχε επιχειρηματικής κλίσης. Ήταν ασυγκράτητος, άστατος, και, να πω την αλήθεια, δεν θα μπορούσα να τον εμπιστευθώ στην διαχείριση μεγάλων χρηματικών ποσών. Όταν ήταν νέος έγινε μέλος μιας αριστοκρατικής λέσχης, και εκεί, έχοντας γοητευτικούς τρόπους, σύντομα ήταν φίλος ενός αριθμού ατόμων με μεγάλα πορτοφόλια και ακριβές συνήθειες. Έμαθε να παίζει πολλά στα χαρτιά και να σπαταλά χρήματα στον ιππόδρομο, μέχρι που είχε έρθει ξανά και ξανά σε μένα και με είχε εκλιπαρήσει να του δώσω μια προκαταβολή από το επίδομα του, ώστε να μπορέσει να διευθετήσει τα χρέη τιμής του. Προσπάθησε αρκετές φορές να ξεκόψει από την επικίνδυνη παρέα που έκανε, όμως κάθε φορά η επιρροή του φίλου του, του Σερ Τζωρτζ Μπέρνγουελ, αρκούσε να τον παρασύρει πίσω.»

«Και, αλήθεια, δε θα απορούσα που ένας τέτοιος άντρας όπως ο Σερ Τζωρτζ Μπέρνγουελ απόκτησε επιρροή πάνω του, διότι συχνά τον έφερνε σπίτι μου, και έπιασα τον εαυτό μου μετά δυσκολίας να αντιστέκεται στη γοητεία των τρόπων του. Είναι μεγαλύτερος από τον Άρθουρ, κοσμοπολίτης ως τα νύχια, που έχει πάει παντού, δει τα πάντα, έξυπνος συνομιλητής, και άνθρωπος εξαιρετικού προσωπικού κάλλους. Ωστόσο όταν τον σκέφτομαι ψύχραιμα, μακριά από το θελκτικό της παρουσίας του, νοιώθω πεπεισμένος από τον κυνικό του λόγο και το βλέμμα το οποίο έπιασα στα μάτια του πως πρόκειται περί ατόμου που οφείλεται να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη καχυποψία. Ταύτη εντύπωση έχω, και την ίδια, επίσης, έχει και η μικρή μου Μαίρη, που έχει την ξύπνια γυναικεία αντίληψη για κάποιον χαρακτήρα.»

«Και τώρα απομένει μόνο εκείνη να περιγραφεί. Είναι ανιψιά μου· όμως όταν ο αδελφός μου πέθανε προς πενταετίας και την άφησε μόνη στον κόσμο την υιοθέτησα, και την θεωρώ έκτοτε ως την κόρη μου. Αποτελεί την ηλιαχτίδα του σπιτικού μου—γλυκιά, στοργική, όμορφη, μια υπέροχη διαχειρίστρια και οικονόμος, και ωστόσο τόσο τρυφερή και μετρημένη και ευγενική όσο μια γυναίκα θα μπορούσε να είναι. Είναι το δεξί μου χέρια. Δεν ξέρω τι θα έκανα δίχως αυτήν. Σε ένα μόνο ζήτημα πήγε ενάντια στις επιθυμίες μου. Δυο φορές το αγόρι μου της ζήτησε να τον παντρευτεί, γιατί την αγαπά ένθερμα, όμως και τις δυο του αρνήθηκε. Πιστεύω πως αν κάποιος θα μπορούσε να τον τραβήξει στον σωστό δρόμο θα ήταν εκείνη, και πως ο γάμος του ίσως να του άλλαζε όλη του την ζωή· όμως πλέον, αλίμονο! Είναι πολύ αργά—πάρα πολύ αργά!»

«Τώρα, κ. Χολμς, γνωρίζετε τους ανθρώπους που ζουν κάτω από τη στέγη μου, και θα συνεχίσω με την θλιβερή μου ιστορία.»

Bery-03.jpg

«Όταν παίρναμε τον καφέ μας στο καθιστικό εκείνο το βράδυ έπειτα από το δείπνο, είπα στον Άρθουρ και τη Μαίρη την εμπειρία μου, και για τον πολύτιμο θησαυρό που είχαμε κάτω από τη στέγη μας, αποκρύπτοντας μόνον το όνομα του πελάτη μου. Η Λούση Παρ, που είχε φέρει τον καφέ, είχε, είμαι βέβαιος, φύγει από το δωμάτιο όμως δεν θα έπαιρνα όρκο πως η πόρτα ήταν κλειστή. Η Μαίρη και ο Άρθουρ ενδιαφέρθηκαν αφάνταστα και θέλησαν να δουν το ξακουστό στέμμα, όμως σκέφτηκα πως ήταν καλύτερο να μην το πειράξω.»

«’Που το έβαλες;’ ρώτησε ο Άρθουρ.»

«’Στο γραφείο μου,’» απάντησα.

«’Μάλιστα, ελπίζω ειλικρινά να μην ληστέψουν το σπίτι κατά τη διάρκεια της νύχτας.’ Είπε εκείνος.

«’Είναι κλειδωμένο,’ απάντησα.»

«’Ω, κάθε παλιό κλειδί θα ταιριάξει στο γραφείο. Όταν ήμουν μικρός το είχα ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί της ντουλάπας.’»

«Συχνά είχε έναν αψήφιστο τρόπο να μιλάει, ώστε ελάχιστα συλλογίσθηκα αυτό που είπε. Με ακολούθησε στο δωμάτιο μου, ωστόσο, εκείνη τη νύχτα με μια εξαιρετικά σοβαρή έκφραση.»

«’Κοίτα, μπαμπά,’ είπε με τα μάτια του χαμηλωμένα, ‘μπορείς να μου δώσεις 200 λίρες;’»

«’Όχι, δε μπορώ!’ απάντησα κοφτά. ‘Υπήρξα υπερβολικά γενναιόδωρος μαζί σου από πλευράς χρημάτων.’»

«’Ήσουν πολύ ευγενικός,’ είπε εκείνος, ‘όμως είναι να ανάγκη να βρω αυτά τα χρήματα, ειδάλλως ποτέ ξανά δεν θα μπορέσω να παρουσιαστώ στη λέσχη.’»

«’Και πολύ καλά θα κάνεις, μάλιστα!’ κραύγασα.»

«’Ναι, μα δεν θα ήθελες να φύγω σαν ατιμασμένος,’ είπε εκείνος. ‘Δεν θα άντεχα τον εξευτελισμό. Πρέπει να βρω τα χρήματα με κάποιο τρόπο, και αν δεν μου τα δώσεις, τότε θα πρέπει να βρω άλλο τρόπο.’»

«Ήμουν υπερβολικά θυμωμένος, γιατί επρόκειτο για την τρίτη του απαίτηση εντός του μήνα. ‘Δεν θα πάρεις ούτε φαρδίνι από μένα,»‘ φώναξα, στο οποίο υποκλίθηκε και βγήκε από το δωμάτιο δίχως άλλη λέξη.»

«Όταν είχε φύγει ξεκλείδωσα το γραφείο μου, βεβαιώθηκα πως ο θησαυρός μου ήταν ασφαλής, και το κλείδωσα και πάλι. Έπειτα έκανα το γύρο του σπιτιού για να δω πως όλα ήταν ασφαλισμένα—μια δουλειά την οποία αφήνω συνήθως στη Μαίρη αλλά την οποία συλλογίστηκα πως επίσης έπρεπε να εκτελέσω ο ίδιος το βράδυ εκείνο. Καθώς κατέβηκα τις σκάλες είδα την ίδια τη Μαίρη στο πλαϊνό παράθυρο της εισόδου, το οποίο έκλεισε και αμπάρωσε, καθώς πλησίασα.»

«’Πες μου, μπαμπά,’ είπε, δείχνοντας, όπως σκέφθηκα, κάπως αναστατωμένη, ‘έδωσες άδεια στη Λούση, την υπηρέτρια, να βγει έξω απόψε;’»

«’Βεβαίως όχι.’»

«’Μόλις μπήκε μέσα από την πίσω πόρτα. Δεν έχω καμία αμφιβολία πως είχε πάει μόνο μέχρι την πλαϊνή πόρτα για να δει κάποιον, όμως πιστεύω πως δεν είναι καθόλου ασφαλές και πρέπει να σταματήσει.’»

«’Θα πρέπει να της μιλήσεις το πρωί, ή θα το κάνω εγώ αν προτιμάς. Είσαι σίγουρη πως τα πάντα είναι αμπαρωμένα;»

«’Απολύτως σίγουρη, μπαμπά.’»

«’Τότε, καληνύχτα.’ Την φίλησα και πήγα στην κρεβατοκάμαρα μου και πάλι, όπου σύντομα είχα αποκοιμηθεί.»

«Προσπαθώ να σας πω όλα, κ. Χολμς, όσα ενδεχομένως να έχουν κάποια σχέση με την υπόθεση, όμως παρακαλώ πολύ να με ρωτήσετε επί όποιου σημείου δεν γίνομαι σαφής.»

«Αντιθέτως, η κατάθεση σας είναι εξαιρετικά σαφής.»

«Φθάνω σε ένα μέρος της ιστορίας μου τώρα στο οποίο θα ήθελα να ήμουν ιδιαιτέρως σαφής. Δεν κοιμάμαι υπερβολικά βαριά, και η έγνοια στο μυαλό μου έτεινε, αναμφίβολα, να με κάνει να κοιμηθώ πιο ελαφριά από ότι συνήθως. Περί τις δυο το πρωί, λοιπόν, ξύπνησα από κάποιο ήχος εντός του σπιτιού. Είχε διακοπεί προτού ξυπνήσω εντελώς, όμως είχε αφήσει με την εντύπωση πίσω του σαν ένα παράθυρο να είχε κλείσει απαλά κάπου. Έμεινα να αφουγκράζομαι με τα αυτιά μου τεντωμένα. Ξαφνικά, προς τρόμο μου, ακούστηκε ένα ευδιάκριτος ήχος από πατήματα που κινούνταν απαλά στο άλλο δωμάτιο. Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου, με την καρδιά να πάλλεται από φόβο, και κοίταξα τον επισκέπτη του γραφείο μου.»

Bery-04.jpg

«’Άρθουρ!’ ξεφώνησα, ‘κακούργε! Κλέφτη! Πως τολμάς να αγγίζεις το στέμμα;’»

«Το γκάζι ήταν μισαναμένο, και το δύστυχο αγόρι μου, ντυμένο μόνο με το πουκάμισο και το παντελόνι του, στεκόταν πλάι στο φως, κρατώντας το στέμμα στα χέρια του. Εμφανιζόταν να το τραβά με δύναμη, ή να το λυγίζει με όλη του τη δύναμη. Στην κραυγή του έπεσε από τα χέρια και χλόμιασε θανάσιμα. Το άρπαξα σηκώνοντας το και το εξέτασα. Μια από τις χρυσές άκρες, με τρία από τα σμαράγδια, έλειπαν.

«’Παλιάνθρωπε!’ φώναξα, εκτός εαυτού από οργή. ‘Το κατέστρεψες! Με ατίμασες παντοτινά! Που είναι τα πετράδια που έκλεψες;’»

«’Έκλεψα;’ Αναφώνησε.»

«’Ναι, κλέφτη!’ Μούγκρισα, τραντάζοντας τον από τον ώμο.»

«’Δεν λείπει κανένα. Δε μπορεί να λείπουν,’ είπε εκείνος.»

«Λείπουν τρία. Και ξέρεις που βρίσκονται. Θα πρέπει να σε αποκαλέσω και ψεύτη μαζί με το ληστή; Μήπως δε σε είδα να προσπαθείς να κόψεις κι άλλο κομμάτι;’»

«Αρκετά με τα όσα μου φόρτωσες σε χαρακτηρισμούς,’ είπε εκείνος, ‘δε θα το υπομείνω άλλο πια. Δε θα πω ούτε λέξη για αυτό το θέμα, αφού επέλεξες να με προσβάλεις. Θα εγκαταλείψω το σπίτι το πρωί και θα τα βγάλω πέρα μόνος μου στον κόσμο.’»

«’Θα φύγεις στα χέρια της αστυνομίας!’ φώναξα μισότρελός από θλίψη και οργή. ‘Θα βάλω να ερευνηθεί το ζήτημα μέχρι τέλους.’»

«’Δε θα μάθεις τίποτα από μένα,» είπε εκείνος με ένα πάθος τέτοιο όπως δε θα φανταζόμουν πως ήταν της ιδιοσυγκρασίας του. ‘Αν επιλέξεις να καλέσεις την αστυνομία, ας βρει η αστυνομία ότι θέλει.’»

«Την ώρα εκείνη ολόκληρο το σπίτι ήταν στο πόδι, γιατί είχα βάλεις τις φωνές στο θυμό μου . Η Μαίρη ήταν η πρώτη που έτρεξε στο δωμάτιο, και, στη θέα του στέμματος και του προσώπου του Άρθουρ, κατάλαβε πως είχε όλη η ιστορία και, με μια κραυγή, έπεσε κάτω αναίσθητη στο πάτωμα. Έστειλα την υπηρέτρια για να φέρει την αστυνομία και άφησα την έρευνα στα χέρια τους αμέσως. Όταν ο επιθεωρητής και ένα ένας αστυνόμος μπήκαν στο σπίτι, ο Άρθουρ, ο οποίος είχε σταθεί βλοσυρά με τα χέρια σταυρωμένα, με ρώτησα αν είχα σκοπό να τον κατηγορήσω για την κλοπή. Απάντησα πως είχε πάψει να αποτελεί προσωπικό θέμα, μα είχε καταστεί δημόσιο, αφού το κατεστραμμένο στέμμα αποτελούσε εθνική περιουσία. Ήμουν αποφασισμένος να γίνουν τα πάντα νόμιμα από κάθε άποψη.»

«’Τουλάχιστον,’ είπε εκείνος, ‘δεν θα βάλεις να με συλλάβουν αμέσως. Θα ήταν προς όφελος σου όπως και δικό μου αν έφευγα από το σπίτι για πέντε λεπτά.’»

«’Έτσι ώστε να ξεφύγεις, ή ίσως να μπορέσεις να αποκρύψεις ότι έκλεψες,’ είπα εγώ. Και τότε, συνειδητοποιώντας την τρομερή θέση στην οποία είχα έρθει, τον παρακάλεσα να συλλογισθεί πως όχι μόνο η τιμή μου αλλά και εκείνη ενός κατά πολύ σπουδαιότερου από εμένα διακυβευόταν· και πως απειλούσε να ξεσηκώσει ένα σκάνδαλο το οποίο θα συγκλόνιζε το έθνος. Θα μπορούσε να αποτρέψει όλα αν μου έλεγε τι είχε κάνει με τους τρεις λίθους που έλειπαν.»

«’Μπορείς εξίσου να αντιμετωπίσεις το ζήτημα,’ είπα εγώ· ‘πως συνελήφθης έπ’ αυτοφώρω, και καμία ομολογία δεν θα έκανε την ενοχή σου πιότερο ειδεχθή. Αν μόνο προβείς σε μια τέτοια αποκατάσταση εντός των δυνατοτήτων σου, λέγοντας μας που βρίσκονται τα σμαράγδια, όλα θα συγχωρεθούν και θα ξεχαστούν.’»

«’Κράτα τη συγχώρεση για εκείνους που τη ζητάνε,’ απάντησε, στρεφόμενος μακριά μου με ένα μορφασμό περιφρόνησης. Είδα πως είχε (hardened) πολύ για να καταφέρουν τα όποια λόγια μου να τον επηρεάσουν. Δεν απέμενε παρά ένας και μόνο τρόπος. Κάλεσα τον επιθεωρητή και τον ανέθεσα στην προσωρινή τους κράτηση. Μια έρευνα διεξήχθη αμέσως όχι μόνο πάνω του αλλά τόσο στο δωμάτιο του όσο και σε κάθε άλλο μέρος του σπιτιού όπου θα μπορούσε να είχε κρύψει τα πετράδια· ωστόσο ούτε ίχνος τους δε βρέθηκε, ούτε το άθλιο παιδί άνοιξε το στόμα του παρόλες τις υποσχέσεις ή τις απειλές μας. Σήμερα το πρωί μεταφέρθηκε σε ένα κελί, και εγώ, έχοντας περάσει μέσα από όλες τις αστυνομικές τυπικότητες, έσπευσα από εδώ για να ικετεύσω να χρησιμοποιήσετε το ταλέντο σας στην επίλυση του ζητήματος. Η αστυνομία ομολόγησε ανοικτά πως επί του παρόντος δεν δύνανται να κάνουν το παραμικρό. Είστε ελεύθερος να προβείτε σε οποιαδήποτε έξοδα τα οποία θεωρείτε αναγκαία. Έχω ήδη προσφέρει μια αμοιβή 1000 λιρών. Θεέ μου, τι θα κάνω! Έχασα την τιμή μου, τα πετράδια μου, και το γιο μου σε μια νύχτα. Ω, τι θα κάνω!»

Έφερε το χέρι του στο πλάι του κεφαλιού του και κουνήθηκε μπρος πίσω, παρασυρμένος στον εαυτό του σα παιδί του οποίου η θλίψη δεν μπορεί να μπει σε λόγια.

Ο Σέρλοκ Χολμς απέμεινε σιωπηλός για μερικά λεπτά, με τα φρύδια του πλεγμένα και τα μάτια του καρφωμένα στη φωτιά.

«Δέχεστε αρκετό κόσμο;» ρώτησε.

«Κανέναν εκτός του συνεργάτη μου και της οικογένειας του και περιστασιακά κάποιου φίλου του Άρθουρ. Ο Σερ Τζωρτζ Μπέρνγουελ έχει έρθει αρκετές φορές τελευταίως. Κανείς άλλος, πιστεύω.»

«Βγαίνετε αρκετά στον κόσμο;»

«Ο Άρθουρ βγαίνει. Η Μαίρη και εγώ μένουμε σπίτι. Κανείς δεν νοιάζεται ιδιαίτερα.»

«Είναι ασυνήθιστο για ένα νεαρό κορίτσι.»

«Έχει συνεσταλμένο χαρακτήρα. Επιπλέον, δεν είναι τόσο πολύ νεαρή. Είναι είκοσι-τεσσάρων.»

«Το παρόν ζήτημα, από ότι μας λέτε, δείχνει να αποτέλεσε πλήγμα και για εκείνη επίσης.»

«Τρομερό! Έχει επηρεαστεί περισσότερο κι από μένα.»

«Δεν έχει κανείς εκ των δυο σας κάποια αμφιβολία όσον αφορά την ενοχή του γιου σας;»

«Πώς να έχουμε όταν τον αντίκρισα με τα ίδια μου τα μάτια με το στέμμα στα χέρια του.»

«Ελάχιστα το θεωρώ ως αποφασιστική απόδειξη. Υπήρχαν ζημιές στο εναπομείναν στέμμα;»

«Μάλιστα, ήταν στρεβλωμένο.»

«Δεν θεωρείτε, πως ίσως να προσπαθούσε να το ισιώσει;»

«Ο Θεός να σας ευλογεί! Κάνετε ότι μπορείτε για εκείνον και για εμένα. Όμως είναι βαρύ το φορτίο. Τι ήθελε εκεί σε τελική ανάλυση; Αν ο σκοπός του ήταν αθώος, γιατί δεν το είπε;»

«Ακριβώς. Και αν ήταν ένοχος, γιατί δεν επινόησε κάποιο ψέμα; Η σιωπή μου δίνει την εντύπωση πως αποτελεί ένα δίκοπο μαχαίρι. Υπάρχουν αρκετά ιδιάζοντα σημεία σχετικά με την υπόθεση. Τι σκέφτηκε η αστυνομία για τον θόρυβο που σας ξύπνησε από τον ύπνο σας;»

«Θεώρησαν πως ίσως να προκλήθηκε από τον Άρθουρ καθώς έκλεισε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας του.»

«Πιθανή ιστορία! Λες και ένας άνθρωπος που έχει βάλει σκοπό για έγκλημα θα κοπανούσε την πόρτα του ώστε να ξυπνήσει το σπίτι. Τι είπαν, τότε, σχετικά με την εξαφάνιση των πετραδιών;»

«Εξετάζουν ακόμη τα σανίδια και ελέγχουν τα έπιπλα με την ελπίδα να τα βρουν.»

«Σκέφτηκαν να κοιτάξουν έξω από το σπίτι;»

«Μάλιστα, επέδειξαν εξαιρετική ενεργητικότητα. Ολόκληρος ο κήπος έχει ήδη εξονυχιστικά εξετασθεί.»

«Τώρα, αγαπητέ μου κύριε,» είπε ο Χολμς, «δεν σας είναι εμφανές πλέον πως το εν προκειμένω ζήτημα έχει κάποια βαθύτερη εξήγηση από όσο ούτε εσείς αλλά ούτε η αστυνομία ήσασταν προδιατεθειμένοι εξαρχής να σκεφθείτε; Σας φάνηκε να αποτελεί μια απλή υπόθεση· σε μένα δείχνει υπέρμετρα σύνθετη. Λάβετε υπόψη σας τι εμπλέκεται εκ της θεώρησης σας. Υποθέτετε πως ο γιος σας βγήκε από το κρεβάτι του, πήγε, με μεγάλο ρίσκο, στο γραφείο σας, άνοιξε το έπιπλο, πήρε έξω το στέμμα, έσπασε με πολύ δύναμη ένα μικρό τμήμα του, πήγε σε κάποιο άλλο μέρος, έκρυψε τρία πετράδια από τα τριάντα-εννέα, με τέτοια δεξιοτεχνία ώστε κανείς να μην τα βρίσκει, και κατόπιν επέστρεψε με τα άλλα τριάντα-έξι στο δωμάτιο στο οποίο εξέθεσε εαυτών στον αφάνταστο κίνδυνο να ανακαλυφθεί. Σας ρωτώ τώρα, είναι μια τέτοια θεώρηση εύλογη;»

«Όμως τι άλλο υπάρχει;» φώναξε ο τραπεζίτης με μια χειρονομία απελπισίας. «Αν τα κίνητρα του ήταν αθώα, τότε γιατί δεν τα εξηγεί;»

«Αποτελεί καθήκον μας να το ανακαλύψουμε,» αποκρίθηκε ο Χολμς· «έτσι τώρα, αν μπορείτε, κ. Χόλντερ, θα ξεκινήσουμε για το Στρήτχαμ παρέα, και θα αφιερώσουμε μια ώρα στην κάπως προσεκτικότερη παρατήρηση των λεπτομερειών.»

Ο φίλος μου επέμεινε να τους συνοδεύσω στην εξόρμηση τους, το όποιο ήμουν αρκετά πρόθυμος να κάνω, γιατί η περιέργεια μου και η συμπόνια μου είχαν βαθύτατα αναστατωθεί από την ιστορία την οποία είχαμε ακούσει. Ομολογώ πως η ενοχή του γιου του τραπεζίτη μου φαινόταν τόσο προφανής όσο και στον δύστυχο πατέρα του, μολονότι ακόμη είχα τέτοια πίστη στην κρίση του Χολμς που ένοιωθα πως πρέπει να υπάρχουν κάποια εδάφη για ελπίδα εφόσον δεν ήταν ικανοποιημένος με την παραδεκτή εξήγηση. Ελάχιστα μίλησε καθ’ όλη τη διαδρομή προς το νότιο προάστιο, μα κάθισε με το σαγόνι του γερμένο στο στήθος του και το καπέλο του τραβηγμένο πάνω από τα μάτια του, βυθισμένος στις βαθύτερες των σκέψεων. Ο πελάτης μας φαινόταν να έχει αναθαρρήσει στην μικρή αναλαμπή ελπίδας η οποία του παρουσιαζόταν, και μάλιστα ξεκίνησε μια ψιλοκουβέντα μαζί μου σχετικά με τις επαγγελματικές του υποθέσεις. Ένα μικρό ταξίδι με το σιδηρόδρομο και ένα σύντομο περπάτημα μας έφεραν στο Φαίρμπανκ, την σεμνή κατοικία του μεγάλου επιχειρηματία.

Το Φαίρμπανκ αποτελούσε μια ευμεγέθη τετράγωνη οικία από λευκή πέτρα, που στεκόταν λιγάκι μακρύτερα από το δρόμο. Ένα διπλό ημικύκλιο για άμαξες, με μια χιονοσκέπαστη αυλή, εκτεινόταν μπροστά από τις δυο μεγάλες σιδερένιες πύλες που έκλειναν την είσοδο. Στη δεξιά πλευρά βρισκόταν ένα μικρό αλσύλλιο, το οποίο οδηγούσε σε ένα στενό μονοπάτι μεταξύ δυο κουρεμένων βατουλιών που εκτείνονταν από το δρόμο ως την πόρτα της κουζίνας, και σχημάτιζαν την είσοδο των εμπόρων. Στα αριστερά απλωνόταν ένα δρομάκι που οδηγούσε στους στάβλους, και δεν αποτελούσαν οι ίδιοι μέρος της έκτασης, αποτελώντας μέρος μιας δημόσιας, αν και ελάχιστα χρησιμοποιούμενης, λεωφόρου. Ο Χολμς μας άφησε να στεκόμαστε στην πόρτα και προχώρησε αργά τριγύρω από το σπίτι, διέσχισε την εμπρόσθια πλευρά, κατηφόρισε το μονοπάτι των εμπόρων, και έτσι κάνοντας το γύρο του κήπου πίσω από το δρόμο των στάβλων. Έλειψε για τόση ώρα ώστε ο κ. Χόλντερ κι εγώ πήγαμε στην τραπεζαρία και περιμέναμε πλάι στη φωτιά μέχρι να επιστρέψει. Καθόμασταν εκεί σιωπηλοί όταν η πόρτα άνοιξε και μια νεαρή κυρία μπήκε μέσα. Ήταν μάλλον άνω του μετρίου σε ύψος, λεπτή, με σκούρα μαλλιά και μάτια, τα οποία έδειχναν πιο σκούρα ενάντια στη απόλυτη χλομάδα του δέρματος της. Δεν πιστεύω πως είχα ποτέ μου δει μια τόσο θανατερή ωχρότητα στο πρόσωπο κάποιας γυναίκας. Τα χείλη της, επίσης, ήταν άχρωμα, όμως τα μάτια της ήταν φουσκωμένα από το κλάμα. Καθώς κινήθηκε αθόρυβα εντός του δωματίου μου έδωσε την εντύπωση μιας μεγαλύτερης αίσθησης θλίψης εκείνης που είχε επιδείξει ο τραπεζίτης το πρωί, και ήταν εντονότερη πάνω της καθώς ήταν προφανές πως επρόκειτο περί γυναίκας με ισχυρό χαρακτήρα, με εξαιρετική ικανότητα αυτοσυγκράτησης. Αγνοώντας την παρουσία μου, πήγε ευθύς στο θείο της και πέρασε το χέρι της πάνω από το κεφάλι με ένα γλυκό γυναικείο χάδι.

The Adventure of the Beryl Coronet 05.jpg

«Έδωσες οδηγίες να αφεθεί ελεύθερος ο Άρθουρ, έτσι δεν είναι, μπαμπά;» ρώτησε.

«Όχι, όχι, κορίτσι μου, το ζήτημα οφείλεται να ερευνηθεί μέχρι τέλους.»

«Μα είμαι τόσο βέβαιη πως είναι αθώος. Ξέρεις πως είναι τα γυναικεία ένστικτα. Ξέρω πως δεν έκανε κακό κανένα και πως θα μετανιώσεις που ενήργησες τόσο αυστηρά.»

«Γιατί μένει σιωπηλός, αφού είναι αθώος;»

«Ποιος ξέρει; Ίσως επειδή θύμωσε τόσο που τον υποπτεύθηκες.»

«Πώς να μην τον υποπτευόμουν, όταν στην πραγματικότητα τον είδα με το στέμμα στο χέρι του;»

«Όχου, μα το είχε μόνο πάρει για να το κοιτάξει. Ω, σε παρακαλώ, παρακαλώ, δέξου το λόγο μου πως είναι αθώος. Άσε το ζήτημα να περάσει και μη λες περισσότερα. Είναι τόσο τρομερό να συλλογιέμαι τον αγαπημένο μας Άρθουρ στην φυλακή!»

«Δεν θα το αφήσω να περάσει ωσότου τα πετράδια βρεθούν—ποτέ, Μαίρη! Η στοργή σου για τον Άρθουρ σε τυφλώνει στις τρομερές συνέπειες που έχει σε μένα. Αντί να αποσιωπήσω το ζήτημα, έφερα ένα κύριο από το Λονδίνο για να το ερευνήσει βαθύτερα.»

«Αυτός ο κύριος;» ρώτησε, γυρίζοντας να με κοιτάξει.

«Όχι, το φίλο του. Ήθελε να τον αφήσουμε μόνο. Κάνει τον γύρο του δρόμου των στάβλων τώρα.»

«Του δρόμου των στάβλων;» Ανασήκωσε τα σκούρα ματόκλαδα της. «Τι ελπίζει να βρει εκεί; Α! Υποθέτω, πως αυτός είναι. Ευελπιστώ, κύριε, να επιτύχετε να αποδείξετε, αυτό που είμαι βέβαιη πως είναι η αλήθεια, πως ο ξάδελφος μου ο Άρθουρ είναι αθώος από αυτό το έγκλημα.»

«Μοιράζομαι πλήρως τη γνώμη σας, και ελπίζω, μαζί σας, πως ίσως να το αποδείξουμε,» αντιγύρισε ο Χολμς, επιστρέφοντας στο χαλάκι για να βγάλει το χιόνι από τα παπούτσια του. «Πιστεύω πως έχω την τιμή να απευθύνομαι στην δεσποινίδα Μαίρη Χόλντερ. Θα μπορούσα να σας κάνω μια δυο ερωτήσεις;»

«Παρακαλώ κάντε, κύριε, αν είναι να βοηθήσει να ξεκαθαρίσει αυτή η φρικτή ιστορία.»

«Ακούσατε κάτι η ίδια την προηγούμενη νύχτα;»

«Τίποτα, ώσπου ο θείος μου άρχισε να μιλά δυνατά. Το άκουσα, και κατέβηκα.»

«Αμπαρώσατε τα παράθυρα και τις πόρτες την προηγούμενη νύχτα. Κλειδώσατε όλα τα παράθυρα;»

«Μάλιστα.»

«Ήταν όλα τους κλειδωμένα σήμερα το πρωί;»

«Μάλιστα.»

«Έχετε μια υπηρέτρια που έχει αγαπητικό; Πιστεύω πως αναφέρατε στον θείο σας την περασμένη βραδιά πως είχε βγει έξω για να τον δει;»

«Μάλιστα, και ήταν το κορίτσι που μας σερβίρισε στο καθιστικό, και η οποία πιθανόν να άκουσε τα σχόλια του θείου σχετικά με το στέμμα.»

«Καταλαβαίνω. Συμπεραίνετε πως ίσως να βγήκε έξω να το πει στο αίσθημα της, και πως οι δυο τους ενδεχομένως να σχεδίασαν την ληστεία.»

«Μα ποιο το όφελος όλων αυτών των ασαφών θεωριών,» φώναξε ο τραπεζίτης ανυπόμονα, «αφού σας είπα πως είδα τον Άρθουρ με το στέμμα στα χέρια του;»

«Σταθείτε λίγο, κ. Χόλντερ. Θα επανέρθουμε σε αυτό. Σχετικά με το κορίτσι, δεσποινίς Χόλντερ. Την είδατε να επιστρέφει από την πόρτα της κουζίνας, υποθέτω;»

«Μάλιστα· όταν πήγα να δω αν η πόρτα ήταν κλειδωμένη για τη νύχτα τη συνάντησα να ξεγλιστρά μέσα, Είδα και τον άντρα, επίσης, στο μισοσκόταδο.»

«Τον γνωρίζετε;»

«Ω, ναι! Είναι ο μανάβης που μας φέρνει τα λαχανικά. Το όνομα του είναι Φράνσις Πρόσπερ.»

«Στεκόταν,» είπε ο Χολμς, «στα αριστερά της πόρτας— δηλαδή, μακρύτερα στο μονοπάτι από όσο χρειάζεται για να φτάσεις την πόρτα;»

«Μάλιστα, εκεί ήταν.»

«Και πρόκειται περί ανθρώπου με ξύλινο πόδι;»

«Κάτι σα φόβος ξεπήδησε στα εκφραστικά μαύρα μάτια της νεαρής κοπέλας. «Μα, μοιάζετε σα κάποιος μάγος,» είπε. «Πως το ξέρατε αυτό;» Χαμογέλασε, όμως δεν υπήρξε κάποιο χαμόγελο προς απάντηση του δικού της, στο λεπτό, έντονο πρόσωπο του Χολμς.

Bery-06.jpg

«Θα χαιρόμουν πολύ αν μου επιτρέπατε να ανέβω πάνω,» είπε εκείνος. «Πιθανόν να θελήσω να βγω και πάλι έξω από το σπίτι. Ίσως καλύτερα να ρίξω μια ματιά στα κάτω παράθυρα προτού ανέβω πάνω.»

Έκανε το γύρο βιαστικά από το ένα στο άλλο, κάνοντας μονάχα μια στάση στο μεγάλο το οποίο έβλεπε από την είσοδο προς το δρόμο των στάβλων. Το οποίο άνοιξε και προέβη σε μια εξαιρετικά προσεκτική εξέταση του πρεβαζιού με το ισχυρό μεγεθυντικό φακό του. «Τώρα θα ανέβουμε πάνω,» είπε τελικά.

Το γραφείο του τραπεζίτη ήταν ένα λιτά επιπλωμένο δωμάτιο, με ένα γκρίζο χαλί, ένα μεγάλο έπιπλο γραφείο, και έναν μακρύ καθρέπτη. Ο Χολμς πήγε στο γραφείο πρώτα και εξέτασε επισταμένα την κλειδαριά.

«Ποιο κλειδί χρησιμοποιήθηκε για να ανοιχθεί;» ρώτησε.

«Εκείνο το οποίο ο γιος μου ο ίδιος υπέδειξε—εκείνο της ντουλάπας της αποθήκης.»

«Το έχετε εδώ;»

«Αυτό είναι πάνω στο τραπέζι.»

Ο Σέρλοκ Χολμς το πήρε και άνοιξε το γραφείο.

«Πρόκειται περί αθόρυβης κλειδαριάς,» είπε εκείνος. «Δεν είναι να απορεί κανείς που δε σας ξύπνησε. Η θήκη αυτή, υποθέτω, περιέχει το στέμμα. Θα πρέπει να το δούμε.» Άνοιξε την θήκη, και βγάζοντας έξω το διάδημα το απόθεσε επί του τραπεζιού. Επρόκειτο περί ενός θεσπέσιου δείγματος της κοσμηματοποιίας, και οι τριάντα-έξι λίθοι ήταν οι τελειότεροι που είχα δει ποτέ μου. Στην μια μεριά του στέμματος υπήρχε μια σπασμένη άκρη, όπου μια γωνιά που κρατούσε τρία πετράδια είχε αποσχιστεί.

«Τώρα, κ. Χόλντερ,» είπε ο Χολμς, «ορίστε η γωνία η οποία αντιστοιχεί σε εκείνη η οποία τόσο ατυχώς χάθηκε. Θα μπορούσα να σας ζητήσω να την σπάσετε;»

Ο τραπεζίτης οπισθοχώρησε με τρόμο. «Ούτε που θα διανοούμουν να το δοκιμάσω,» είπε.

«Τότε θα το κάνω εγώ.» Ο Χολμς ξαφνικά εφάρμοσε όλη του τη δύναμη πάνω του, ωστόσο δίχως αποτέλεσμα. «Το νοιώθω να ενδίδει λιγάκι,» είπε· «όμως, αν και είμαι εξαιρετικά δυνατός στα δάκτυλα, θα μου έπαιρνε πολύ ώρα να το σπάσω. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να το κάνει. Τώρα, τι νομίζετε πως θα συνέβαινε αν όντως το έσπαζα, κ. Χόλντερ; Θα ακουγόταν ένας ήχος σαν πυροβολισμός. Μου λέτε πως όλα αυτά συνέβησαν σε απόσταση λίγων μέτρων από το κρεβάτι σας και δεν ακούσατε τίποτα;»

«Δεν ξέρω τι να σκεφθώ. Είμαι σε μαύρο σκοτάδι.»

«Όμως ίσως να γίνει κάπως πιο φωτεινό καθώς θα προχωράμε. Τι πιστεύετε, δεσποινίς Χόλντερ;»

«Ομολογώ πως ακόμη μοιράζομαι την αμηχανία του θείου μου.»

«Ο γιος δε φορούσε παπούτσια ή παντόφλες όταν τον είδατε;»

«Δεν φορούσε τίποτα άλλο παρεκτός του πουκάμισου και του παντελονιού του.»

«Σας ευχαριστώ. Είναι βέβαιο πως ευνοηθήκαμε με εξαιρετική τύχη κατά τη διάρκεια της έρευνας αυτής, και θα αποτελέσει προσωπικό μας λάθος αν δεν επιτύχουμε να ξεδιαλύνουμε το ζήτημα. Με την άδεια σας, κ. Χόλντερ, θα συνεχίσω τώρα την έρευνα μου έξω.»

Έφυγε μόνος, σε δική του παράκληση, γιατί εξήγησε πως κάθε άσκοπη πατημασιά ίσως να καθιστούσε το έργο του δυσκολότερο. Για μια ώρα ή και περισσότερο εργαζόταν, επιστρέφοντας τελικά με τα πόδια του βαριά από χιόνι και τα χαρακτηριστικά του τόσο αινιγματικά παρά ποτέ.

«Πιστεύω πως είδα πλέον όλα όσα υπάρχουν για να δω, κ. Χόλντερ.» είπε· «Θα σας υπηρετήσω καλύτερα επιστρέφοντας στα διαμερίσματα μου.»

«Μα τα πετράδια, κ. Χολμς. Που βρίσκονται;»

«Δεν μπορώ να γνωρίζω.»

Ο τραπεζίτης έσμιξε τα χέρια του. «Δεν θα τα ξαναδώ ποτέ!» φώναξε. «Και ο γιος μου; Μου προσφέρετε ελπίδες;»

«Η γνώμη δεν έχει αλλάξει από καμία άποψη.»

«Τότε, για όνομα του θεού, τι σκοτεινή δουλειά ήταν αυτή που διενεργήθηκε στο σπίτι μου χθες βράδυ;»

«Αν μπορείτε να με επισκεφθείτε στα διαμερίσματα μου επί της οδού Μπέϊκερ αύριο πρωί μεταξύ εννέα και δέκα θα χαρώ να κάνω ότι μπορώ για να το καταστήσω σαφέστερο. Όπως κατανοώ μου δίνεται το εν λευκώ να ενεργήσω εκ μέρους σας, υπό τον μόνο όρο να πάρω πίσω τα πετράδια, και πως δεν θέτετε κάποιο όριο στο ποσό το οποίο μπορώ να τραβήξω.»

«Θα έδινα και την περιουσία μου για να τα έχω πίσω.»

«Πολύ καλά. Θα επιληφθώ του ζητήματος από τώρα και έως τη στιγμή εκείνη. Αντίο· υπάρχει ένα ενδεχόμενο πως ίσως να περάσω από εδώ και πάλι πριν το βράδυ.»

Bery-07.jpg

Μου ήταν εμφανές πως η γνώμη του συντρόφου είχε σχηματιστεί όσον αφορά την υπόθεση, μολονότι ποια ήταν τα συμπεράσματα ήταν κάτι περισσότερο από ότι μπορούσα έστω κι αμυδρά να φανταστώ. Αρκετές φορές κατά την διάρκεια του ταξιδιού της επιστροφής προς το σπίτι αποπειράθηκα να τον βολιδοσκοπήσω επί του θέματος, όμως πάντοτε ξεγλιστρούσε σε κάποιο άλλο ζήτημα, μέχρι που τελικά τα παράτησα απελπισμένος. Δεν ήταν ακόμη τρεις όταν βρεθήκαμε και πάλι στα διαμερίσματα μας. Έσπευσε στο δωμάτιο του και είχε κατέβει σε λίγα λεπτά ντυμένος σαν κοινός χασομέρης. Με το γιακά του ανασηκωμένο, το φθαρμένο, φτωχικό παλτό του, το κόκκινο κασκόλ του, και τις ταλαιπωρημένες μπότες, αποτελούσε ένα τέλειο δείγμα της τάξης.

«Νομίζω πως είναι επαρκές,» είπε, κοιτώντας στον καθρέπτη πάνω από το τζάκι. «Μακάρι μονάχα να μπορούσες να έρθεις μαζί μου, Γουώτσον, όμως φοβάμαι πως δε γίνεται. Μπορεί να είμαι στο μονοπάτι του ζητήματος αυτού, είτε μπορεί να ακολουθώ χίμαιρες, ωστόσο σύντομα θα γνωρίζω τι από τα δυο. Ελπίζω πως ίσως να είμαι πίσω σε λίγες ώρες.» Έκοψε μια φέτα βοδινό από το κότσι πάνω στο μπουφέ, το έκλεισε μέσα σε δυο φέτες ψωμιού, και ρίχνοντας το πρόχειρο γεύμα στην τσέπη του ξεκίνησε την εξόρμηση του.

Είχα μόλις τελειώσει το τσάι μου όταν επέστρεψε, εμφανώς σε μεγάλα κέφια, στριφογυρνώντας μια παλιά μπότα, με ελαστικές επιστρώσεις στα πλαϊνά, στο χέρι του. Την έριξε σε μια γωνιά και έβαλε μια κούπα τσάι.

«Είπα να έρθω μια βόλτα όπως πέρναγα,» είπε. «Θα φύγω αμέσως.»

«Για πού;»

«Ω, για την άλλη μεριά της Δυτικής πλευράς. Ίσως να περάσει αρκετή ώρα προτού επιστρέψω. Μην με περιμένεις σε περίπτωση που αργήσω.»

«Πως τα πας;»

«Ω, έτσι και έτσι. Κανένα παράπονο. Είχα πάει στο Στρήτχαμ από τότε που σε είδα τελευταία, όμως δεν επισκέφθηκα το σπίτι. Πρόκειται για ένα πολύ γλυκό προβληματάκι, και δεν θα το ‘χανα σχεδόν για τίποτα. Ωστόσο, δεν πρέπει να κάθομαι εδώ κουτσομπολεύοντας, αλλά πρέπει να βγάλω αυτά τα επαίσχυντα ρούχα από πάνω και να επιστρέψω στον καθωσπρέπει εαυτό μου.»

Έβλεπα από τη συμπεριφορά του πως είχε πιο ισχυρούς λόγους ικανοποίησης από όσο τα ίδια του τα λόγια υπονοούσαν. Τα μάτια του έλαμπαν, και υπήρχε ακόμη και μια ιδέα χρώματος στα χλωμά του μάγουλα. Βιαστικά ανέβηκε πάνω, και μερικές στιγμές αργότερα άκουσα το χτύπημα της εξώπορτας, το οποίο μου είπε πως είχε φύγει για μια ακόμη φορά στο ευχάριστο κυνήγι του.

Περίμενα ως τα μεσάνυχτα, όμως δεν υπήρχε ίχνος επιστροφής του, έτσι αποσύρθηκα στο δωμάτιο μου. Δεν ήταν ασύνηθες για εκείνο να λείπει για μέρες και νύχτες απανωτά όταν βρισκόταν στο κατόπι κάποιου ίχνους, έτσι ώστε αυτή του η αργοπορία δεν μου προξένησε καμία έκπληξη. Δεν γνωρίζω ποια ώρα ήρθε, όμως όταν κατέβηκα για πρόγευμα το πρωί, ήταν εκεί με μια κούπα καφέ στο ένα χέρι και την εφημερίδα στο άλλο, τόσο φρέσκος και ξεκούραστος όσο γινόταν.

«Να με συγχωρείς που άρχισα χωρίς εσένα, Γουώτσον,» είπε, «όμως θα θυμάσαι πως ο πελάτης μας έχει μάλλον ένα πρωινό ραντεβού σήμερα το πρωί.»

«Μα, είναι περασμένες εννέα,» απάντησα. «Δεν θα εκπλησσόμουν αν ήταν αυτός. Νομίζω πως άκουσα ένα κουδούνισμα.»

Ήταν όντως, ο φίλος μας ο επιχειρηματίας. Κλονίστηκα από την αλλαγή που είχε επέλθει πάνω του, γιατί το πρόσωπο του το οποίο ήταν εκ φύσεως από πλατύ και συμπαγές καλούπι, ήταν πλέον στενεμένο και μαζεμένο, ενώ τα μαλλιά του μου φάνηκαν τουλάχιστον μια ιδέα πιο λευκά. Μπήκε με μια κόπωση και νωχελικότητα η οποία ήταν ακόμη πιο επώδυνη από την βιαιότητα του προηγούμενο πρωινού, και έπεσε βαριά σε μια πολυθρόνα την οποία έσπρωξα για εκείνον.

«Δεν ξέρω τι έκανα για δοκιμάζομαι τόσο αυστηρά,» είπε. «Μόλις δυο μέρες πριν ήμουν ένας ευτυχισμένος και επιτυχημένος άνθρωπος, δίχως μια έγνοια στον κόσμο. Τώρα απόμεινα σε ένα μοναχικό κι ατιμασμένο γήρας. Η μια θλίψη έρχεται στο κατόπι της άλλης. Η ανιψιά μου, η Μαίρη, με εγκατέλειψε.»

«Σας εγκατέλειψε;»

«Μάλιστα. Το κρεβάτι σήμερα το πρωί δεν είχε χρησιμοποιηθεί, το δωμάτιο της ήταν άδειο, και ένα σημείο προς εμένα βρισκόταν στο τραπέζι της εισόδου. Της είχα πει το περασμένο βράδυ, από θλίψη κι όχι από θυμό, πως αν είχε παντρευτεί το αγόρι μου μπορεί όλα να ήταν καλά για εκείνον. Ίσως να ήταν απερισκεψία εκ μέρους να το πω. Στο σχόλιο αυτό αναφέρεται στο σημείωμα της:


«’ΠΟΛΥΑΓΑΠΗΜΕΝΕ ΜΟΥ ΘΕΙΕ:— Νοιώθω πως σου φόρτωσα προβλήματα, και πως αν είχα πράξει διαφορετικά η τρομερή αυτή κακοτυχία ίσως να μην είχε ποτέ συμβεί. Δεν μπορώ, με τη σκέψη αυτή στο μυαλό μου, ποτέ ξανά να είμαι ευτυχισμένη κάτω από τη στέγη σου, και νοιώθω πως πρέπει να σε αφήσω για πάντα. Μην ανησυχείς για το μέλλον μου, γιατί όλα έχουν προνοηθεί· και, πάνω από όλα, μην ψάξεις για μένα, γιατί θα αποτελέσει ένα άκαρπο έργο και μια (ill-service) προς εμένα. Στη ζωή ή στο θάνατο, είμαι παντοτινά η αγαπημένη σου Μαίρη.’»


«Τι θα μπορούσε να εννοεί με αυτό το μήνυμα, κ. Χολμς; Νομίζετε πως υπονοεί την αυτοκτονία;»

«Όχι, όχι, τίποτα τέτοιο. Πρόκειται ίσως για την απλούστερη λύση. Πιστεύω, κ. Χόλντερ, πως πλησιάζετε στο τέλος των προβλημάτων σας.»

«Αχα! Λέτε! Κάτι ακούσατε, κ. Χολμς· κάτι μάθατε! Που είναι τα πετράδια;»

«Δε θα θεωρούσατε πως 1000 λίρες το κομμάτι ένα υπερβολικό ποσό για αυτά;»

«Θα πλήρωνα δέκα.»

«Δεν θα ήταν αναγκαίο. Τρεις χιλιάδες θα καλύψουν το ζήτημα. Και υπάρχει και μια μικρή αμοιβή, φαντάζομαι. Έχετε το καρνέ επιταγών σας; Ορίστε μια μένα. Καλύτερα γράψτε την για 4000 λίρες.»

Με μια σαστισμένη έκφραση ο τραπεζίτης συμπλήρωσε την απαιτούμενη επιταγή. Ο Χολμς προχώρησε ως το γραφείο του, έβγαλε ένα μικρό τριγωνικό κομμάτι χρυσού με τρία πετράδια πάνω του, και το έριξε πάνω στο τραπέζι.

Με μια κραυγή χαράς ο πελάτης μας το άρπαξε σηκώνοντας το.

«Το έχετε!» είπε με κομμένη ανάσα. «Σώθηκα! Σώθηκα!»

Η αντίδραση της χαράς ήταν τόσο θερμή όσο ήταν η θλίψη του, και αγκάλιασε τα ανακτημένα πετράδια στο στήθος του.

«Υπάρχει ακόμη ένα πράγμα το οποίο οφείλετε, κ. Χόλντερ,» είπε ο Σέρλοκ Χολμς κάπως αυστηρά.

«Οφείλω!» Ανασήκωσε μια πένα. «Κατονομάστε το ποσό, και εγώ θα το πληρώσω.»

«Όχι, το χρέος δεν είναι προς εμένα. Οφείλετε μια ταπεινή συγνώμη σε εκείνο το ευγενικό παλικάρι, το γιο σας, ο οποίος έφερε εις πέρας το ζήτημα όπως θα ήμουν περήφανος να δω το γιο μου να κάνω, αν ποτέ έχω την τύχη να αποκτήσω.»

«Τότε δεν ήταν ο Άρθουρ εκείνος που τα πήρε;»

«Σας είπα χθες, και το επαναλαμβάνω σήμερα, πως δεν ήταν.»

«Είστε βέβαιος για αυτό! Τότε ας σπεύσουμε κοντά του αμέσως να του πούμε πως η αλήθεια έγινε γνωστή.»

«Το γνωρίζει ήδη! Όταν τα είχα ξεκαθαρίσει όλα είχα μια κουβέντα μαζί του, και βρίσκοντας πως δεν ήθελε να μου πει την ιστορία, του την είπα, και στο οποίο και αναγκάστηκε να ομολογήσει πως είχα δίκιο και να προσθέσει τις ελάχιστες λεπτομέρειες οι οποίες δεν μου είχαν ακόμη κατασταθεί σαφείς. Τα πρωινά μαντάτα σας, εντούτοις, ίσως να ανοίξουν τα χείλη του.»

«Για όνομα του θεού, πείτε μου, ποιο είναι το εξαιρετικό αυτό μυστήριο!»

«Θα το πράξω, και θα σας παρουσιάσω τα βήματα υπό τα οποία κατέληξα εκεί. Και να σας πω, αρχικά, αυτό το οποίο είναι δυσκολότερο για μένα να πω και για εσάς να ακούσετε: υπήρχε μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του Σερ Τζωρτζ Μπερνγουέλ και της Μαίρη, της ανιψιάς σας. Το έσκασαν μαζί.»

«Η Μαίρη μου; Αδύνατον!»

«Είναι δυστυχώς περισσότερο από πιθανό· είναι βέβαιο. Ούτε εσείς ούτε ο γιος σας γνώριζε τον πραγματικό χαρακτήρα αυτού του ανθρώπου όταν τον δεχτήκατε στους κόλπους της οικογενείας σας. Πρόκειται για έναν εκ των πλέον επικίνδυνων ανθρώπων στην Αγγλία—έναν κατεστραμμένο χαρτοπαίκτη, ένα εντελώς απελπισμένο κακοποιό, έναν άντρα δίχως καρδιά και συνείδηση. Η ανιψιά σας δε γνώριζε τίποτα για αυτούς τους ανθρώπους. Όταν της ψιθύρισε τους όρκους του προς εκείνη, όπως είχε κάνει και σε εκατοντάδες άλλες πριν από αυτήν, ένοιωσε κολακευμένη πως εκείνη μονάχα είχε αγγίξει την καρδιά του. Ο διάβολος γνωρίζει καλύτερα τι είπε, παρά ταύτα μετατράπηκε σε όργανο του και συνήθιζε να τον βλέπει σχεδόν κάθε βράδυ.»

«Δε μπορώ, και δεν πρόκειται να το πιστέψω!» φώναξε ο τραπεζίτης με ένα πρόσωπο που είχε γίνει σταχτί.

«Θα σας αναφέρω, τότε, τι συνέβη στο σπίτι σας την περασμένη νύχτα. Η ανιψιά σας, όταν, όπως φανταζόταν, είχατε πάει στο δωμάτιο σας, κατέβηκε κάτω και μίλησε με τον εραστή της μέσω του παραθύρου που βλέπει στο δρόμο των στάβλων. Οι πατημασιές είχε πατηθεί καλά μέσα στο χιόνι, τόσο που είχε σταθεί εκεί. Του μίλησε για το στέμμα. Η μοχθηρή του λαγνεία για χρυσάφι αναζωπυρώθηκε στα νέα, και την υπέταξε στη θέληση του. Δεν αμφιβάλλω πως σας αγαπούσε, όμως υπάρχουν γυναίκες στις οποίες η αγάπη του εραστή σβήνει κάθε άλλη αγάπη, και πιστεύω πως θα πρέπει να άνηκε σε αυτές. Είχε μόλις ακούσει τις οδηγίες του όταν σας είδε να κατεβαίνετε τις σκάλες, στο οποίο και έκλεισε βιαστικά το παράθυρο και σας μίλησε για την αποκοτιά μιας εκ των υπηρετριών με τον ξυλοπόδαρο αγαπημένο της, το οποίο ήταν απολύτως αληθινό.»

«Το αγόρι σας, ο Άρθουρ, πήγε για ύπνο κατόπιν της συζήτησης σας όμως έκανε άσχημο ύπνο εξαιτίας της ανησυχίας του για τα χρέη της λέσχης. Μέσα στη νύχτα άκουσε ένα απαλό πάτημα να προσπερνά την πόρτα του, έτσι σηκώθηκε και, κοιτώντας έξω, ξαφνιάστηκε βλέποντας την εξαδέλφη του να περπατά πατητά διασχίζοντας το διάδρομο ώσπου χάθηκε μέσα στο γραφείο σας. Κοκάλωσε από κατάπληξη. Σύντομα βγήκε από το δωμάτιο και πάλι, και στο φως της λάμπας του διαδρόμου ο γιος σας είδε πως μετέφερε το πολύτιμο στέμμα στα χέρια της. Κατέβηκε τις σκάλες, και εκείνος, αναστατωμένο από τρόμο, ακολούθησε τρέχοντας και γλίστρησε πίσω από την κουρτίνα κοντά στην πόρτα, από όπου έβλεπε τι εξελισσόταν στην είσοδο από κάτω. Την είδε να ανοίγει αθόρυβα το παράθυρο, να δίνει το στέμμα σε κάποιον στο μισοσκόταδο, και κατόπιν κλείνοντας και πάλι να σπεύδει πίσω στο δωμάτιο της, περνώντας πολύ κοντά στο σημείο που στεκόταν πίσω από την κουρτίνα.»

Bery-08.jpg

«Καθόσον βρισκόταν στο σκηνικό δεν μπορούσε να προβεί σε καμία ενέργεια δίχως μια φρικτή έκθεση της γυναίκας την οποία αγαπούσε. Όμως τη στιγμή που εκείνη είχε φύγει συνειδητοποίησε πόσο συντριπτική δυστυχία θα αποτελούσε για εσάς, και πόσο σημαντικό έναντι όλων ήταν να το διορθώσει. Έτρεξε κάτω, όπως ήταν, με τα ξυπόλυτα πόδια του, άνοιξε το παράθυρο, πήδηξε στο χιόνι, και κατηφόρισε τρέχοντας στο δρόμο, όπου διέκρινε μια σκοτεινή φιγούρα στο φεγγαρόφωτο. Ο Σερ Τζωρτζ Μπέρνγουελ προσπάθησε να ξεφύγει, όμως ο Άρθουρ τον έπιασε, και υπήρξε μια πάλη μεταξύ τους, το παλικάρι σας να τραβά από την μια μεριά του στέμματος, και ο αντίπαλος του από την άλλη. Στη συμπλοκή, ο γιος σας χτύπησε τον Σερ Τζωρτζ και τον έκοψε πάνω από το μάτι. Τότε κάτι ξαφνικά έσπασε, και ο γιος σας, ανακαλύπτοντας πως είχε το στέμμα στα χέρια του, έτρεξε πίσω, έκλεισε το παράθυρο, ανέβηκε στο δωμάτιο σας, και είχε μόλις παρατηρήσει πως το στέμμα είχε στραβώσει στην πάλη και επιχειρούσε να το ισιώσει όταν εσείς εμφανιστήκατε επί της σκηνής.»

«Είναι δυνατόν;» είπε ξέπνοα ο τραπεζίτης.

«Εσείς τότε εγείρατε τον θυμό του εξυβρίζοντας τον την στιγμή που ένοιωθε πως άξιζε τις θερμές ευχαριστίες σας. Δεν μπορούσε να εξηγήσει την πραγματική κατάσταση των πραγμάτων δίχως να προδώσει εκείνη που ασφαλώς άξιζε ελάχιστη ευαισθησία στα χέρια του. Έλαβε την πλέον ιπποτική θεώρηση, ωστόσο, και διαφύλαξε το μυστικό της.»

«Και για αυτό ξεφώνησε όταν είδε το στέμμα,» αναφώνησε ο κ. Χόλντερ. «Ω, Θεέ μου! Πόσο ανόητα τυφλός υπήρξα! Και που ζήτησε να του επιτραπεί να φύγει για πέντε λεπτά! Το καλό μου ήθελε να δει αν το κομμάτι που έλειπε βρισκόταν στο σημείο της πάλης. Πόσο απάνθρωπα τον έκρινα!»

«Όταν έφθασα στο σπίτι σας,» συνέχισε ο Σέρλοκ Χολμς, «αμέσως έκανα πολύ προσεκτικά τον γύρο του ώστε να παρατηρήσω αν υπήρχαν κάποια ίχνη στο χιόνι τα οποία ενδεχομένως να με βοηθούσαν. Γνώριζα πως δεν είχε χιονίζει καθόλου από το προηγούμενο βράδυ, και επίσης πως έκανε δυνατή παγωνιά για να διατηρήσει τα αποτυπώματα. Πέρασα διασχίζοντας το δρόμο των εμπόρων, μα βρήκα τα πάντα ποδοπατημένα και δυσδιάκριτα. Μόλις πάρα πέρα, ωστόσο, στην άλλη μεριά της πόρτα της κουζίνας, μια γυναίκα είχε σταθεί και μιλήσει με έναν άντρα, του οποίου τα στρογγυλά αποτυπώματα από τη μια πλευρά φανέρωναν πως είχε ξύλινο πόδι. Μπορούσα ακόμη να διακρίνω πως είχαν αναστατωθεί, γιατί η γυναίκα είχε τρέξει βιαστικά για την πόρτα, όπως φαινόταν από τα βαθιά σημάδια που είχαν αφήσει τα δάκτυλα και τα ρηχά που είχαν αφήσει οι φτέρνες, ενώ ο ξυλοπόδαρος στάθηκε για λίγο και κατόπιν αποχώρησε. Σκέφτηκα τότε πως ίσως να επρόκειτο περί της υπηρέτριας και του αισθήματος της, για τον οποίο μου είχατε ήδη μιλήσει, και η εξέταση έδειξε πως έτσι ήταν. Έκανα το γύρο του κήπου δίχως να δω κάτι περισσότερο από τυχαία ίχνη, τα οποία θεώρησα πως ήταν των αστυνομικών· όμως όταν έφτασα στο δρόμο για τους στάβλους μια πολύ μακριά και σύνθετη ιστορία ήταν γραμμένη στο χιόνι εμπρός μου.»

«Υπήρχε μια διπλή σειρά από ίχνη ενός άντρας με μπότες, και μια δεύτερη διπλή σειρά τα οποία όπως είδα με κάποια ικανοποίηση άνηκαν σε έναν ξυπόλητο άντρα. Αμέσως πείστηκα από όσα μου είχατε αναφέρει πως τα τελευταία άνηκαν στον γιο σας. Τα πρώτα είχαν διαβεί και προς τις δυο κατευθύνσεις, μα τα δεύτερα είχαν τρέξει βιαστικά, και καθώς το πάτημα του περνούσε κατά τόπους πάνω από το αποτύπωμα της μπότας, ήταν προφανές πως είχε περάσει κατόπιν του άλλου. Τα ακολούθησα και ανακάλυψα πως οδηγούσαν στο παράθυρο της εισόδου, όπου ο Μποτάκιας είχαν διώξει το χιόνι καθώς περίμενε. Κατόπιν περπάτησα στο άλλο άκρο, το οποίο βρισκόταν κάπου εκατό μέτρα ή περισσότερο παρακάτω στο δρομάκι. Είδα που ο Μποτάκιας είχε στραφεί πίσω, εκεί που το χιόνι ήταν τσαλαπατημένο σα να είχε γίνει συμπλοκή, και, τέλος, εκεί που λίγες σταγόνες αίμα είχαν πέσει, για να μου δείξουν πως δεν έσφαλα. Ο Μποτάκιας είχε τότε κατηφορίσει τρέχοντας το δρομάκι , και άλλος ένας μικρός λεκές αίματος μου φανέρωσε πως επρόκειτο για εκείνον που είχε κοπεί. Όταν έφτασε στον κεντρικό δρόμο στην άλλη άκρη, ανακάλυψα πως το πεζοδρόμιο είχε καθαριστεί, έτσι εκεί έλαβε τέλος το συγκεκριμένο στοιχείο.»

«Εισερχόμενος στο σπίτι, ωστόσο, εξέτασα, όπως θυμάστε, το πρεβάζι και την κάσα του παραθύρου της εισόδου με το φακό μου, και διέκρινα αμέσως πως κάποιος είχε βγει από εκεί. Κατάφερα να διακρίνω το περίγραμμα ενός πέλματος όπου το βρεγμένο πόδι είχε ακουμπήσει ερχόμενο μέσα. Τότε άρχιζα να είμαι σε θέση να σχηματίζω άποψη όσον αφορά το τι είχε συμβεί. Ένας άντρας περίμενε έξω από το παράθυρο· κάποιος είχε φέρει τα πετράδια· η πράξη είχε παρατηρηθεί από τον γιο σας· εκείνος είχε καταδιώξει τον κλέφτη· είχε παλέψει μαζί του· είχαν και οι δυο τους τραβήξει το στέμμα, με τη συνδυασμένη τους δύναμη να έχει προξενήσει ζημιές που κανείς μόνος του δεν θα ‘χε κατορθώσει. Είχε επιστρέψει με το τρόπαιο, όμως είχε αφήσει ένα κομμάτι στα χέρια του αντιπάλου. Ως εδώ ήμουν σίγουρος. Το ερώτημα ήταν πλέον, ποιος ήταν ο άντρας και ποιος ήταν που του έφερε το στέμμα;»

«Αποτελεί παλιό μου κανόνα πως όταν έχεις αποκλείσει το αδύνατο, ότι απομένει, όσο απίθανο, οφείλει να είναι η αλήθεια. Τώρα, ήξερα πως δεν ήσασταν εσείς που το είχατε κατεβάσει, έτσι παρέμεναν μόνο η ανιψιά σας και οι υπηρέτριες. Όμως αν επρόκειτο για τις υπηρέτριες, γιατί ο γιος θα επέτρεπε να κατηγορηθεί αντί για αυτές; Δεν υπήρχε κάποιος βάσιμος λόγος. Καθώς αγαπούσε την εξαδέλφη του, ωστόσο, υπήρχε μια έξοχη εξήγηση γιατί έπρεπε να φυλάξει το μυστικό του—ακόμη περισσότερο μιας και το μυστικό ήταν ατιμωτικό. Όταν θυμήθηκα πως την είχατε δει στο παράθυρο, και πως είχε λιποθυμήσει βλέποντας το στέμμα και πάλι, το συμπέρασμα μου μεταβλήθηκε σε βεβαιότητα.»

«Και ποιος θα μπορούσε να είναι ο συνεργός της; Ένας εραστής εμφανώς, γιατί ποιος άλλος θα μπορούσε να υπερβεί την αγάπη και την ευγνωμοσύνη την οποία έπρεπε να νοιώθει προς εσάς ; Γνώριζα πως βγαίνατε ελάχιστα, και πως ο φιλικός σας κύκλος ήταν εξαιρετικά περιορισμένος. Όμως ανάμεσα τους βρισκόταν ο Σερ Τζωρτζ Μπέρνγουελ. Είχα ακούσει για εκείνον στο παρελθόν ως άνθρωπος με κακή φήμη μεταξύ των γυναικών. Θα έπρεπε να είναι εκείνος που φορούσε αυτές τις μπότες και είχε στην κατοχή του τα αγνοούμενα πετράδια. Μολονότι γνώριζε πως ο Άρθουρ τον είχε ανακαλύψει, θα μπορούσε ακόμη να θεωρεί χάριν ματαιοδοξίας πως ήταν ασφαλής, γιατί το παλικάρι δεν μπορούσε να πει λέξη δίχως να ενοχοποιήσει την ίδια του την οικογένεια.»

«Λοιπόν, η ίδια σας η λογική θα εισηγηθεί ποια μέτρα έλαβα κατόπιν. Πήγα υπό την αμφίεση κάπου χασομέρη στο σπίτι του Σερ Τζωρτζ, κατάφερα πιάσω γνωριμία με το βαλέ του, έμαθα πως το αφεντικό του είχε κόψει το κεφάλι του την προηγούμενη βραδιά, και, τέλος, με κόστος έξι σεληνίων, σιγουρεύτηκα εντελώς αγοράζοντας ένα ζευγάρι των πεταμένων παπουτσιών του. Με αυτά ταξίδεψα κάτω στο Στρήτχαμ και είδα πως εφάρμοζαν ακριβώς στα ίχνη.»

«Είδα έναν κακοντυμένο μπαγαπόντη στο δρομάκι χθες το απόγευμα,» είπε ο κ. Χόλντερ.

Holmes Adventures.jpg

«Ακριβώς. Επρόκειτο για μένα. Ανακάλυψα πως είχα τον άνθρωπο μου, έτσι ήρθα σπίτι και άλλαξα ρούχα. Είχα να παίξω ένα πολύ λεπτό ρόλο τότε, γιατί κατάλαβα πως μια δίωξη έπρεπε να αποφευχθεί για να αποτραπεί το σκάνδαλο, και ήξερα πως ένας τόσο δαιμόνιος κακοποιός θα κανόνιζε να μας δέσει τα χέρια επί του ζητήματος. Πήγα και τον συνάντησα. Αρχικά, φυσικά, τα αρνήθηκε όλα. Όμως όταν του ανέφερα κάθε λεπτομέρεια που είχε συμβεί, επιχείρησε λεονταρισμούς και κατέβασε ένα ρόπαλο από τον τοίχο. Ήξερα τον άνθρωπο μου, ωστόσο, και κόλλησα ένα πιστόλι στο κεφάλι του προτού προλάβει να χτυπήσει. Κατόπιν έγινε κάπως πιο λογικός. Του είπα πως θα του προσφέραμε ένα τίμημα για τα πετράδια που κρατούσε 1000 λίρες το κομμάτι. Αυτό φανέρωσε τα πρώτα σημάδια στεναχώριας που είχε αφήσει να φανούν. ‘Μπα, που να τα πάρει!’ είπε εκείνος, ‘Τα άφησα να φύγουν για εξακόσιες και τα τρία!’ Σύντομα κατόρθωσα να πάρω τη διεύθυνση του αποδέκτη που τα είχε, υποσχόμενος του πως δε θα διωκόταν. Έβαλα πλώρη για εκείνον, και κατόπιν αρκετού παζαρέματος πήρα τα πετράδια προς 1000 λίρες έκαστο. Κατόπιν επισκέφθηκα βιαστικά το γιο σας, του είπα πως όλα είχαν καλώς, και εν τέλει έπεσα για ύπνο περί τις δυο η ώρα, έπειτα από ό,τι μου επιτρέπεται να αποκαλέσω μια πραγματικά γεμάτη ημέρα.»

«Μια ημέρα η οποία έσωσε την Αγγλία από ένα μεγάλο δημόσιο σκάνδαλο,» είπε ο τραπεζίτης, καθώς σηκώθηκε. «Κύριε, δε βρίσκω λόγια να σας ευχαριστήσω, όμως δε θα με βρείτε αγνώμονα για όσα κάνατε. Το ταλέντο σας όντως υπερβαίνει όλα όσα έχω ακούσει. Και τώρα πρέπει να βιαστώ στο αγαπημένο μου παιδί να του ζητήσω συγγνώμη για το κακό που του έκανα. Όσο για αυτά που λέτε για την καημένη τη Μαίρη, με πιάνει η καρδιά μου. Ούτε και το ταλέντο σας δε μπορεί να με ενημερώσει για το που βρίσκεται τώρα.»

«Πιστεύω πως μετά βεβαιότητας μπορούμε να πούμε,» αντιγύρισε ο Χολμς, «πως βρίσκεται όπου και ο Σερ Τζωρτζ Μπέρνγουελ. Είναι εξίσου βέβαιο, επίσης, πως όποιες κι αν είναι οι αμαρτίες της, σύντομα θα λάβουν μια κάπως πιότερο ικανοποιητική τιμωρία.»